το «μαύρο» στη δημοκρατία και το χρώμα της απάντησης

 

Σημειώσεις για την πολιτική της πυγμής
και για την (ζητούμενη) κοινωνική σπίθα δημοκρατικής ανανέωσης

 

Γιώργος Κατσαμπέκης

 

Μετά την αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ από την τρικομματική και την «αναθεμελίωση» (με τα πιο σαθρά υλικά) του παλιού δικομματισμού στο κυβερνητικό τιμόνι της χώρας, μπορούμε ίσως να πούμε ότι ένας ακόμα κύκλος συγκρούσεων και τριβών κλείνει, ενώ, απ’ ό,τι φαίνεται, ανοίγει ένας νέος, αυτή τη φορά όμως με νέους όρους, ακόμα πιο σκληρούς και οξείς. Το απειλητικό τελεσίγραφο του κ. Στουρνάρα προς τους εργαζομένους της Ε.Ρ.Τ. να εκκενώσουν άμεσα το κτίριο προϊδεάζει για τη γραμμή «διαλόγου» που προτίθεται να ακολουθήσει με τις βαλλόμενες κοινωνικές ομάδες από δω και πέρα η κυβέρνηση. Το γεγονός ότι την ίδια στιγμή οι εργαζόμενοι ενημερώνονται με άλλο έγγραφο πως εξακολουθούν να έχουν την ευθύνη διαφύλαξης των περιουσιακών στοιχείων της Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. και των θυγατρικών της, απλώς καταδεικνύει τον πλήρη παραλογισμό των «εξορθολογιστών» του διαχειριστικού άκρου. Ας κάνουμε όμως για την ώρα ένα βήμα πίσω και ας δούμε πώς φτάσαμε ώς εδώ.

 

Γιατί έκλεισε η Ε.Ρ.Τ.; 

Καταρχήν, γιατί απολύθηκαν αυτοί οι 2.656 εργαζόμενοι και έκλεισε η Ε.Ρ.Τ.; Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Έλληνα πρωθυπουργού, απολύθηκαν χάριν συμβολισμού, αφού κάποιες «έστω και συμβολικές, αποχωρήσεις» έπρεπε «να υπάρξουν και από το Δημόσιο». Απολύθηκαν μάλιστα από έναν πρωθυπουργό που δηλώνει ενάντια στις μαζικές απολύσεις στο Δημόσιο. Φανταστείτε να δήλωνε υπέρ! Η Ε.Ρ.Τ. έκλεισε επίσης επειδή δεν προωθούσε αρκετά το κυβερνητικό έργο, αφού φαινόταν να «βρίσκεται συνεχώς σε απεργία», σαμποτάροντας κάθε σημαντική επίσκεψη ξένου ηγέτη, μη δίνοντας χώρο στην εθνική (εικονική) αισιοδοξία που τόσο επίμονα προσπαθεί να καλλιεργήσει η κυβέρνηση. Εντούτοις, το κόμμα που μονομερώς και πραξικοπηματικά επέλεξε να κλείσει την ελληνική δημόσια τηλεόραση, την καταγγέλλει ταυτόχρονα ως «εξαρτημένη», «κομματικοκρατική» και «διαπλεκόμενη»… ενώ, απ’ ό,τι φαίνεται, τη θέλει απλώς κυβερνητική. Είναι το ίδιο κόμμα που, από κοινού με τον πιστό του εταίρο, το ΠΑ.ΣΟ.Κ., δηλώνει λιτανικά την πίστη του στη νομιμότητα και τους θεσμούς, μόνο για να κουρελιάσει κάθε έννοια δικαίου και να απαξιώσει πλήρως τους θεσμούς, κάθε φορά που το απαιτεί η εθνική «έκτακτη ανάγκη». 

