να ιστορικοποιήσουμε τη Μεταπολίτευση

 

ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ [strikes back]
...40 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

 

Έχει επιστημονική και πολιτική σημασία να υπερβούμε όχι μόνο την εξιδανίκευση αλλά και τη δαιμονοποίηση της Μεταπολίτευσης 

Έφη Γαζή

 

Να ιστορικοποιήσουμε τη Μεταπολίτευση1

Μέχρι πρόσφατα, η Μεταπολίτευση χαρακτηριζόταν ως success story. Ο εκδημοκρατισμός, οι αναδιανεμητικές πολιτικές, η οικοδόμηση κράτους πρόνοιας, η διεύρυνση των μεσαίων στρωμάτων, η άνοδος του βιοτικού επιπέδου, η «ευρωπαϊκή πορεία» αξιολογούνταν σε γενικές γραμμές θετικά. Με την εκδήλωση όμως της κρίσης, αυτή η ανάγνωση αναθεωρήθηκε. Αρθρώθηκε σταδιακά στη δημόσια σφαίρα μια πλειάδα λόγων σύμφωνα με τους οποίους η «κουλτούρα της Μεταπολίτευσης» ευθύνεται για όλα τα κακώς κείμενα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας: τις πελατειακές σχέσεις, τα δημοσιονομικά ελλείμματα, τη γενικευμένη διαφθορά, τον «συντεχνιασμό», τον λαϊκισμό, τα φαινόμενα «βίας και ανομίας». «Λευτεριά από τη Μεταπολίτευση» διακήρυξε γνωστός πολιτικός.

Πρέπει όντως να «απελευθερωθούμε» από τα δεινά που κόμισε η Μεταπολίτευση; Ή πρόκειται για μια συνθηματική διατύπωση η οποία συσκοτίζει τη θέαση μιας ολόκληρης εποχής. Πώς μπορούμε να ξανασκεφτούμε τη Μεταπολίτευση; Ο ίδιος ο όρος χρήζει περαιτέρω διερεύνησης. Πώς εξηγείται η αντοχή του; Πώς ερμηνεύεται η σημασιολογική φόρτισή του; Μπορούμε ίσως να δούμε τη Μεταπολίτευση ως έναν «χρονότοπο»; Η έννοια του «χρονότοπου», όπως τέθηκε από τον Μιχαήλ Μπαχτίν αλλά και όπως χρησιμοποιήθηκε από τον Φρέντρικ Τζέημσον, προσφέρει ένα σημείο εκκίνησης για να στοχαστούμε τον πληθυντικό χαρακτήρα της Μεταπολίτευσης: υπήρξε ταυτόχρονα πολιτειακή μεταβολή, διαδικασία μετάβασης, ιστορική περίοδος, μια ολόκληρη εποχή με «αέναο» τέλος. Είναι μια έννοια πολλαπλώς οριζόμενη ανάλογα με τις προσδοκίες και τους σχεδιασμούς διαφορετικών κοινωνικών και πολιτικών υποκειμένων. Αποτέλεσε, όπως έγραφε ο Μπαχτίν, εκείνο το σημείο όπου «ο χρόνος, το σενάριο και η ιστορία συντίθενται… εκείνο που συμβαίνει συναντιέται με εκείνο που οι άνθρωποι προσδοκούν ή φαντάζονται… όπου η έννοια του ανολοκλήρωτου καραδοκεί…».

