oι «γυμνές ζωές» δίπλα μας, η ανοχή, και το ξεχασμένο κράτος δικαίου

 

Γιώργος Κατσαμπέκης

 

Πριν ένα χρόνο περίπου, και με αφορμή το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ της Ζωής Μαυρουδή, έγραφα ένα κείμενο με αφορμή την υπόθεση των οροθετικών γυναικών που έπεσαν θύματα μιας επαίσχυντης επιχείρησης δημόσιας διαπόμπευσης από τον τότε υπουργό Υγείας Ανδρέα Λοβέρδο και μερίδα πρόθυμων Μ.Μ.Ε. Όπως συμβαίνει καμιά φορά, η αρχική ιδέα έδωσε σύντομα ζωή σε ένα αρκετά μεγαλύτερο κείμενο, το οποίο και υπέβαλα για κρίση σε αγγλόφωνο επιστημονικό περιοδικό. Ανάμεσα στα σχόλια που μου έστειλε τότε η συντακτική επιτροπή του περιοδικού ήταν πως ήμουν υπερβολικός με το να χαρακτηρίζω τις οροθετικές γυναίκες ως homines sacri, έναν όρο που δανείστηκα από το έργο του Ιταλού φιλοσόφου Giorgio Agamben. Homo sacer, θυμίζω, είναι μια φιγούρα του ρωμαϊκού δικαίου που αναδεικνύει και επικαιροποιεί στο ομώνυμο έργο του ο Agamben, είναι ο άνθρωπος που μπορεί να φονευτεί από οποιονδήποτε χωρίς η αφαίρεση της ζωής του να συνιστά φόνο ή θυσία, χωρίς τελικά η πράξη αυτή να συνεπάγεται καμιά μορφή τιμωρίας. Θυμάμαι, πιο συγκεκριμένα μία πολύ χαρακτηριστική ερώτηση που κλήθηκα να απαντήσω: «Είναι δυνατό να υποστηριχθεί πως στη σημερινή Ελλάδα υπάρχουν ζωές που μπορούν να φονευτούν με ατιμωρησία; Υπάρχουν αλήθεια υποκείμενα που μπορούν να υποβιβαστούν στο καθεστώς της “γυμνής ζωής”;». Ο τόνος έκπληξης και απορίας στα ερωτήματά τους ήταν ειλικρινής και πηγαίος, και ομολογώ πως τότε με έβαλαν σε σκέψεις. Μήπως τελικά υπερβάλλουμε με το να λέμε πως καθεστώτα ακραίας βιοπολιτικής πειθάρχησης, όπως αυτό που διαμορφώνεται στην Ελλάδα των μνημονίων, ξεγυμνώνουν τελικά τα άτομα ακόμα και από εκείνες τις εγγυήσεις του κράτους δικαίου, στον βαθμό που να επιτρέπει δυνητικά να υποστούν σοβαρές βλάβες, ακόμα και απώλεια της ίδιας τους της ζωής, χωρίς τελικά να ορίζει υπεύθυνους για τούτες τις βλάβες, χωρίς να λογοδοτεί κανείς για την απώλεια συγκεκριμένων ζωών;

Αντλώ από τα θραύσματα των τελευταίων ημερών ώστε να επιχειρήσω μια καθυστερημένη απάντηση στο παραπάνω ερώτημα. Πριν από λίγες μέρες, έχασε τη ζωή του ο Μοχάμεντ Ασφάκ, μετανάστης ο οποίος κρατείτο στο κέντρο κράτησης (ας μην το πούμε «στρατόπεδο συγκέντρωσης») της Αμυγδαλέζας. Τις ίδιες περίπου μέρες με τον Μοχάμεντ, η οροθετική Κατερίνα, μία από τις τριάντα γυναίκες που διαπομπεύτηκαν δύο χρόνια πριν από τον Λοβέρδο, αυτοκτόνησε με υπερβολική δόση. Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, ο Νίκος Ρωμανός ακροβατεί σε ένα πολύ λεπτό όριο, κινδυνεύοντας να χάσει τη ζωή του, επειδή η τιμωρός πολιτεία τού αρνείται ένα από τα πιο στοιχειώδη δικαιώματα, να μορφωθεί. Μπορούμε να βάλουμε κι άλλους ακόμα σε τούτο το σκοτεινό κάδρο, όπως τους Σύρους πρόσφυγες στο Σύνταγμα, που έφτασαν εδώ ακολουθώντας τον δρόμο για μια καλύτερη γη, για να φτάσουν να περιγράφονται στον λόγο κυβερνητικών βουλευτών ως «πρόβλημα αισθητικής» που κάνει ζημιά στη γιορτινή αγορά της πόλης. Να θυμηθούμε τις γυναίκες και τα παιδιά που χάθηκαν στο Φαρμακονήσι και δεν είχαν την τύχη να ταλαιπωρηθούν στη χώρα μας παλεύοντας με τη δαιδαλώδη και αργοκίνητη γραφειοκρατία του ασύλου και τον βαθύ θεσμικό μας ρατσισμό. Να αναλογιστούμε τις γκρίζες ζωές των εκατοντάδων κρατουμένων στις Αμυγδαλέζες. Γι’ αυτές (και άλλες ακόμα) ζωές φοβάμαι πως δεν λογοδοτεί, προς το παρόν, κανείς. Αυτοί οι άνθρωποι εξευτελίζονται, βασανίζονται, υποφέρουν, τελικά σκοτώνονται, με την απώλεια της ζωής τους να αποτελεί ουδέτερο συμβάν, γυμνό από ευθύνες, έκθετοι ακόμα και στη λοιδορία μεγαλοδημοσιογράφων ή πολιτευτών που δεν τους σέβονται ούτε στον θάνατο. Απλώς «χάνονται», χωρίς να φταίει κανείς, χωρίς να βρίσκεται ποτέ ο «υπεύθυνος»· αν δεν κατηγορηθούν κιόλας πως φταίνε οι ίδιοι. (Θυμάται κανείς, αλήθεια, το σχόλιο του Γιάννη Πρετεντέρη για τους πνιγμένους στο Φαρμακονήσι;)