Η Ε.Ρ.Τ. έκλεισε και επειδή οι υπάλληλοί της ήταν εστία φαυλοκρατίας και πελατειοκρατίας. Το πρωθυπουργικό «χιούμορ» έφτασε μάλιστα σε δυσθεώρητα ύψη, όταν στην προσπάθειά του να εμπλέξει και εδώ ως πηγή των δεινών της χώρας την Αριστερά, ο Α. Σαμαράς μας ενημέρωσε πως ΠΑ.ΣΟ.Κ. και Ν.Δ. διόριζαν μεν στην Ε.Ρ.Τ., αλλά διόριζαν «κυρίως ανθρώπους της Αριστεράς». Ανέλαβαν λοιπόν να την «εξυγιάνουν» οι βασικοί υπεύθυνοι των κομματικών διορισμών, οι οποίοι υποτίθεται πως έχουν πια μετανοήσει…

 

Ο τρόπος είναι το μήνυμα!

Η απαρίθμηση ακόμα μερικών κραυγαλέων αντιφάσεων στην αιτιολόγηση του κλεισίματος της Ε.Ρ.Τ. από τον πρωθυπουργό και τα όποια κυβερνητικά στελέχη ανέλαβαν την υπεράσπιση τούτης της επιλογής θα μπορούσε να γεμίσει αρκετές σελίδες, χωρίς απαραίτητα να οδηγεί στην εξαγωγή κάποιου ξεκάθαρου ή χρήσιμου συμπεράσματος. Ωστόσο ένα από τα σχετικά ασφαλή συμπεράσματα που μπορούμε να βγάλουμε είναι ότι έχουμε να κάνουμε με μια καθαρά πολιτική/στρατηγική επιλογή, μια επιλογή με σημαντικό συμβολικό βάρος, στην περίπτωση της οποίας ο τρόπος επιβολής φαίνεται να έχει ισάξια σημασία με το ίδιο το περιεχόμενο της απόφασης. Η πυγμή, με άλλα λόγια, που έδειξε η Ν.Δ. και ο πρωθυπουργός προσωπικά είναι το σημείο-κλειδί για την κατανόηση τούτης της επιλογής. «Ο τρόπος είναι το μήνυμα», για να παραφράσουμε τα γνωστά λόγια του Μάρσαλ Μακλούαν.

Η Ν.Δ. θέλει να εμφανιστεί ως ο πολιτικός σχηματισμός που «σπάει αυγά», που κάνει ένα γενναίο (δηλαδή «τσαμπουκαλίδικο») άλμα προς τα εμπρός, αφήνοντας πίσω τους αριστερούς «συντεχνιασμούς» και τους «ψευτοπροοδευτισμούς», και κυρίως τους «λαϊκισμούς». Τραβά ξεκάθαρες διαχωριστικές γραμμές και το κάνει με τρόπο εμφατικό. Αναβιώνει το σχήμα των «δύο Ελλάδων», του ΠΑ.ΣΟ.Κ. της εποχής Σημίτη, αλλά το αναβαπτίζει τώρα σε έναν υβριδικό ιδεολογικό αστερισμό που παντρεύει το εννοιολογικό οπλοστάσιο της παραδοσιακής εθνοκεντρικής (για να μην πούμε μετεμφυλιακής) Δεξιάς με εκείνο ενός σύγχρονου, ούλτρα νεοφιλελεύθερου τεχνοκρατισμού. (Η σύμφυση ακροδεξιού και νεοφιλελεύθερου άκρου αναδεικνύεται τώρα με τον πιο γλαφυρό τρόπο στη συνύπαρξη ενός Γιάννη Στουρνάρα με έναν Άδωνι Γεωργιάδη στο ίδιο υπουργικό συμβούλιο.) Έτσι μπορεί σήμερα η Ν.Δ. να οικειοποιείται με άνεση τα αντιθετικά ιδεολογικά σχήματα του εκσυγχρονιστικού ΠΑ.ΣΟ.Κ.: μέλλον αντί παρελθόντος, εξορθολογισμός αντί λαϊκισμού, αριστεία αντί μετριοκρατίας, ιδιωτική πρωτοβουλία και «επενδύσεις» αντί κρατικής/γραφειοκρατικής αρτηριοσκλήρυνσης κ.λπ., αναπαράγοντάς τα σχεδόν μηχανικά, σε συνθήκες νοηματικού κενού. Και ενώ αυτό που δηλώνεται πως «αφήνει πίσω» η Ν.Δ. είναι η «φαυλοκρατία» και ο «λαϊκισμός» της μεταπολίτευσης, εκείνο που απαξιώνεται στην ουσία είναι το κοινωνικό και δημοκρατικό κεκτημένο της περιόδου. Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να αποτιμηθεί και η έντονα αντιαριστερή τροπή του λόγου της Ν.Δ., με πολιορκητικούς κριούς τα ακροδεξιά της στελέχη και τον ίδιο τον πρωθυπουργό.

