το ασιατικό πρόσωπο του πολέμου

 

Ο «Δύσβατος δρόμος στα βάθη του βορρά» (The Narrow Road to the Deep North) του Αυστραλού Ρίτσαρντ Φλάναγκαν (Richard Flanagan) είναι ο νικητής του βρετανικού λογοτεχνικού βραβείου Booker για το 2014 (Chatto and Windus, 2013)

 

Γιώργος Σπανός

 

Τον Αύγουστο του 1943 ο Αυστραλός στρατιωτικός χειρουργός Ντορρίνγκο Έβανς βρίσκεται αιχμάλωτος σε ιαπωνικό στρατόπεδο αιχμαλώτων πολέμου, κατά μήκος του γνωστού ως «Σιδηρόδρομου του Θανάτου», που κατασκεύασαν οι Ιάπωνες κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου για να μεταφέρουν στρατιώτες και πολεμοφόδια μεταξύ Βιρμανίας (σημερινής Μιανμάρ) και Σιάμ (σημερινής Ταϊλάνδης). Είναι όμως «αιχμάλωτος» και του παράνομου έρωτα που ξεκίνησε δύο χρόνια νωρίτερα με τη νεαρή γυναίκα του θείου του. Κεντρικό θέμα του μυθιστορήματος είναι η περιπέτεια της αιχμαλωσίας και ο αγώνας του Έβανς να κρατήσει στη ζωή τους υπόλοιπους άνδρες του τάγματός του από τη χολέρα, την ελονοσία και πολυάριθμες τροπικές ασθένειες, από τα βασανιστήρια των Γιαπωνέζων φρουρών και κυρίως από τις άθλιες συνθήκες της καταναγκαστικής εργασίας, στην οποία υποβάλλονται όλοι οι αιχμάλωτοι πολέμου του συγκεκριμένου στρατοπέδου για την κατασκευή της 415 χιλιομέτρων σιδηροδρομικής γραμμής. Γύρω από το επίκεντρο αυτό της συμβίωσης με τον θάνατο, παρακολουθούμε τον πρωταγωνιστή από την παιδική κιόλας ηλικία και την εφηβεία στους πιο σημαντικούς σταθμούς της ζωής του, την εκπαίδευσή του, τη γνωριμία με τη γυναίκα του Έλλα, γόνο μιας από τις καλύτερες οικογένειες της Αδελαΐδας, καθώς και τη συνάντηση με την Έημυ, τον αληθινό έρωτα της ζωής του, με την οποία διατηρεί κρυφή ερωτική σχέση. Το οδοιπορικό συνεχίζει και μετά το τέλος του πολέμου, όταν, όσοι έχουν επιζήσει, επιστρέφουν στην πατρίδα τους και ο Έβανς συνεχίζει τη ζωή του με τη γυναίκα, τα τρία παιδιά του και πολύ περισσότερες ερωμένες, πετυχημένος χειρουργός, πλέον, αλλά και κοινωνικά καταξιωμένος ως ήρωας πολέμου.

Ο πρόεδρος της κριτικής επιτροπής του Booker δήλωσε ότι η ομορφιά της γραφίδας του κ. Φλάναγκαν έκανε το μυθιστόρημα να ξεχωρίσει από τα συνυποψήφιά του. Είπε ακόμη ότι, όταν διάβασε το συγκεκριμένο μυθιστόρημα, ένιωσε σαν να είχε φάει μια γερή μπουνιά στο στομάχι, έτσι ώστε του ήταν αδύνατο για κάμποσες μέρες να προχωρήσει στην ανάγνωση του επόμενου βιβλίου. Ξέραμε αμέσως, μόλις το τελειώσαμε, ότι είχαμε να κάνουμε μ’ ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα, εξήγησε. Η πλοκή βασίζεται σε δύο αληθινές ιστορίες: στην προσωπική εμπειρία του πατέρα του συγγραφέα, ο οποίος κρατήθηκε αιχμάλωτος στο ίδιο στρατόπεδο και κατόρθωσε να βγει ζωντανός, και κατά δεύτερο λόγο, στην ιστορία ενός γείτονα της οικογένειας που μετά το τέλος του πολέμου επέστρεψε στο ολοσχερώς βομβαρδισμένο χωριό του για να αποδεχτεί, μετά από δύο χρόνια αναζήτησης, ότι η γυναίκα του βρίσκεται θαμμένη στα συντρίμμια. Ξαναπαντρεύτηκε και δημιούργησε νέα οικογένεια, μέχρις ότου, δεκαπέντε χρόνια μετά, σ’ έναν πολυσύχναστο δρόμο, στην καρδιά του Σίντνεϋ, έπεσε πάνω στην αγνοούμενη γυναίκα του.

