τι μπορεί, τελικά, να λεχθεί;

 

Γιάννης Τσίρμπας

Χριστόπουλος, Δ. (επιμ.) (2015), Όλα μπορούν να λεχθούν ή υπάρχουν εκείνα
που δεν λέγονται
, Αθήνα: Εκδόσεις Βιβλιόραμα

 

Η αφορμή για το συλλογικό τόμο Όλα μπορούν να λεχθούν ή υπάρχουν εκείνα που δεν λέγονται ήταν οι επιθέσεις στο Charlie Hebdo στο Παρίσι, το Γενάρη του 2015, ενώ η ολοκλήρωση της έκδοσης συνέπεσε με την επίθεση της 13ης Νοεμβρίου στο Παρίσι. Το παρόν κείμενο δε, συμπίπτει, σχεδόν, με την υπόθεση του θεατρικού έργου Ισορροπία του Nash που κατέβηκε από την Πειραματική σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, κατόπιν αντιδράσεων εξαιτίας του γεγονότος ότι το κείμενο της παράστασης βασιζόταν και σε κείμενο του –φυλακισμένου για τρομοκρατικές ενέργειες– Σάββα Ξηρού. 

Τα ανωτέρω επιβεβαιώνουν ότι δεν υπάρχουν μόνο γεγονότα «μακράς διάρκειας», όπως χαρακτηρίζει τις επιθέσεις στο Charlie ο επιμελητής του τόμου Δημήτρης Χριστόπουλος, αλλά ότι υπάρχουν και μακράς διάρκειας και μεγάλης δυσκολίας συζητήσεις, ακριβώς όπως η συζήτηση για το τι μπορεί και τι δεν μπορεί να λεχθεί.

 

Η επιτελεστικότητα των λέξεων

Αφετηρία, προφανώς, της συζήτησης είναι το γεγονός ότι αναγνωρίζεται στις λέξεις μια μεγαλύτερη ή μικρότερη επιτελεστικότητα: «O λόγος κάνει πράγματα συχνά με μη προμελετημένες συνέπειες. Οι λέξεις είναι πράξεις», γράφει η Θάλεια Δραγώνα στη συμβολή της στον τόμο, στην παράδοση της Τζούντιθ Μπάτλερ, την οποία επιστρατεύουν και άλλα κείμενα, όπως εκείνο του Άκη Γαβριηλίδη. Το δε κείμενο της Πηνελόπης Πετσίνη μας θυμίζει ότι το ίδιο το Charlie Hebdo γεννήθηκε από ένα περιστατικό λογοκρισίας του Harakiri Hebdo, του προκατόχου του, το οποίο έκλεισε οριστικά από τις γαλλικές αρχές γιατί σατίρισε το θάνατο του Σαρλ Ντε Γκολ.

 

Η σημασία του πλαισίου

Όμως, η επιτελεστικότητα αυτή των λέξεων δεν είναι αδιαφοροποίητη και δεν πρέπει να κρίνεται ως τέτοια. Ο Νίκος Αλιβιζάτος θεωρεί πως για την κατάταξη ενός λόγου ως προκαλούντος βλάβη, πρέπει να ληφθεί καταρχάς υπόψη το πλαίσιο. Είναι διαφορετικό να πας να μοιράσεις, γράφει, το Charlie σε ένα τζαμί από ό,τι σε μια κεντρική παρισινή λεωφόρο. Επίσης, σημασία έχει ο αιφνιδιασμός, το κατά πόσο δηλαδή έχει κάποιος τη δυνατότητα να επιλέξει να μην εκτεθεί στο ερέθισμα, αλλά και ο βαθμός εξατομίκευσης της προσβολής. Όταν ο λόγος καταφέρεται εναντίον συγκεκριμένου προσώπου και όχι γενικά, όταν, πολύ περισσότερο, όπως γράφει ο Κωστής Παπαιωάννου, επιφέρει βία εναντίον συγκεκριμένου προσώπου, τότε ίσως πρέπει να σταθμίσουμε υπέρτερα αγαθά από την ελευθερία του λόγου. 

