Η «αρρώστια» της δημοκρατίας και οι ανεύθυνοι αντιλαϊκιστές

 

Τα κύματα του λαϊκισμού

 

Γιώργος Κατσαμπέκης

 

Η Ιταλία «βυθίζεται σε ένα κύμα λαϊκισμού» διάβαζε κανείς πρόσφατα στον Nouvel Observateur, με αφορμή το αποτέλεσμα στις ιταλικές εκλογές του Φεβρουαρίου και την απροσδόκητη επιτυχία του Μπέπε Γκρίλλο, αλλά και τη νεκρανάσταση του Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Ενώ για την Ελλάδα, το 2012 ήταν «η χρονιά που παραλίγο να μας καταστρέψει ο λαϊκισμός», όπως το έθετε ένας εκ των ημεδαπών πολέμιων του λαϊκισμού παραμονές του 2013. Λίγες ημέρες νωρίτερα, το Έθνος φιλοξενούσε αφιέρωμα με θέμα «Κρίση και λαϊκισμός: Ποιοι επενδύουν – ποιοι επωφελούνται» στο οποίο αναρωτιόταν αν «Υπάρχει Έλληνας Γκρίλο». Φαίνεται λοιπόν πως δικαιούμαστε να παραφράσουμε τα –παραφρασμένα από τον Μαρξ– λόγια των Γκίτα Ιονέσκου και Έρνεστ Γκέλνερ: «Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την Ευρώπη: το φάντασμα του λαϊκισμού». Με αυτά περίπου τα λόγια προλόγιζαν σαράντα πέντε χρόνια πριν τον κλασικό τους τόμο για τον λαϊκισμό. Τον λαϊκισμό που έκτοτε θα γίνει της μόδας στις διεθνείς ακαδημαϊκές συζητήσεις. Τον λαϊκισμό που σύντομα θα σπάσει τα τείχη των ακαδημαϊκών αιθουσών για να διαχυθεί στον πολιτικό και τον ευρύτερο δημόσιο λόγο, από τις σελίδες των εφημερίδων, στα έδρανα των κοινοβουλίων, τα τηλεπαράθυρα και τελικά τους μυριάδες κόμβους του διαδικτύου, μέχρι και τα καφενεία. Ο λαϊκισμός είναι σήμερα πανταχού παρών.

Μπορεί λοιπόν ο λαϊκισμός να προβάλλεται μονότονα ως απειλητικό «φάντασμα» πάνω από τις κοινωνίες, ωστόσο υπό το φως των σύγχρονων εξελίξεων, παρατηρείται μια αξιοσημείωτη μετατόπιση στον χώρο της κριτικής σκέψης όπου, πέρα από τη δομική σχέση λαϊκισμού και δημοκρατίας, εξετάζεται πλέον και ο δυνάμει αναζωογονητικός ρόλος που θα μπορούσε να παίξει ένας δημοκρατικός/προοδευτικός λαϊκισμός στην αναπολιτικοποίηση των άνευρων μεταδημοκρατιών της Δύσης. Μεταξύ των κορυφαίων διανοούμενων που επιμένουν στην ανάδειξη τούτης της μάλλον ανεξερεύνητης πτυχής/προοπτικής, είναι ο Ετιέν Μπαλιμπάρ, ο Ζακ Ρανσιέρ, η Σαντάλ Μουφ και ο Ερνέστο Λακλάου.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει στον τελευταίο, καθώς τριάντα πέντε και πλέον χρόνια μετά την πρώτη του μελέτη για τον λαϊκισμό φαίνεται να δικαιώνεται η καινοτόμος θεωρητική και αναλυτική του πρόταση για μια προσέγγιση που θα εστιάζει στο στοιχείο του πολιτικού λόγου –σε ένα δομικό δηλαδή επίπεδο– και όχι στα ιδιαίτερα ιδεολογικά και πολιτικά περιεχόμενα, στον ιδιαίτερο τρόπο οργάνωσης ή στην κοινωνική βάση των λαϊκισμών. 

Σε αυτό το πλαίσιο ένας μίνιμουμ ορισμός του λαϊκισμού οφείλει να λαμβάνει υπόψη δύο κριτήρια: (α) το στοιχείο της συγκρότησης ενός συλλογικού εμείς, του «λαού», των «μη προνομιούχων», και (β) την αντιπαράθεση τούτου του «εμείς» με τον πολιτικό του αντίπαλο, το εκάστοτε «μπλοκ εξουσίας». Η ιδιαιτερότητα του λαϊκισμού έγκειται ως εκ τούτου στη συγκρότηση ευρύτερων μετώπων σύγκρουσης και πολιτικής διαπάλης (χωρίς να εξαντλείται εδώ). Στη δυνατότητά του δηλαδή να συγκεντρώνει και να κινητοποιεί μια πληθώρα ετερόκλητων υποκειμένων γύρω από κοινούς σκοπούς ή/και ενάντια σε κοινούς αντιπάλους, γύρω από κοινά προτάγματα ή/και από κοινές ελλείψεις.