Οι κριτικοί φαίνεται να μην έχουν καταλήξει αν ο φετινός νικητής του βραβείου Booker είναι ιστορικό μυθιστόρημα ή οικογενειακό έπος. Συμφωνούν όμως ότι, από πολλές πλευρές, δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από τα μεγάλα κλασικά μυθιστορήματα του 19ου αιώνα: στις 464 σελίδες του καταπιάνεται με τα σπουδαία ζητήματα του έρωτα και του θανάτου, της ενοχής και της δικαιοσύνης, της μνήμης και της φιλίας, πλέκει με δεξιοτεχνία διαφορετικούς χαρακτήρες, καλύπτει μεγάλες χρονικές περιόδους και βρίθει συμπτώσεων. Από την άλλη, πρόκειται για ένα εντελώς σύγχρονο έργο που αφηγείται με κομψότητα και συνοχή μια πρωτοφανούς αγριότητας πραγματικότητα. Η ποίηση είναι διάχυτη στο βιβλίο με συχνές αναφορές, μεταξύ άλλων, στην Οδύσσεια του Τέννυσον και σε στίχους του Ρωμαίου ποιητή Κάτουλλου. Άλλωστε, το ομώνυμο αριστούργημα της ιαπωνικής λογοτεχνίας του 17ου αιώνα του Ιάπωνα ποιητή Ματσούο Μπασό, που διηγείται την περιπλάνησή του από το Έντο (σημερινό Τόκιο) στα βάθη της ιαπωνικής ενδοχώρας, δεν χάρισε μόνο τον τίτλο στον φετινό νικητή του Booker, αποτέλεσε και έμπνευση για τον συγγραφέα σε μια ενδοσκόπηση της περίπλοκης και τελικά τόσο εύθραυστης ανθρώπινης ύπαρξης.

Από τις αρετές του βιβλίου ξεχωρίζω αμέσως δύο: τη σχεδόν αριστοτεχνική ισορροπία μεταξύ της βαρβαρότητας και του ανθρωπισμού, όσον αφορά χαρακτήρες και καταστάσεις: ο Ιάπωνας αξιωματικός Νακαμούρα, εχθρός σε καθεστώς πολέμου και ιδιαίτερα σκληρός προς τους κρατουμένους, χρειάζεται να επαναβεβαιώνει διαρκώς τις εντολές των ανωτέρων του για τις βίαιες πρακτικές του, ενώ είναι εθισμένος στο σαμπού, μια ουσία πολύ κοντά στην αμφεταμίνη, για να μπορεί να επικαλείται τα πατροπαράδοτα στην ιαπωνική κουλτούρα πνεύματα της μάχης και της ανδρείας. Εδώ βρίσκεται και η δεύτερη αρετή του έργου: στην κόλαση του θανάτου δεν ζουν μόνοι οι Αυστραλοί αιχμάλωτοι. Παράλληλα παρακολουθούμε τους Ιάπωνες αξιωματικούς και Κορεάτες φρουρούς, όπως τους βλέπουν και τους αντιμετωπίζουν οι αιχμάλωτοι αλλά κι όπως βλέπουν και οι ίδιοι τον εαυτό τους. Και η παράλληλη αυτή αφήγηση συνεχίζεται, χωρίς ίχνος μελοδραματισμού, και μετά το τέλος του πολέμου, καθώς και οι δύο πλευρές αγωνίζονται, όχι πάντα με επιτυχία, να επαναπροσδιορίσουν τη ζωή και την ταυτότητά τους.