Η σημερινή ρητορική όμως του πρωθυπουργού και της Ν.Δ., πέρα από το στοιχείο της σιδερένιας πυγμής, δεν κομίζει τίποτε απολύτως το καινούριο σε επίπεδο πολιτικού/προγραμματικού περιεχομένου. Απλώς παροξύνει ιδεολογικούς κώδικες και ρηματικά μοτίβα τα οποία κατείχαν κεντρική θέση στον λόγο όλων λίγο-πολύ των ελληνικών κυβερνήσεων από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, προσδίδοντάς τους ένα όλο και πιο αυταρχικό και ακροδεξιό επίχρισμα. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η Ν.Δ. συγκροτεί σήμερα τον κατεξοχήν ριζοσπαστικό συντηρητικό πόλο του πολιτικού συστήματος, με το «σύμμαχο ΠΑ.ΣΟ.Κ.», πλήρως απαξιωμένο, μόνο να ενισχύει περαιτέρω τούτο τον προσανατολισμό. (Συντηρητικό γιατί δεν προτάσσει καμία –μα καμία– ουσιαστική εναλλακτική ως προς το κυρίαρχο, πλην αποτυχημένο και διαρκώς αποτυγχάνον, νεοφιλελεύθερο μοντέλο απορρύθμισης· και ριζοσπαστικό γιατί επιλέγει τον δρόμο της αυτονόμησης της ίδιας της πυγμής των αποφάσεων, της εξουσίας επί της γυμνής ζωής, τον δρόμο τελικά της ευθείας σύγκρουσης με την κοινωνία, αγνοώντας πλήρως τη μέριμνα για την απόσπαση μιας μίνιμουμ συναίνεσης από τη βάση.)

 

Η Ν.Δ. ως άξονας βεβαιότητας/πυγμής;

Η στρατηγική αυτή πιθανότατα επελέγη υπό την προσδοκία συγκεκριμένων ωφελειών. Η πιο προφανής, ίσως παράδοξη, προσδοκώμενη ωφέλεια πιθανότατα έχει να κάνει με τη δημιουργία ενός «πόλου βεβαιότητας». Τι εννοώ; Στη μνημονιακή πολιτική έρημο της τελευταίας τετραετίας, όπου κανόνας έχει καταστεί η πλήρης αθέτηση των προγραμματικών υποσχέσεων και των προεκλογικών σχεδίων εκ μέρους των κομμάτων που καλούνται να κυβερνήσουν, καταβαραθρώνοντας το πολιτικό κύρος και διαλύοντας τις σχέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ ψηφοφόρων και κοινοβουλευτικών αντιπροσώπων, ο Σαμαράς επιχειρεί να παρουσιάσει τη Ν.Δ. ως το κόμμα που όχι μόνο «λέει» αλλά και «πράττει». Και «πράττει» δηλώνοντας έναν πολύ συγκεκριμένο προσανατολισμό, αφού όλες οι περιπτώσεις στις οποίες η Ν.Δ. «μιλάει με έργα» και πυγμή είναι εντονότατα ιδεολογικοποιημένες: 1. κατάργηση του νόμου περί ιθαγένειας, 2. ακύρωση του αντιρατσιστικού νόμου, 3. κλείσιμο της Ε.Ρ.Τ. Όλες τους, αποφάσεις που επιβλήθηκαν «μονομερώς» και με αιτιολόγηση που αναδίδει έντονο το άρωμα του αυταρχισμού, του εθνικισμού, αλλά και μιας βαθιά αντιδημοκρατικής λογικής.