Χαρακτηρίζεται η Μεταπολίτευση από ομοιογένεια; Τι συμπεράσματα θα προέκυπταν από μια ανάλυση που θα συνδύαζε τα κοινωνικοοικονομικά μεγέθη με τις πολιτισμικές πρακτικές, τις συλλογικές συμπεριφορές αλλά και την ανάδυση νέων κοινωνικών υποκειμένων; Πώς μπορούμε να φωτίσουμε τους μετασχηματισμούς του πολιτικού και κοινωνικού τοπίου από το 1980 και μετά; Τι ρόλο έπαιξαν η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού, τα μεταναστευτικά ρεύματα, οι μετασχηματισμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η παγκοσμιοποίηση, οι αναδυόμενες οικονομίες; Όπως φαίνεται από σημαντικές παλαιότερες και πρόσφατες μελέτες αλλά και από τις εν εξελίξει έρευνες μιας νεότερης γενιάς επιστημόνων, η δεκαετία του 1980 αποτελεί σημαντικό ορόσημο για την εσωτερική περιοδολόγηση της Μεταπολίτευσης.

Ο χρόνος ή καλύτερα οι χρόνοι της Μεταπολίτευσης δεν αποτελούν όμως ένα αυτόνομο πεδίο. Συγκροτούν μια πρώτη δέσμη καίριων ζητημάτων που συναρτώνται με τις εικόνες ή τις διαδρομές μέσα από τις οποίες την προσεγγίζουμε. Ας σκεφτούμε λίγο τις θεματικές μέσα από τις οποίες μας είναι γνωστή, τουλάχιστον «επιστημονικά γνωστή»: κράτος και δημόσιες πολιτικές, κόμματα και συνδικαλισμός, θεσμικοί μετασχηματισμοί, οικονομικές πραγματικότητες (λιγότερο αυτές). Τα τελευταία χρόνια, η προσοχή μας άρχισε να στρέφεται και προς τις ιδεολογικές τάσεις (εθνικισμός, ευρωπαϊσμός/αντιευρωπαϊσμός, αντιαμερικανισμός κτλ.), τις πολιτισμικές και διανοητικές πρακτικές και ρεύματα (τέχνη, εκδόσεις, μουσική, νεανικές κουλτούρες, έμφυλες σχέσεις και σεξουαλικότητα) καθώς επίσης και τις πολιτικές της μνήμης και του παρελθόντος (Εμφύλιος, Αντίσταση, Πολυτεχνείο κτλ.). Πώς μπορούμε να συνδυάσουμε αυτά τα πεδία; Κυριάρχησε μέχρι πρόσφατα στη μελέτη της Μεταπολίτευσης μια «θεσμική» ανάγνωση, κυρίως μια «ιστορία από τα πάνω». Ενδεχομένως αν λάβουμε υπόψη άλλα πεδία που άπτονται των πολιτισμικών πρακτικών, των συλλογικών συμπεριφορών, της ανάδυσης νέων κοινωνικών υποκειμένων θα αναδείξουμε διαφορετικές εικόνες της περιόδου. Οι διαφορετικές (αλλά όχι απαραίτητα αλληλοαποκλειόμενες) ιστορίες της Μεταπολίτευσης «από τα πάνω» και «από τα κάτω» είναι σημαντικές για να κατανοήσουμε τόσο τα θεσμικά φαινόμενα και μετασχηματισμούς όσο και τις προσδοκίες, τις αντιλήψεις, τους σχεδιασμούς των ανθρώπων σε μια μεταιχμιακή ιστορική στιγμή. Πώς μπορούμε να σκεφτούμε, για παράδειγμα, τη νέα λαϊκότητα, τις ανασημασιοδοτήσεις του εθνικισμού, τις ατομοκεντρικές εκδοχές της πολιτικής από τη δεκαετία του 1990 και εξής;

Τι έχουμε αποκομίσει, τέλος, από τη συγκριτική προσέγγιση της Μεταπολίτευσης στο ευρύτερο πλαίσιο των μεταβάσεων στη δημοκρατία; Η συμβολή των Σπουδών της Μετάβασης (Transition Studies) στην αποκωδικοποίηση των σχετικών διαδικασιών υπήρξε καθοριστική, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τα λεγόμενα «υψηλά κλιμάκια», δηλαδή θεσμικούς μετασχηματισμούς, τον ρόλο των κομμάτων και των πολιτικών ελίτ ή του στρατού. Η κατάρρευση των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού» αλλά και η «αραβική Άνοιξη» αναζωογόνησαν έναν «κουρασμένο» κλάδο. Νέα ερωτήματα τίθενται, ενδεχομένως ενδιαφέροντα και για την ελληνική περίπτωση:

– Μετά το τέλος του «υπαρκτού σοσιαλισμού», υιοθετήθηκε ο όρος refolution (reform + revolution) για τις διαδικασίες μετάβασης στην Ανατολική Ευρώπη, αμφισβητώντας καθιερωμένες κατηγοριοποιήσεις της «μεταβασιολογίας» μεταξύ εξέγερσης, επανάστασης, συμπεφωνημένης, επιβεβλημένης κτλ. μετάβασης. Ο συνθηματικός πλέον αυτός όρος είναι ακόμη σε χρήση και αν μη τι άλλο αναδεικνύει τον σύνθετο και μη ευθύγραμμο χαρακτήρα των μεταβάσεων.

– Το πεδίο της «μεταβατικής δικαιοσύνης» (transitional justice) έχει αναδειχθεί σε έναν δυναμικό υποτομέα της «μεταβασιολογίας». Στην αρχική φάση της «μεταβασιολογίας», μια δημοφιλής θέση ήταν αυτή του Σ. Χάντινγκτον, σύμφωνα με την οποία η δικαιοσύνη ή θα απονεμόταν αμέσως μετά την πτώση ενός αυταρχικού καθεστώτος ή ποτέ. Απέχουμε πλέον από αυτή την προσέγγιση. Η εμπειρία της Ανατολικής Ευρώπης, της Νότιας Αφρικής με το απαρτχάιντ και τις «επιτροπές αλήθειας» αλλά και «το δεύτερο κύμα της διαπραγμάτευσης με το παρελθόν» σε χώρες όπως η Αργεντινή ή η Ισπανία δείχνουν ότι οι λογαριασμοί με το (τραυματικό) παρελθόν δεν κλείνουν εύκολα, αλλά επίσης και ότι η «δικαιοσύνη» δεν εξαντλείται στον λεγκαλισμό αλλά ούτε και η «αλήθεια» περιορίζεται εντός ενός συγκεκριμένου ποινολογίου. Μελέτες όπως του Berber Bevernage, History, Memory and State-Sponsored Violence. Time and justice (2011) ανέδειξαν πολύ παραγωγικά τα σύνθετα ζητήματα του χρόνου, της μνήμης και της δικαιοσύνης καθώς και τα θέματα της βίας, της συγγνώμης, της λήθης.

– Η δι-εθνική διάσταση των μεταβάσεων θέτει επίσης νέα ζητήματα. Αν παλαιότερα, οι σχετικές έρευνες εξαντλούνταν στις «εθνικές περιπτώσεις», το σύγχρονο ερευνητικό ενδιαφέρον για τα δι-εθνικά δίκτυα των μεταβάσεων, π.χ. αντίσταση, διαφωνούντες, αλληλεγγύη αλλά και τεχνογνωσία, συλλογικότητες όπως οι πολιτικοί ακτιβιστές, αναδεικνύουν ένα νέο τοπίο.

Σε περιόδους μεγάλων κρίσεων, η ιστορία επανεξετάζεται με νέους και συχνά διχαστικούς όρους. Έχει επομένως καίρια επιστημονική και πολιτική σημασία το πώς κατανοούμε και αξιολογούμε το πρόσφατο παρελθόν. Ας προσπαθήσουμε να το ιστορικοποιήσουμε, υπερβαίνοντας προκατασκευασμένα μοντέλα που βασίζονται είτε στην εξιδανίκευση είτε στη δαιμονοποίηση. Ειδικά επειδή η τελευταία, έχει όχι μόνο α-ιστορικές αλλά και ιδιαίτερα συντηρητικές αποχρώσεις. 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 15 (07.2014)