για την υπεράσπιση ενός ριζοσπαστικού δημοκρατικού ευρω-σκεπτικισμού*

 

Ζητείται επανεκκίνηση της ΕΕ που θα συμπεριλάβει με τρόπο ουσιαστικό τους
λαούς της Ένωσης και θα οδηγήσει σε μια γενναία αναδιανομή πλούτου και εξουσίας

 

Γιώργος Κατσαμπέκης

 

Η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα αναμφισβήτητα σε μια από τις πιο κρίσιμες ιστορικά στιγμές της. Βρίσκεται σε μεταίχμιο. Καταλαβαίνω πως θα μειδιά κανείς μπροστά σε τούτη τη μάλλον κλισέ φράση, ωστόσο συνιστά πραγματικότητα με την οποία οφείλουμε να αναμετρηθούμε, και μάλιστα άμεσα. Στον χώρο που έχω στη διάθεσή μου δεν μπορώ βεβαίως να αναπτύξω το ζήτημα σε όλες του τις διαστάσεις, οπότε αναγκαστικά θα περιοριστώ εδώ σε μια πολύ συγκεκριμένη του πτυχή, η οποία νομίζω πως αντανακλά και ποικίλες άλλες παθογένειες του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.

Γνωρίζουμε λοιπόν πως η Ευρωπαϊκή Ένωση, από τις απαρχές της, πάει χέρι χέρι με ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα: το λεγόμενο «δημοκρατικό έλλειμμα». Όντας μια κίνηση των ελίτ, ένα πρότζεκτ από «τα πάνω», βρέθηκε, με άλλα λόγια, αντιμέτωπη με το πρόβλημα της έκφρασης της λαϊκής κυριαρχίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο και της δημοκρατικής νομιμοποίησης της εξουσίας των «Βρυξελών»· πρόβλημα που αποκτούσε μεγαλύτερη σημασία και ορατότητα όσο το ευρωπαϊκό θεσμικό οικοδόμημα αποκτούσε αυξημένη ισχύ και μια σχετική αυτονομία έναντι των κρατών-μελών. Όσο βεβαίως διανύαμε περιόδους σχετικής οικονομικής ευημερίας και σταθερότητας, το πρόβλημα δεν αποκτούσε εκρηκτικές διαστάσεις. Μετά το ξέσπασμα της κρίσης ωστόσο και με την πύκνωση του ιστορικού χρόνου, το πρόβλημα αναδείχτηκε πιο επίκαιρο και ουσιαστικό από ποτέ.

Απέναντι σε αυτή την πρωτόγνωρη κρίση, οι συνέπειες της οποίας έδειχναν για πρώτη φορά να συνιστούν απειλή για την ίδια την αναπαραγωγή του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, οι ευρωπαϊκές ελίτ επέλεξαν την παρέμβαση με όρους «έκτακτης ανάγκης» και όχι με όρους «δημοκρατικού άλματος». Αντί να ανοίξουν δηλαδή το πεδίο της ευρωπαϊκής πολιτικής στους λαούς και στους πολίτες της Ένωσης –καθιστώντας τους συμμέτοχους και συνυπεύθυνους–, επέλεξαν την περαιτέρω αυτονόμησή τους σηκώνοντας τείχη απέναντι στην ευρωπαϊκή κοινωνία. Αντί να στρέψουν το βλέμμα προς τους πολίτες, το έστρεψαν προς τις αγορές. Θα θυμάστε ίσως τις πιέσεις προς τους πολιτικούς δρώντες στην Ελλάδα και την Ιταλία –που εντέλει ευοδώθηκαν– για το πέρασμα σε κυβερνήσεις τεχνοκρατών, ώστε να «ηρεμήσουν οι αγορές».