Έτσι, η Ν.Δ. επιχείρησε να αυτοπαρουσιαστεί ως εκείνο το πολιτικό υποκείμενο που «ό,τι λέει το κάνει», που δεν υποχωρεί. Ο αποδέκτης του μηνύματός της βεβαίως ήταν ένα πολύ περιορισμένο ακροατήριο. Στον λόγο της πρακτικά απουσιάζει η αναφορά σε όλους τους Έλληνες και τις Ελληνίδες, σε ολόκληρο το κοινωνικό σώμα, η καθολική απεύθυνση δηλαδή που συνηθίζεται στα κυβερνητικά κόμματα, ενώ κεντρική θέση καταλαμβάνει τώρα μια πολύ συγκεκριμένη Ελλάδα, η «δική της» Ελλάδα, εκείνη που την ενδιαφέρει. Την «άλλη» Ελλάδα, την «Ελλάδα των βολεμένων», την έχει ήδη ξεγράψει, την πολεμά με τον πιο ρητό τρόπο, επιχειρώντας μάλιστα πρόδηλα να την καταστήσει βορά στην αρένα των κοινωνικών αυτοματισμών· οι οποίοι, ευτυχώς, δεν είναι πλέον τόσο «αυτόματοι». Με αυτούς ακριβώς τους όρους μπορεί να δηλώνει ο πρωθυπουργός την πίστη και την αφοσίωσή του στην «άλλη Ελλάδα» που εκπροσωπούν οι βραβευμένοι «άριστοι» και «καινοτομούντες» του Ε.Β.Ε.Α., στην Ελλάδα της επιχειρηματικότητας, «της ανταγωνιστικότητας […] και της εξωστρέφειας».

Ως κομμάτι τούτης της αφήγησης, το κλείσιμο της Ε.Ρ.Τ. μόνο ως κεραυνός εν αιθρία δεν ήρθε. Ενισχύει πάντως ακόμα περισσότερο την υπόθεση ότι η σημερινή έντονα ηγετοκεντρική Ν.Δ. έχει συνειδητά αναλάβει τον ρόλο του συντηρητικού/δεξιού πόλου του πολιτικού συστήματος, ερχόμενη σε ευθεία ρήξη με τον μετριοπαθή κεντρισμό του «μεσαίου χώρου» που εκπροσωπούσε κάποτε υπό τον Κώστα Καραμανλή.

 

