γενοκτονία, Πόντιοι, Μικρά Ασία: η σκοτεινή πλευρά του νεοελληνικού μας κόσμου

 

[ ΠΟΝΤΙΟΙ: ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΑΠΟΨΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ]

 

Ιδεολογικές συγκρούσεις και ερμηνευτικές αντιφωνίες
με αφορμή το κείμενο του Λάμπρου Μπαλτσιώτη με τίτλο
«Ποιον ωφελεί η αναδιάταξη της θέσης των Ποντίων» (ΧΡΟΝΟΣ, τχ. 6)

 

Βλάσης Αγτζίδης

 

Οι πόντιοι άρχισαν να καταφθάνουν μετά τους βαλκανικούς πολέμους και, κυρίως, μετά την λεγόμενη Μικρασιατική Καταστροφή. Οι τελευταίοι μας ήρθανε από την Σοβιετική Ένωση το 1940, σαν ένα πεσκέσι του Στάλιν. Δηλαδή, οι πόντιοι είναι επήλυδες, είναι ξενόφερτοι, είναι πρόσφυγες. Οι ελλαδικοί νεοέλληνες δεν συμπαθούν τους πρόσφυγες... Οι πόντιοι κατέληξαν να είναι ο ύστατος στόχος των ελλαδικών ρωμιών.

Ηλίας Πετρόπουλος, «Οι πόντιοι», Σχολιαστής (1987)

 

Το πολύ ενδιαφέρον κείμενο του Λάμπρου Μπαλτσιώτη δίνει την ευκαιρία για αναστοχασμό πάνω σε κρίσιμα και αδιερεύνητα ζητήματα της σύγχρονης νεοελληνικής ιστορίας και κοινωνίας. Ζητήματα που είτε ανήκουν στον χώρο της κοινωνίας (νέοι πρόσφυγες από την πρώην Ε.Σ.Σ.Δ.) είτε στον χώρο της ιστορίας, και σχετίζονται με τον μεγάλο γεωπολιτικό και κοινωνικοοικονομικό μετασχηματισμό που συνέβη στην Εγγύς Ανατολή την περίοδο 1908 (κίνημα Νεότουρκων) έως 1923 (Συνθήκη Λωζάννης), αλλά και με το σοβιετικό πείραμα και ειδικότερα τη σταλινική του περίοδο.

Δίνει επίσης την ευκαιρία να εξεταστούν οι εικόνες που διαμορφώθηκαν στον ελλαδικό χώρο για τα θέματα αυτά, όπως επίσης να τεθεί υπό το φως της κριτικής η «οριενταλιστική» ματιά για τα θέματα αυτά που κυριαρχεί σε ένα σημαντικό τμήμα Νεοελλήνων ιστορικών. Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου κειμένου (http://kars1918.wordpress.com/2013/11/16/baltsiotis/).

 

Το «κενό»

Η έλλειψη κοινά συμφωνημένου αφηγήματος για τα συγκεκριμένα ιστορικά και κοινωνικά θέματα δημιούργησε ένα ερμηνευτικό «κενό», που το αντιλαμβάνονται άμεσα όλοι όσοι ασχολούνται μ’ αυτά, είτε ως ερευνητές είτε ως φορείς κοινωνικής αλληλεγγύης προς πάσχοντες πληθυσμούς (νεο-πρόσφυγες). Απόρροια αυτού του «κενού» υπήρξε και ο εξαιρετικά ενδιαφέρων τρόπος που οι κυρίαρχες πολιτικές αλλά και ιδεολογικές δυνάμεις, Δεξιά κι Αριστερά, αντιμετώπισαν τα νέα αιτήματα και ζητήματα του προσφυγικού χώρου, και ειδικότερα:

– τη δημόσια κατάθεση της ιστορικής τους άποψης ότι υπήρξαν θύματα οργανωμένης Γενοκτονίας (1914-23) από τον τουρκικό εθνικισμό,

– την αναφορά στις διώξεις που υπέστη από τον σταλινισμό η ελληνική μειονότητα στην Ε.Σ.Σ.Δ., μετά το 1937-38.