 

Το «ναι μεν αλλά»

Υπάρχει επίσης, διάχυτη στον τόμο, μια γενική κριτική στη λογική του «ναι μεν αλλά» που, κατά τον Αλιβιζάτο, είναι και η ποσοτικά κυρίαρχη στο δημόσιο λόγο σήμερα. Αυτά τα «αλλά», όπως συνοψίζει στο κεφάλαιό του ο Κωστής Παπαϊωάννου, είναι τρία: ναι μεν αλλά και το Charlie ήταν προκλητικό· ναι μεν αλλά και οι ηγεσίες που υποτίθεται ότι είναι Charlie παραβιάζουν συνεχώς δικαιώματα των πολιτών τους· ναι μεν αλλά η πολιτική της Δύσης ευθύνεται για την κατάσταση στις πατρίδες των τζιχαντιστών. Παρόλο όμως που τα περισσότερα κείμενα καταδικάζουν τη λογική του «ναι μεν αλλά», διαφοροποιούνται σε κάποιο βαθμό ως προς το διά ταύτα: η άποψη π.χ. του Αλιβιζάτου είναι ότι η ελευθερία της έκφρασης δεν μπορεί να υποχωρεί μπροστά στη θρησκευτική ελευθερία, με δεδομένες μόνο κάποιες επιβεβλημένες εξαιρέσεις αθέμιτου λόγου. Ο Δημήτρης Δημούλης, αντίστοιχα, τονίζει τη μεγάλη σημασία της βλασφημίας σε μια κοινωνία που επιδιώκει να είναι ελεύθερη. 

 

Η αυτολογοκρισία

Παράλληλα, σε αρκετά κείμενα τονίζεται η σημασία της αυτολογοκρισίας, η οποία είναι θεμέλιο του πολιτισμού, όπως γράφει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, άρα, ντε φάκτο, «δεν μπορούν όλα να λεχθούν». Ο Γιώργος Καραβοκύρης για παράδειγμα, σε ανάλογο πλαίσιο, γράφει πως «αν δεν υπήρχε κάποια ρύθμιση θα είχαμε γενικευμένο πόλεμο των λέξεων και των ερμηνειών». Ο Κωστής Κορνέτης, από την άλλη, υποστηρίζει ότι αυτό το second-guessing για το τι μπορεί να λεχθεί με βάση το αν θα προσβάλει κάποιους ή όχι μπορεί να καταλήξει ρατσιστικό, μια που διαχωρίζει τους ανθρώπους σε όσους μπορούν και σε όσους δεν μπορούν να πιάσουν το αστείο.

 

Οι συνέπειες των ρυθμίσεων και απαγορεύσεων

Καταγράφεται, ταυτόχρονα, μεγάλη επιφυλακτικότητα ως προς τις συνέπειες των όποιων ρυθμίσεων, απαγορεύσεων ή της θέσπισης ορίων: Ο Κωστής Καρπόζηλος, στη συμβολή του με τον εύγλωττο τίτλο «Με τη σιωπή ή με την προσβολή;» κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, αναφερόμενος και στο παράδειγμα της πολιτικής ορθότητας: η αυξανόμενη δημοφιλία του δικαιώματος της μη προσβολής κατασκευάζει έναν αποκαθαρμένο λόγο που διαβρώνει τα θεμέλια της δημοκρατίας. Από άλλη σκοπιά, στο ίδιο περίπου συμπέρασμα καταλήγει και ο Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος, ο οποίος, παρεμπιπτόντως, ασκεί κριτική στην τάση τμήματος της Αριστεράς για συμψηφισμούς: μας λέει ότι αν τελικά μέσα από όλα αυτά οδηγηθούμε σε ενίσχυση της ρητορικής περί ασφάλειας ή περί αδιαφοροποίητης δυτικής κοινότητας –ή ταυτότητας θα πρόσθετε κάποιος– θα οδηγηθούμε στα αντίθετα αποτελέσματα από τα επιθυμητά. Θα έχουμε, δηλαδή, εύκολα θύματα δίπλα μας, όπως γράφει η Έφη Γαζή. Και θα ενισχύσουμε τόσο την αποστροφή για τους περιθωριοποιημένους δίπλα μας, όσο και την ανάγκη μας για περισσότερους φράχτες, όπως επιχειρηματολογεί η Πηνελόπη Πετσίνη. Αν ο μέσος ευρωπαίος προσλαμβάνει το μέσο μουσουλμάνο ως τζιχαντιστή, θα ρίξουμε νερό στο μύλο του φανατισμού και θα ενισχύσουμε την κλιμάκωση που επιθυμούν οι πάσης φύσεως τζιχαντιστές, σύμφωνα με το Χριστόπουλο, γιατί έτσι και μόνον έτσι ενισχύουν τη θέση τους εντός της κοινότητάς τους, η οποία είναι ακόμα αδύναμη. Ενώ, ο Άκης Γαβριηλίδης καταλήγει ότι η απαγόρευση δεν είναι λύση γιατί τελικά, ακριβώς επειδή οι λέξεις είναι επιτελεστικές, πολλαπλασιάζει το δηλητήριο ή σπρώχνει πιο βαθιά το αγκάθι που υποτίθεται ότι θέλει να αφαιρέσει. Και υπογραμμίζει, επίσης, τα ούτως ή άλλως πενιχρά αποτελέσματα των απαγορεύσεων, όπου αυτές εφαρμόζονται. Αντιθέτως, προτείνει την ιδέα της Μπάτλερ για υπεξαίρεση-μεταστροφή του προσβλητικού λόγου. Όπως, δηλαδή, αυτό που έκανε μετά τις επιθέσεις η Εβραϊκή Γαλλική οργάνωση για την ειρήνη, αντικαθιστώντας το «είμαστε όλοι Charlie» με το «είμαστε όλοι μουσουλμάνοι», όπως παραθέτει στο κείμενό της η Θάλεια Δραγώνα.