 

Οι ανεύθυνες «προγραφές»

Το παραπάνω σχήμα αποδίδει μια σχετικά σαφή εικόνα για τον λαϊκισμό στο επίπεδο της ακαδημαϊκής και θεωρητικής συζήτησης· τις μίνιμουμ προϋποθέσεις ενός ευρύτερα αποδεκτού ορισμού. Οι περιπέτειες του όρου όμως στον δημόσιο λόγο δεν έχουν αφήσει την έννοια αλώβητη. Από νωρίς παρατηρείται μία επιζήμια για την κατανόηση και την αναλυτική αξία του λαϊκισμού κατάχρηση. Ο λαϊκισμός εμφανίζεται σε πληθώρα κειμένων με αντιφατικές συνδηλώσεις και χωρίς την παραμικρή μέριμνα αποσαφήνισης του περιεχομένου του, ενώ συχνά, όπως έχει υποστηρίξει και ο Μπαλιμπάρ, αποτελεί απλώς ευφημισμό για τον ρατσισμό, τον φασισμό, ή τον νεοναζισμό.

Χαρακτηριστικό δείγμα γραφής ενός λόγου που ενώ μάλιστα διεκδικεί το status της επιστημονικής απόφανσης, καταλήγει να αναπαραγάγει μια σειρά «αγοραίων» κοινοτοπιών και προκαταλήψεων (όπως τη «θεωρία των άκρων»), αποτελεί παμφλέτα των Αρίστου Δοξιάδη και Μάνου Ματσαγγάνη, η οποία κυκλοφόρησε πρόσφατα στα αγγλικά. Στο εν λόγω κείμενο οι δύο οικονομολόγοι συγκαταλέγουν λίγο-πολύ όλες τις φωνές που έχουν αντιτεθεί στο μνημόνιο στο ευρύ μέτωπο των «εθνικολαϊκιστών». Το ιδιότυπο αυτό μέτωπο καταλήγει να συμπεριλάβει ένα αλλόκοτο φάσμα από την ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α. και τους «Αγανακτισμένους» ώς τους εξτρεμιστές της Χρυσής Αυγής, στη βάση μάλιστα ορισμένων υποτίθεται «κοινών πιστεύω». Την τιμητική θέση των αντιλαϊκιστών την κρατάνε για τους Πράσινους, τα ultra νεοφιλελεύθερα μορφώματα (τύπου Δράση και Δημιουργία Ξανά) και τη ΔΗΜ.ΑΡ. Ενώ όμως το στοιχείο του «εθνικολαϊκισμού» αποτελεί την κεντρική έννοια της ανάλυσής τους –κάτι που εγγράφεται και στον τίτλο της παμφλέτας–, όσο κι αν ψάξει κανείς, δεν θα βρει πουθενά έναν έστω σύντομο ορισμό της. Επιπλέον, η απουσία επαφής με τη σύγχρονη σχετική βιβλιογραφία είναι πασιφανής. Η παρατήρηση τους ότι ο «εθνικολαϊκισμός» συνιστά «οικονομική ιδεολογία», που εντοπίζεται κυρίως στον χώρο της Αριστεράς κάθε άλλο παρά συμπληρώνει εδώ την απουσία οποιουδήποτε ορισμού και μάλλον συσκοτίζει περαιτέρω την εικόνα. Ελλείψει λοιπόν ορισμού της κεντρικής κατηγορίας της ανάλυσης, το κείμενο των Δοξιάδη και Ματσαγγάνη σχεδόν στερείται αντικειμένου, ενώ πρωτεύοντα ρόλο δείχνει να καταλαμβάνει η συλλήβδην απόρριψη των πολιτικών χώρων που προβάλλουν μια ριζικά εναλλακτική διέξοδο από την κρίση και η πριμοδότηση άλλων, πιο μετριοπαθών και συμβιβαστικών. Το (λανθάνον) βασικό κριτήριο είναι σε τελική ανάλυση η συμφωνία ή μη με τις βασικές πολιτικές και ιδεολογικές αρχές του status quo. Πάσα ουσιαστική παρέκκλιση χρίζεται «εθνικολαϊκισμός».