Μετά τη μεταδημοκρατία: η (ακρο)δεξιά σκλήρυνση του συντηρητικού πόλου

Η ανάληψη τούτου του ρόλου δεν συνιστά καθαυτήν ανησυχητικό σημάδι και ήταν μάλλον ξεκάθαρη ήδη από τις εσωκομματικές εκλογές της Ν.Δ. το 2009. Σε ορισμένο βαθμό, η επαν-υιοθέτηση από τη Ν.Δ. μιας σκληρής δεξιάς ταυτότητας θα μπορούσε να είναι καλοδεχούμενη ως δείγμα εξόδου από το μεταδημοκρατικό τέλμα στο οποίο πλέουμε τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο η απάρνηση του μεταδημοκρατικού κέντρου εκ μέρους της Ν.Δ. δεν ευνοεί τη γέννηση μιας ανανεωμένης δημοκρατικής και αγωνιστικής δημόσιας σφαίρας, όπου Δεξιά και Αριστερά καλούνται να συγκρουστούν πολιτικά και ιδεολογικά ενστερνιζόμενες ένα κοινό πλαίσιο αρχών και προϋποθέσεων, αφού η Ν.Δ. υιοθετεί έναν πρωτόγνωρο για τα μεταπολιτευτικά δεδομένα διχαστικό και αυταρχικό λόγο που ανακινεί δυνάμει εξωπολιτικά ή αντιπολιτικά πάθη, στη βάση μιας εθνοκεντρικής/ηθικιστικής απαξίωσης του αντιπάλου· σχεδόν οποιουδήποτε αντιπάλου. Για τον πρωθυπουργό και τη Ν.Δ., ο βασικός της αντίπαλος, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α., «μισεί τη χώρα», ενώ όλοι όσοι αντιτίθενται στις επιλογές της συγκροτούν τη «συμμαχία των βολεμένων», εκείνων που φωνάζουν μόνο «για τα προνόμιά τους». «Αλλά συμβιβασμό με τους “βολεμένους”», όπως σημειώνει ο πρωθυπουργός, «δεν μπορούμε να κάνουμε». Τι πολιτικό διάλογο να κάνεις αλήθεια με τους διεφθαρμένους; Τους φαύλους; Εκείνους που στο κάτω κάτω «μισούν τη χώρα»; Εκείνους που μας οδηγούν στην καταστροφή;

Αυτό που συμβαίνει, με άλλα λόγια, είναι ότι η Ν.Δ. δεν αναγνωρίζει στην αντίπερα πολιτικοκοινωνική όχθη κάποιον νομιμοποιημένο (αριστερό, κεντροαριστερό ή έστω προοδευτικό) πόλο/αντίπαλο με τον οποίο να μπορεί να συγκρουστεί/διαλεχθεί πολιτικά. Η Ν.Δ. δεν αντιπαλεύει, δεν συνδιαλέγεται πολιτικά αλλά εχθρεύεται, δεν συμβιβάζεται αλλά «τσακίζει» με σιδερένια πυγμή τη διαφωνία. Κινείται στη λογική τού «είτε είστε μαζί μας είτε εναντίον μας», όπου το «μαζί μας» ταυτίζεται με τη σωτηρία του έθνους και το «εναντίον μας» ισοδυναμεί με εθνική καταστροφή (ή τανκς, όπως υπονόησε ο υπουργός Οικονομικών Γ. Στουρνάρας). Η στυγνή μάλιστα αυταρχικότητα των μεθόδων της θα μπορούσε άμεσα να καταστεί ακόμα σκληρότερη, αφού, σύμφωνα με ιδιαίτερα προβεβλημένο τηλεοπτικά στέλεχος της παράταξης και τώρα υπουργό, η Ν.Δ. πρέπει «να γίνει λίγο Ερντογάν» και να «καθαρίσει» με αντίστοιχο τρόπο «την αριστερή φασιστοπαρέα που κάνει ό,τι…».

 