Επομένως, υπ’ αυτές τις συνθήκες, δεν φαντάζει καθόλου υπερβολή να ισχυρίζεται κανείς πως στην Ελλάδα υπάρχουν σήμερα ζωές που μπορούν να ταλαιπωρηθούν βάναυσα, να χτυπηθούν, τελικά να φονευτούν με ατιμωρησία. Ζωές γυμνές, ή σχεδόν γυμνές. Είναι στις γκρίζες ζώνες της νεοφιλελεύθερης θανατοπολιτικής, στα υδάτινα σύνορά μας, στις Αμυγδαλέζες, στις φυλακές «τύπου Γ», στις γειτονιές της Αθήνας που χρήζουν «ανακατάληψης» με οιονεί πολεμικούς όρους, σε αστυνομικά τμήματα βασανισμών, που οι ζωές των εκάστοτε «επικίνδυνων άλλων» (μια κατηγορία που μπορεί να κατασκευάζεται και να διευρύνεται κατά το δοκούν) μπορούν να απογυμνώνονται από κάθε αξιοπρέπεια, κάθε δικαιωματική θωράκιση, και να τους στερείται το αξιοβίωτο, τελικά η ίδια η βιολογική ύπαρξη.

Ο Michel Foucault περιέγραφε στις περίφημες διαλέξεις του στο Collège de France τη ναζιστική βιοπολιτική των στρατοπέδων συγκέντρωσης ως ιδιότυπη τεχνική ενίσχυσης του κοινωνικού σώματος, το οποίο αποκαθαίρεται, καθίσταται πιο υγιές και ρωμαλέο, μέσω της εκρίζωσης του κομματιού του εκείνου που «νοσεί». Αν ο παραλληλισμός φαντάζει εδώ εξωφρενικός, ας διερωτηθούμε: αλήθεια, πόσους επικίνδυνους άλλους, πόσα μιασματικά σώματα έχει αναδείξει η πολιτική εξουσία τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα και σε ποιο βαθμό η κοινωνία μας συναινεί στη βιοπολιτική της «κάθαρση»; Για να το θέσω αλλιώς, αν τα τελευταία χρόνια στέκουμε σε ένα μεταίχμιο, όπου χάνονται ή κουρελιάζονται ζωές χωρίς ευθύνες, χωρίς λογοδοσία, ποιας εξουσίας και ποιου υποκειμένου το όνομα εξηγεί καλύτερα αυτή την κατάσταση; Οι μερικές εμπειρίες του καθενός και της καθεμιάς μας, όπως και οι περιοδικές «εκρήξεις ανησυχίας» στη δημόσια σφαίρα, των οποίων γινόμαστε μάρτυρες και κάποτε εύκολοι θεατές, μπορούν να δώσουν από μόνες τους μια πρώτη απάντηση σε αυτές τις απορίες. Το πραγματικά δύσκολο ωστόσο ερώτημα παραμένει, και είναι το «τι κάνουμε;» μπροστά στην υπό διαμόρφωση συνθήκη.

Εν είδει μερικής, και σίγουρα όχι αρκετής, απάντησης, θα αρκεστώ στο εξής: Απέναντι στο ζοφερό καθοδικό σπιράλ στο οποίο έχουμε εισέλθει, με τα περιστατικά να πυκνώνουν και μαζί τους να ενισχύεται και η «ανεκτικότητά» μας, το ζητούμενο σε πρώτο χρόνο συμπυκνώνεται στην υπεράσπιση του νεωτερικού κεκτημένου, της παράδοσης του ταλαιπωρημένου «κράτους δικαίου», έστω αυτού του αστικού, ως βασικού εγγυητή στοιχειωδών δικαιωμάτων, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ανθρώπινης ζωής. Εδώ που στεκόμαστε, αυτή η (φαινομενικά) μετριοπαθής κίνηση φαντάζει τελικά πιο απαραίτητη και επείγουσα από ποτέ, ακόμα και ριζοσπαστική. Ταυτόχρονα, οφείλουμε να αγωνιστούμε σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο ώστε να μη συνηθίσουμε την καθημερινή εκτροπή ως νέα κανονικότητα· να διατηρήσουμε μια δημοκρατική εγρήγορση αλληλεγγύης, τελικά ανθρωπιάς. Γιατί είναι ακριβώς η συνήθεια και η ανοχή, που μπορούν πάντα να δίνουν κι άλλο χώρο στον κρατικό αυταρχισμό, αλλά και τον ναζιστικό ζόφο.

 6.12.2014

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 20 (12.2014)