 

Η δυτική υποκρισία

Ένα ακόμα σημείο που αναδεικνύεται από ορισμένα από τα κείμενα και που υπογραμμίζει τη συνθετότητα του θέματος είναι ότι συχνά η συζήτηση γύρω από το τι μπορεί να λεχθεί γίνεται σε ένα πλαίσιο όπου ισχύουν δυο μέτρα και δυο σταθμά, όπως γράφει ο Νίκος Μουζέλης ή γίνεται «α λα καρτ χρήση του Βολταίρου», σύμφωνα με τον Κορνέτη -και δεν μπορεί να μη σκεφτεί κανείς πόσο ταιριάζει η συγκεκριμένη φράση στα πρόσφατα γεγονότα του Εθνικού Θεάτρου. 

Ο Μουζέλης υποστηρίζει ότι τελικά τα ίδια τα σκίτσα του Σαρλί προωθούν το ρατσισμό, την ξενοφοβία και την εχθρότητα ενταντίον των μεταναστών. Και αναρωτιέται γιατί να τιμωρείται ο αντισημιτισμός ή η άρνηση της γενοκτονίας των Αρμενίων και όχι ο αντιισλαμισμός; Μήπως, αναρωτιέται, η ελευθερία της έκφρασης είναι απόλυτη εκεί που μας συμφέρει και λιγότερο απόλυτη εκεί που δεν μας συμφέρει; Τις αντιφάσεις μεγάλου μέρους της δυτικής προσέγγισης στο θέμα μάς υπενθυμίζει και η Πηνελόπη Πετσίνη με την αναφορά στο φωτογραφικό έργο οι «Γυναίκες της Αλγερίας», από τη δεκαετία του 1960: επαναστατημένες γυναίκες που φορούν όμως την οπισθοδρομική μαντήλα, εξαναγκασμένες σε φωτογράφηση από τον στρατιωτικό, αποικιοκράτη φωτογράφο που γίνεται στη συνέχεια διάσημος ακριβώς χάρη σε αυτές τις φωτογραφίες, τις οποίες ο ίδιος πλαισιώνει με προοδευτικό τρόπο. 

Κλείνοντας, η ανάγνωση των είκοσι δύο πολύ ενδιαφερόντων κειμένων του τόμου (για πρακτικούς λόγους γίνεται εδώ αναφορά μόνο σε ένα υποσύνολο αυτών), ειδικά υπό το πρίσμα των πρόσφατων σχετικών γεγονότων, εγχώριων και διεθνών, φωτίζει από πολλές σκοπιές τη διαχρονική συζήτηση σχετικά με τις θεμελιώδεις ελευθερίες, όπως αυτή της έκφρασης, και του πώς αυτές «συγκρούονται» μεταξύ τους σε περιόδους κρίσης ή μετά από κρίσιμα περιστατικά. Πρέπει εν τέλει να υπογραμμιστεί ότι δεν μπορεί η οργανωμένη απάντηση στο τι μπορεί να λεχθεί ή να παιχθεί στο θέατρο ή να εκδοθεί να βασίζεται σε πρόσκαιρες πολιτικές διαιρετικές τομές και να έχει δύο μέτρα και δύο σταθμά, παρόλο που, προφανώς, δεν μπορεί να παραγνωριστεί το γεγονός ότι οι κανόνες αντικατοπτρίζουν, σε μικρό ή μεγάλο βαθμό, τους συσχετισμούς δύναμης τη δεδομένη στιγμή.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 34 (2.2016)