Παράλληλα και μ’ έναν παράξενο τρόπο, η πανούργα Ιστορία «χάρισε» στους κατοίκους της Ελλάδας και μια άλλη εμπειρία: να «υποδεχτούν» από την εποχή της περεστρόικα, με τον γνωστό άξενο τρόπο, δεκάδες χιλιάδες ομοεθνείς πρόσφυγες και μετανάστες από την καταρρέουσα Ε.Σ.Σ.Δ. Πρόσφυγες που ήταν ένα παράδοξο κατάλοιπο της Μικρασιατικής Καταστροφής, εγκλωβισμένοι στη Σοβιετική Ένωση και υφιστάμενοι τις συνθήκες του «σοσιαλιστικού θερμοκηπίου» που κράτησε 70 και κάτι χρόνια, καλυπτόμενοι από τη Συνθήκη Ανταλλαγής των πληθυσμών της Λωζάννης του 1923. Περί τους 250.000 «νεο-πρόσφυγες» εισήλθαν στο νεοελληνικό κράτος τις δύο τελευταίες δεκαετίες, κουβαλώντας στις αποσκευές τους παλιές ιστορίες και εκκρεμότητες, τις οποίες η ελλαδική κοινωνία και οι πολυποίκιλες πολιτικές και κρατικές της εκφράσεις είχαν προσπαθήσει ματαίως να ξορκίσουν. Η πολιτική της «εξαφάνισης» του πληθυσμού αυτού –καθώς και του ιστορικού φορτίου που έφερε– δεν ήταν μόνο πολιτική του κράτους, αλλά και του μεγαλύτερου μέρους της Αριστεράς, η οποία ακόμα και το νέο προσφυγικό ζήτημα το αντιμετώπισε σαν να ήταν αντίστοιχο με αυτό των «Πακιστανών στη Βρετανία» (Αντώνης Λιάκος, «Νέες εποχές», Το Βήμα, 22 Οκτωβρίου 2000).

Όλα αυτά τα ζητήματα ουδέποτε τα αντιμετώπισε η νεοελληνική ιστοριογραφία. Και αυτό υπήρξε απόρροια της παραδοσιακής της στάσης απέναντι στην ιστορική εμπειρία του προσφυγικού πληθυσμού. Στην ουσία, για επτά δεκαετίες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή δεν επιτράπηκε στους πρόσφυγες του ’22 να επαναδιαπραγματευτούν τη συλλογική ιστορική αφήγηση στο κοινό έθνος-κράτος, ώστε να συμμετάσχουν και αυτοί στο εθνικό αφήγημα. Η σχετικά πρόσφατη αμφισβήτηση του ιστορικού γεγονότος της Γενοκτονίας από τμήμα της Αριστεράς, που καταλήγει σε άρνηση (negotiationism), συμβαδίζει χρονικά και ποιοτικά με τον δεξιό αναθεωρητισμό που αποσκοπούσε στην αποκατάσταση των υπαιτίων της Μικρασιατικής Καταστροφής και «… ξαναφέρνει στο προσκήνιο τη σύγκρουση Ελλαδιτών και προσφύγων, μια σύγκρουση που έχει καθορίσει την προσφυγική μνήμη, καθώς και το αίσθημα αποκλεισμού της προσφυγικής μνήμης από την επίσημη ιστορία» (Χριστίνα Κουλούρη, «Η Δίκη των Έξι και ο Κολοκοτρώνης», Το Βήμα, 14 Φεβρουαρίου 2010).

 

Τι έγινε στην Ανατολή;

Ένα από τα ζητήματα που διχάζουν την κοινότητα των ιστορικών είναι το αν οι εθνικές εκκαθαρίσεις που πραγματοποιήθηκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από τους Νεότουρκους (1914-19) και τον Μουσταφά Κεμάλ πασά (1920-23) μπορούν να χαρακτηριστούν με τον νομικό όρο Γενοκτονία. Ο όρος αυτός ορίστηκε με πολύ συγκεκριμένο τρόπο από τον Ο.Η.Ε. και εισήχθη έτσι στο διεθνές δικαϊκό σύστημα.

Ήδη αναπτύσσονται διεθνώς –πλην της Ελλάδας– οι αντίστοιχοι τομείς της επιστημονικής έρευνας για «το έγκλημα της Γενοκτονίας», πραγματοποιούνται σημαντικές έρευνες και κοινοποιούνται ιδιαιτέρως χρήσιμες ανακοινώσεις και δημοσιεύσεις. Επίσης έχει δημιουργηθεί το International Association of Genocide Scholars (I.A.G.S.) ως ένας διεθνής επιστημονικός θεσμός που εξειδικεύεται στη μελέτη του εγκλήματος της Γενοκτονίας και παρακολουθεί τις περιπτώσεις παραβίασης των σχετικών κανόνων του διεθνούς δικαίου.