Η ίδια η ιστορία της Ε.Ε. άλλωστε δεν έχει να επιδείξει και τα λαμπρότερα παραδείγματα δημοκρατικών συμμετοχικών διαδικασιών. Κάποια καχυποψία μάλιστα απέναντι στην έννοια της λαϊκής κυριαρχίας εντοπίζεται και στην ιστορική της μήτρα, στις ιδέες ενός εκ των πατέρων της, του Ζαν Μονέ, ο οποίος, όπως μας περιγράφει ο Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, «προτιμούσε “οι αποφάσεις να λαμβάνονται ομόφωνα από μια ελίτ” χωρίς τη συμμετοχή των κοινοβουλίων και των πολιτών, ενώ θεωρούσε τα δημοψηφίσματα άσκοπα». Όπως «εξίσου ανάξιο λόγου θωρούσε και το ευγενές επινόημα της λαϊκής κυριαρχίας».1 Να σας θυμίσω επίσης ότι η Ε.Ε. δεν έχει ιδιαίτερα ευχάριστη εμπειρία με τα δημοψηφίσματα, αφού δεν ήταν λίγες οι φορές που στο πολύ πρόσφατο παρελθόν βρέθηκε μπροστά σε αρνητικές ετυμηγορίες από λαούς της Ευρώπης που μπλόκαραν συγκεκριμένες κεντρικές επιλογές (βλ. πρόσφατα δημοψηφίσματα στη Γαλλία, την Ολλανδία, την Ιρλανδία). Φρόντισε ωστόσο αμέσως είτε να παρακάμψει την εκάστοτε λαϊκή βούληση, μεταφέροντας το βάρος της απόφασης στα επιμέρους εθνικά κοινοβούλια (Γαλλία, Ολλανδία), είτε να την εκβιάσει με δεύτερο δημοψήφισμα (Ιρλανδία)·2 υποβιβάζοντας έτσι στην πράξη μια κορυφαία δημοκρατική διαδικασία σε τυπικό επικυρωτικό μηχανισμό, που όταν δεν βολεύει, παρακάμπτεται.

Εξού και η εξίσου αρνητική –σε βαθμό υστερίας– υποδοχή της πρότασης του Έλληνα πρώην πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου για δημοψήφισμα πάνω στη νέα δανειακή σύμβαση το 2011 (χωρίς να κρίνουμε εδώ τις προθέσεις του πρώην πρωθυπουργού). Η πρόταση για προσφυγή στη λαϊκή βούληση έγινε τότε δεκτή με αγωνιώδεις κραυγές για «βόμβα στα θεμέλια της Ευρώπης», για «απαράδεκτους λαϊκισμούς» του Παπανδρέου· έγινε λόγος ακόμα για ανεξήγητη παρανοϊκή πολιτική συμπεριφορά και άλλα συναφή.

Το συγκεκριμένο συμβάν ωστόσο δεν ήταν αντίδραση της στιγμής στο πλαίσιο κινήσεων πανικού αλλά δομικό κομμάτι μιας συγκεκριμένης και τελικά συνεπούς στάσης. Καθ’ όλη την πορεία της κρίσης άλλωστε, οι επικεφαλής της Ευρώπης δεν έδιναν διόλου την εντύπωση ισότιμου και αλληλέγγυου εταίρου απέναντι στην Ελλάδα και την υπόλοιπη «απείθαρχη» ευρωπαϊκή περιφέρεια. Απεναντίας, υιοθέτησαν και διατήρησαν ένα έντονα τιμωρητικό ύφος, μια διάθεση «άγριας πειθάρχησης», όπως το θέτει εύγλωττα ο διευθυντής της Monde Diplomatique Σερζ Αλιμί, σε πρόσφατο άρθρο του. Αυστηρά προγράμματα «δομικών προσαρμογών», προβλέψεις και δείκτες ώστε να υπολογιστεί και η τελευταία λεπτομέρεια. Και όταν τα προγράμματα αποτυγχάνουν ή τα νούμερα πέφτουν έξω; Και πάλι στο στόχαστρο η εκάστοτε άτακτη χώρα «ασθενής», επειδή δεν επέδειξε τον απαιτούμενο ζήλο και την πυγμή για τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις. Επιπλήξεις που εκφράζονται με τις «κίτρινες» και τις «κόκκινες» κάρτες στις αξιολογήσεις των σχετικών προγραμμάτων ή με (ημιεπίσημα) δελτία τύπου που εκφράζουν την «έντονη ανησυχία» της Κομισιόν. Σε καμιά χώρα ωστόσο δεν γίνεται αυστηρή σύσταση π.χ. για τους δείκτες της ανεργίας, ή για την πρόσβαση των πολιτών της σε δομές υγείας και περίθαλψης, ή σε δομές εκπαίδευσης. Αυτοί οι «δείκτες», βλέπετε, δεν συνιστούν «όρους σύγκλισης», ούτε βρήκαν θέση στο σύμφωνο σταθερότητας.