Η ελπίδα στο προαύλιο

Υπάρχει άραγε ελπίδα δημοκρατικής/προοδευτικής διεξόδου απέναντι στον αναδυόμενο (και δυνάμει διευρυνόμενο) νεοσυντηρητικό αστερισμό που επιχειρεί να παγιώσει η Ν.Δ., με τη βοήθεια των μεγαθηρίων της ενημέρωσης που πανηγυρίζουν το γεγονός ότι ο Σαμαράς «διαθέτει την απαραίτητη πυγμή για να πάρει εξαιρετικά δύσκολες αποφάσεις», αλλά και με τη βοήθεια ενός καταρρέοντος ΠΑ.ΣΟ.Κ. που μάλλον ταυτίζει τον κύκλο ζωής αυτής της κυβέρνησης με τον ορίζοντα επιβίωσής του; Νομίζω πως ναι. Προεικονίσεις τούτου του ευρύτερου λαϊκού/δημοκρατικού πόλου ενάντια στον (ακρο)δεξιό νεοσυντηρητισμό και το τέλμα της νεοφιλελεύθερης σκλήρυνσης μπορούν ξεκάθαρα να ανιχνευτούν στο προαύλιο του Ραδιομεγάρου στην Αθήνα, στις πρώτες εβδομάδες ακούραστης συμπαράστασης, αλλά και στην άρθρωση γενικότερα των προγραμμάτων της ελεύθερης «πειρατικής» Ε.Ρ.Τ., η οποία ήδη συναντιέται με τα πιο σημαντικά κοινωνικά κινήματα στη χώρα, από τις Σκουριές και τη ΒΙΟ.ΜΕ. μέχρι τον αγώνα ενάντια στην ιδιωτικοποίηση του νερού και το αντιρατσιστικό κίνημα. Στις σχέσεις αλληλεγγύης, συνεργατικότητας και αυτοδιαχείρισης που ξεπήδησαν αυθόρμητα σε έναν χώρο που μέχρι χθες δεν ήταν διόλου εξοικειωμένος με τέτοιες πρακτικές. Στις ελεύθερες και δημιουργικές φωνές των δημοσιογράφων που έμοιαζαν να περίμεναν καιρό να ορθώσουν το ανάστημά τους. Στη συγκινησιακή φόρτιση και τα δάκρυα του πολυποίκιλου πλήθους που έσπευσε να υπερασπιστεί τον δημόσιο χαρακτήρα της Ε.Ρ.Τ. ως αδιαπραγμάτευτο κοινό συλλογικό αγαθό. Και δεν είναι βεβαίως η πρώτη φορά που αυτές οι κοινωνικές πρακτικές και σχέσεις κάνουν αισθητή την παρουσία τους στη δημόσια σφαίρα. Αποτελούν μάλλον έναν ακόμα σταθμό στον δρόμο που ανοίγει η κοινωνική επινοητικότητα και αυτενέργεια ήδη από τα πρώτα χρόνια της κρίσης με κοινό κομβικό ζητούμενο μια καλύτερη δημοκρατία, έναν αξιοβίωτο βίο.

Αν είναι μάλλον δεδομένο πως η κοινωνική μαγιά είναι εκεί έξω, δεν είναι ωστόσο δεδομένο ότι ο πολιτικός εκφραστής/δίαυλος, ή το μέτωπο δυνάμεων, που θα αναλάβει να την εκφράσει είναι στη θέση του, με πλήρη επίγνωση της ευθύνης να συγκρουστεί μετωπικά με την παραπαίουσα καθεστηκυία τάξη. Μια τάξη που ντύθηκε ξανά το κουρελιασμένο ένδυμα του «παλιού» δικομματισμού. Αλλά κι αυτό δεν είναι λόγος να απαισιοδοξούμε. Το νέο που κομίζουν οι ποικιλόμορφες μαζικές κοινωνικές κινητοποιήσεις του τελευταίου διαστήματος για τα κοινά, από την υγεία και την παιδεία μέχρι το περιβάλλον, τον πολιτισμό και τώρα την επικοινωνία με αφορμή την Ε.Ρ.Τ., συνιστά πρόκληση για τον γκρίζο διεκπεραιωτικό κοινοβουλευτισμό των τελευταίων ετών και ελπίδα για μια ριζική δημοκρατική ανανέωση. Συγκροτεί την αντίρροπη κοινωνική δυναμική απέναντι στη σύγκλιση του νεοφιλελεύθερου με το ακροδεξιό άκρο και δυνάμει αντίδοτο στον αντιπολιτικό κυνισμό που αμφότερα τρέφουν. Ως εκ τούτου, πολλά θα εξαρτηθούν το επόμενο διάστημα από τις δυνατότητες συνάρθρωσης των επιμέρους κινητοποιήσεων και βεβαίως στη σχέση που θα αναπτυχθεί μεταξύ της ευρύτερης Αριστεράς και τούτης της κοινωνικής δυναμικής.

 

 files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

  ΧΡΟΝΟΣ 03 (07.2013)