Στη ρίζα της προσέγγισης των Δοξιάδη και Ματσαγγάνη εντοπίζεται και η συνήθης παρατήρηση, ότι οι «λαϊκιστές», ακριβώς λόγω της αντι-κατεστημένης στάσης τους, τείνουν να διχοτομούν το κοινωνικό πεδίο ανάμεσα σε δύο ευρύτερες ομάδες: από τη μία τον «λαό» και από την άλλη το «κατεστημένο», το αντίπαλο μπλοκ εξουσίας. Και πάλι όμως μια τέτοια απλουστευτική ανάγνωση οδηγεί σε αδιέξοδα, αφού τούτη η λειτουργία εντοπίζεται στην καρδιά της πολιτικής. Είναι το αρχέτυπο της διάκρισης μεταξύ φίλου και εχθρού, πολιτικού συμμάχου και πολιτικού αντιπάλου, για το οποίο μας έχει μιλήσει ο Καρλ Σμιτ στην Έννοια του πολιτικού, αλλά και πολύ πιο πρόσφατα η Σαντάλ Μουφ στο Επί του πολιτικού. Ο αντιλαϊκισμός δηλαδή, ξορκίζοντας τούτο το στοιχείο του ανταγωνισμού, της αντιπαράθεσης, πλησιάζει τελικά στην ίδια την άρνηση της πολιτικής.

Πώς αποφεύγουμε λοιπόν τις γενικευτικές απλουστεύσεις και τις εύκολες κατηγοριοποιήσεις; Νομίζω πως κάτι τέτοιο μπορεί να προκύψει μόνο μέσω της διεξοδικής μελέτης και ανάλυσης του κάθε λαϊκιστικού λόγου στο καθοριστικό για την παρουσία του συγκείμενο, χωρίς προκαταλήψεις, εύκολα κλισέ και υπεραπλουστεύσεις. Επιπλέον, οφείλουμε να έχουμε κατά νου πως η κάθε περιορισμένη ιστορική εμπειρία δεν δύναται να αναχθεί σε καθολικό κριτήριο ή γενικό δείκτη για άλλες περιπτώσεις. Η συγκριτική μελέτη είναι ιδιαίτερα πολύτιμη σε αυτό το πλαίσιο. Τα υποκείμενα που εγκαλεί ο εκάστοτε λαϊκιστικός λόγος, ο «λαός» που πλάθει με άλλα λόγια, ενάντια στις «κατεστημένες» δυνάμεις που τον κινητοποιεί, μπορεί να λάβει εξαιρετικά διαφορετικές μορφές οι οποίες δεν είναι πάντα επικίνδυνες για τη δημοκρατία. Μάλιστα, συγκεκριμένα λαϊκιστικά προτάγματα μπορεί να αποβούν αναζωογονητικά στο πλαίσιο μιας δημοκρατίας κυνικής, που μέρα με τη μέρα υποχωρεί σε προδημοκρατικές σκληρύνσεις και αγκυλώσεις· μιας δημοκρατίας που δεν αγαπιέται πια από κανέναν και δεν συγκινεί κανέναν (ή σχεδόν κανέναν).

Τέλος, οι λαϊκιστικές κινητοποιήσεις μπορούν να ερμηνευτούν και ως συμπτώματα πραγματικών συστημικών δυσλειτουργιών. Λαϊκές μάζες τείνουν σήμερα να συσπειρώνονται γύρω από λαϊκιστικά κινήματα με σημαία την περισσότερη και καλύτερη δημοκρατία ή την τιθάσευση των ανεξέλεγκτων αγορών γιατί εκφράζουν μια πραγματική συλλογική αγωνία. Όχι επειδή πλανεύτηκαν ως άμαθες ή αδαείς, όπως τις θέλουν οι εστέτ διανοούμενοι της νέας realpolitik. Οι πολύ σύγχρονοι λαϊκισμοί μάλιστα τείνουν να ενσωματώνουν αιτήματα αναπολιτικοποίησης της «σκληρής πολιτικής», αναπολιτικοποίησης του κράτους και επανενεργοποίησης των προνοιακών του μηχανισμών σε μια κοινωνία όλο και πιο ρευστή, έκθετη στις ευμετάβλητες βουλές των «αγορών». Απέναντι σε μια πολιτική τάξη που παραιτείται από τον ρόλο του θεματοφύλακα της νομιμότητας (κι ας την επικαλείται προσχηματικά) οι σημερινοί λαϊκισμοί εκφέρουν και ένα αίτημα επαναφοράς της νομιμότητας, είτε αυτή λέγεται Σύνταγμα, είτε σεβασμός των κοινοβουλευτικών διαδικασιών, είτε μέριμνα και ρυθμίσεις για το συλλογικό αγαθό, είτε σεβασμός στη λαϊκή βούληση που αγνοείται.

 

σελ. 1 (από: 3) ΧΡΟΝΟΣ 01 (05.2013) < προηγ. άρθρο     |     επόμ. σελίδα >