 

Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο νομίζω πως οφείλει κανείς να αναγνωρίσει σήμερα το μεγάλο χάσμα που χωρίζει τους ηγέτες της Ευρώπης –το «γλυκό τέρας» της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας, κατά τον Εντσενσμπέργκερ– από τους λαούς της. Αυτή η απόσταση συνδέεται στενά και με τη διάχυση μιας μεταδημοκρατικής κουλτούρας στο επίπεδο των ελίτ, οι οποίες δείχνουν να τρέμουν τη βούληση των λαών τους, να δυσανασχετούν με τη διαφωνία και την κριτική, να απωθούν τελικά την ίδια την πολιτική. Οι δύο κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις στην Ευρώπη σήμερα, Κεντροαριστερά και Κεντροδεξιά, έχουν συγκλίνει πλέον σε τέτοιον βαθμό που οδηγούν την Ευρώπη σε ένα μονοδιάστατο σύστημα «καρτέλ», έναν αυτοεξυπηρετούμενο και έντονα αυτοαναφορικό μηχανισμό, υπεράνω πολιτικών ανταγωνισμών, υπεράνω αμφισβήτησης.

Είναι ενδεικτικό επ’ αυτού το γεγονός ότι η πιο αμήχανη στιγμή σε πρόσφατο ντιμπέιτ μεταξύ των δύο φαβορί υποψηφίων για την προεδρία της Κομισιόν, του συντηρητικού Ζαν-Κλωντ Γιουνκέρ και του σοσιαλδημοκράτη Μάρτιν Σουλτς, προέκυψε όταν ερωτήθηκαν «Τι είναι αυτό που διακρίνει τον έναν από τον άλλο»· τη μία πολιτική εναλλακτική από την άλλη. Η αμήχανη, αλλά και πηγαία απάντηση από τη μεριά του σοσιαλδημοκράτη Σουλτς ήταν «δεν ξέρω τι είναι αυτό που μας διακρίνει… ο υποψήφιος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (Γιουνκέρ) είναι πολύ κοντά στο πρόγραμμά μου […]», επιβεβαιώνοντας την ασφυκτική απουσία εναλλακτικών επιλογών στο επίπεδο της ευρωπαϊκής πολιτικής.

Ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον όμως έχει να δούμε τι είναι αυτό που καθορίζει αυτούς τους συγκλίνοντες πολιτικούς χώρους απέναντι στους κοινούς τους αντιπάλους. Όπως οι ίδιοι το έθεσαν σε πολύ πρόσφατη κοινή τους συνέντευξη, πρωταρχική τους μέριμνα σήμερα για την Ευρώπη είναι να ορθώσουν ένα «κοινό μέτωπο ενάντια στον λαϊκισμό»! Θα περίμενε κανείς να ακούσει για κοινό μέτωπο ενάντια στην φτώχεια και την ανεργία που λαμβάνουν εφιαλτικές διαστάσεις στην ευρωπαϊκή περιφέρεια, ή για μέτωπο ενάντια στον ρατσισμό και την ξενοφοβία, που απειλούν με διαλυτικές από τα μέσα τάσεις την Ευρώπη. Ο «λαϊκισμός» ωστόσο δείχνει προτιμότερος –είναι μάλιστα από τους αγαπημένους μπαμπούλες της ευρωπαϊκής ελίτ– γιατί μπορεί συνοπτικά να τσουβαλιάσει μαζί με την ακροδεξιά αμφισβήτηση και την αριστερή κριτική (τον αριστερό ευρωπαϊσμό), η οποία μόλις τα τελευταία χρόνια αποκτά το δικό της momentum γύρω από πολιτικά κόμματα όπως το γαλλικό Μέτωπο της Αριστεράς ή η γερμανική Αριστερά, που δεν απορρίπτουν την Ευρώπη, αλλά διεκδικούν τη ριζική δημοκρατική της ανανέωση· μια επανεκκίνηση που θα συμπεριλάβει με τρόπο ουσιαστικό και δημιουργικό τους λαούς της Ένωσης και θα οδηγήσει σε μια γενναία αναδιανομή πλούτου και εξουσίας. Δεν δίνεται ωστόσο ο απαραίτητος χώρος για να εκδιπλωθεί μια τέτοιου προσανατολισμού κριτική, ούτε λαμβάνονται σοβαρά υπόψη οι κριτικές ενστάσεις της ευρωπαϊκής Αριστεράς. Και έτσι η πολιτική αντιπαράθεση των «φαβορί» περιορίζεται στις δοσολογίες «κοινωνικής ευαισθησίας» στο πλαίσιο του ίδιου ακριβώς οικονομικοπολιτικού μοντέλου.