Η απονομή του φετινού βραβείου Booker από τη Δούκισσα της Κορνουάλης Καμίλλα, σύζυγο του πρίγκιπα Κάρολου, στην αίθουσα Γκίλντχωλ του παλαιού δημαρχείου της βρετανικής πρωτεύουσας, ενθουσίασε τον Αυστραλό συγγραφέα τόσο που αγκάλιασε και φίλησε την τυπικά ευγενική Καμίλλα. Και δικαίως. Το Booker είναι το μεγαλύτερο βρετανικό λογοτεχνικό βραβείο και το πιο γενναιόδωρο του είδους παγκοσμίως. Συνεπάγεται για τον νικητή, πέραν της σημαντικής διεθνούς αναγνώρισης, 50.000 στερλίνες και επιπλέον 2.500, επειδή τα κατάφερε να μπει στη βραχεία λίστα. Το βραβείο απονέμεται στο καλύτερο λογοτεχνικό κείμενο που γράφτηκε στην αγγλική γλώσσα που εκδόθηκε στη Βρετανία. Θεσμοθετήθηκε για πρώτη φορά το 1969, με χορηγό την εταιρεία Booker-Mc Connell, το μεγαλύτερο δίκτυο χονδρικού εμπορίου τροφίμων της χώρας και φέτος απονεμήθηκε για 46η φορά. Η εξαμελής κριτική επιτροπή έχει ετήσια θητεία και επιλέγει τον νικητή συνήθως στις αρχές Οκτωβρίου. Ενώ μέχρι φέτος απευθυνόταν αποκλειστικά –και αυστηρά– σε συγγραφείς που ήταν πολίτες του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ιρλανδίας και των χωρών της Βρετανικής Κοινοπολιτείας, το 2014 έγιναν για πρώτη φορά δεκτοί συγγραφείς από όλο τον κόσμο. Το άνοιγμα αυτό προκάλεσε ανησυχίες, τουλάχιστον σε μερικούς κύκλους, ότι θα έχει ως αποτέλεσμα την «εκπόρθηση» του θεσμού από Αμερικανούς συγγραφείς, και εντέλει την απώλεια του βρετανικού του χαρακτήρα. Οι φόβοι αυτοί δεν επαληθεύτηκαν, τουλάχιστον φέτος.

Φανερά συγκινημένος ο κ. Ρίτσαρντ Φλάναγκαν εξομολογήθηκε ότι το βραβείο ήταν μια απρόσμενη τιμή, αφού γεννήθηκε και μεγάλωσε σ’ ένα ασήμαντο χωριό ανθρακωρύχων της Τασμανίας, στην άκρη του κόσμου, και ο παππούς του ήταν αναλφάβητος. Ίσως. Ο πατέρας του ωστόσο ήταν δάσκαλος και ο ίδιος είναι επαγγελματίας συγγραφέας είκοσι ένα συναπτά χρόνια με έξι μυθιστορήματα και πολλά βραβεία και διακρίσεις στο ενεργητικό του. Το 1998 μετέφερε και σκηνοθέτησε στον κινηματογράφο το μυθιστόρημά του The Sound of One Hand Clapping που προτάθηκε για τη Χρυσή Άρκτο στην Μπερλινάλε εκείνης της χρονιάς και πιο πρόσφατα, έγραψε το σενάριο του ντοκιμαντέρ Australia. Σε ακόμη νεότερη ηλικία κέρδιζε τα προς το ζην γράφοντας άρθρα, λόγους και βιβλία για άλλους. Άρχισε να γράφει το βιβλίο The Narrow Road to the Deep North πριν από δώδεκα χρόνια και χρειάστηκε να απορρίψει πέντε διαφορετικές εκδοχές του, προτού καταλήξει στην τελική. Θεώρησε ιερό φόρο τιμής προς τον πατέρα του αλλά και τους 14.000 και πλέον στρατιώτες που έχασαν τη ζωή τους στον «Σιδηρόδρομο του Θανάτου» το να γράψει αυτό το βιβλίο. Ο κ. Φλάναγκαν ζει στο Χόμπαρτ, πρωτεύουσα της Τασμανίας, στη Νότια Αυστραλία, με τη γυναίκα του και τις τρεις κόρες τους. Είναι ο 4ος Αυστραλός που κερδίζει το βραβείο Booker από την αρχή του θεσμού.

 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 19 (11.2014)