Με αυτόν τον τρόπο, με τη μεταδημοκρατική σύγκλιση των κυρίαρχων δυνάμεων της Ευρώπης στο νεοφιλελεύθερο κέντρο (με ή χωρίς «κοινωνική ευαισθησία») και την απώθηση της διαφωνίας, προσφέρεται σχεδόν αμαχητί το πεδίο της κριτικής στις δυνάμεις της Ακροδεξιάς, που μπορούν να υποστηρίζουν πως συνιστούν τη μόνη εναλλακτική απέναντι στο κυρίαρχο μοντέλο, συναρθρώνοντας ιδιότυπα υβρίδια που πλέκουν τον προνοιακό σοβινισμό με την ξενοφοβία/ισλαμοφοβία, και όψεις ενός νέου κρατικού προστατευτισμού/απομονωτισμού με το αρχέτυπο του εθνικισμού – όπως έχει περιγραφεί πρόσφατα, μεταξύ άλλων, και από τη Βελγίδα θεωρητικό Σαντάλ Μουφ.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται ο ρόλος και η ανάγκη μιας ριζοσπαστικής κριτικής στάσης απέναντι στη σημερινή δομή και λειτουργία της Ε.Ε., η οποία θα αντιμάχεται και θα «ισορροπεί» τον «ευρωσκεπτικισμό» της Ακροδεξιάς, ο οποίος στην ουσία του συνιστά τελικά ευρωαρνητισμό. Με άλλα λόγια, για να είμαστε ευρωπαϊστές ή «περισσότερο Ευρωπαίοι» σήμερα, οφείλουμε ταυτόχρονα να είμαστε σε έναν βαθμό και ευρωσκεπτικιστές. Ευρωσκεπτικιστές όχι απέναντι στην ευρωπαϊκή ιδέα γενικά και αόριστα, αλλά απέναντι σε τούτη τη συγκεκριμένη αποκρυστάλλωση δομών, λειτουργιών και σχέσεων εξουσίας που, σύμφωνα και με τον ιδιαίτερα μετριοπαθή Γερμανό διανοούμενο του Τρίτου Δρόμου Ούλριχ Μπεκ, θυμίζουν περισσότερο «Γερμανική Ευρώπη» παρά Ευρωπαϊκή Ένωση· σχεδόν πολιτικό «τέρας». Μια Ε.Ε. ουσιωδώς μεταδημοκρατική –αν όχι αντιδημοκρατική– σύμφωνα και με τον «τελευταίο Ευρωπαίο», τον Γιούργκεν Χάμπερμας. Και επιμένω στον όρο ευρωσκεπτικιστές εδώ, όχι για να παραπέμψω σε μια μορφή ευρωαρνητισμού, όπως θα το ήθελε ο κυρίαρχος λόγος –στην προσφιλή του τακτική να τσουβαλιάζει μαζί με την ακροδεξιά και την αριστερή κριτική–, αλλά με την αυστηρή του έννοια: την έννοια της διατήρησης της αμφισβήτησης απέναντι σε καθετι που αξιώνει το κύρος του αντικειμενικού ή του απόλυτου, του παγιωμένου. Γιατί η Ευρώπη δεν συνιστά σταθερή και αναλλοίωτη στον χρόνο ουσία, μαρμαρωμένη υπόσταση, αλλά ανοιχτό πολιτικό σχέδιο, πεδίο διαμάχης και διαρκές διακύβευμα, διηνεκές εγχείρημα για τη συνάρθρωση των αντιφάσεών της.

Έτσι νομίζω υπερασπιζόμαστε καλύτερα και το πνεύμα του (πολύ ταλαιπωρημένου) ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, για τον οποίο γίνεται συχνά λόγος, αφήνοντας ωστόσο επιμελώς απέξω ακριβώς αυτό το βασικό του στοιχείο: την ακούραστη αμφισβήτηση και την κριτική εγρήγορση, η οποία συνιστά άλλωστε και τη μαγιά για κάθε δημοκρατικό εγχείρημα.

  

Το κείμενο αυτό αποτέλεσε τη βάση για τη σχετική ομιλία στην εκδήλωση του ΧΡΟΝΟΥ και των εκδόσεων Νεφέλη στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Θεσσαλονίκης με θέμα Quo Vadis Europa?, στις 9 Μαΐου 2014.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 13 (05.2014)