Όσον αφορά τους Έλληνες της Ανατολής (Μικρά Ασία –Ιωνία, Πόντος, Βιθυνία κ.ά.– και Ανατολική Θράκη) κατά την περίοδο του οριστικού γεωπολιτικού μετασχηματισμού της Εγγύς Ανατολής και την είσοδο της περιοχής στην εποχή του έθνους-κράτους, έχουν γραφτεί πολλά. Ο απροκατάληπτος πολίτης μπορεί να ενημερωθεί πλήρως από την υπάρχουσα βιβλιογραφία. Μια πρόσφατη (2012) έκδοση για το θέμα αυτό είναι το έργο The Genocide of the Ottoman Greeks (Melissa, Νέα Υόρκη).

Ένα σημείο που προκαλεί πολλές συγκρούσεις και παρανοήσεις επ’ αυτής της ιστορικής διαδικασίας σχετίζεται με την εμμονή πολλών Νεοελλήνων ιστορικών να υποτιμούν τις ενδοοθωμανικές διεργασίες, τις κοινωνικές αντιθέσεις και τις ταξικές συγκρούσεις στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας –τις οποίες εξαφανίζουν από το ερευνητικό πεδίο– και να υπερτονίζουν τον ρόλο της Ελλάδας και τις μεγαλοϊδεατικές της ονειρώξεις. Η ανάλυση των εσωτερικών κοινωνικών αντιθέσεων και ανταγωνισμών που οδήγησαν στην υιοθέτηση από την πλευρά των Νεότουρκων συγκεκριμένων πολιτικών γενοκτονίας για τις μη αφομοιώσιμες οθωμανικές κοινότητες, δεν ενδιέφερε ποτέ την κυρίαρχη εκδοχή της νεοελληνικής ιστοριογραφίας.

Το πραγματικό ιστορικό πλαίσιο εντός του οποίου έλαβε χώρα το φαινόμενο του μετασχηματισμού της Εγγύς Ανατολής το περιγράφει πολύ καλά ο Enzo Traverso στο Διά πυρός και σιδήρου, αναφερόμενος στο αρμενικό ζήτημα: «Λόγω του κοινωνικού, οικονομικού και πολιτισμικού τους ρόλου στους κόλπους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι Αρμένιοι αποτελούν ένα εμπόδιο στην πορεία της διαδικασίας εθνικής ομογενοποίησης, η οποία προωθείται από το κίνημα των Νεότουρκων. Πρόκειται για την πρώτη γενοκτονία που διαπράττεται στο όνομα του νεωτερικού εθνικισμού, ως πράξη γέννησης ενός έθνους-κράτους δυτικού τύπου στη θέση της παλιάς πολυεθνικής αυτοκρατορίας».

Πάντως, ανεξάρτητα από τις δημόσιες τοποθετήσεις και τις ιδεολογικές συγκρούσεις, το I.A.G.S. έχει τοποθετηθεί ξεκάθαρα από τον Δεκέμβρη του 2007. Στην εισαγωγή της σχετικής Δήλωσης αναφέρει: «The International Association of Genocide Scholars (IAGS) has voted overwhelmingly to recognize the genocides inflicted on Assyrian, Greek, Armenian and other Christian and religious minority populations of the Ottoman Empire between 1914 and 1923. The resolution passed with the support of over eighty percent of IAGS members who voted. The resolution (full text below) declares that “it is the conviction of the International Association of Genocide Scholars that the Ottoman campaign against Christian minorities of the Empire between 1914 and 1923 constituted a genocide against Armenians, Assyrians, and Pontian and Anatolian Greeks.”

It calls upon the government of Turkey to acknowledge the genocides against these populations, to issue a formal apology, and to take prompt and meaningful steps toward restitution…»

Η θέση αυτή συμβαδίζει με θεωρήσεις σημαντικών Τούρκων ιστορικών, οι οποίοι συμβάλλουν στους προβληματισμούς και καταθέτουν νέες απόψεις. Είναι ενδιαφέρουσα η προσέγγιση του Halil Berktay (με αναφορά μόνο στην ποντιακή υποπερίπτωση μιας και απαντούσε σε αντίστοιχη ερώτηση): «Η αλήθεια δεν είναι διαπραγματεύσιμη, όμως μπορεί να διδαχθεί. Τα τελευταία δέκα χρόνια η συμπεριφορά γύρω από τη Γενοκτονία έχει μαλακώσει… Ωστόσο η κατάχρηση της λέξης Γενοκτονία την αποδυναμώνει και προκαλεί αγανάκτηση. Ο όρος είναι δύσκολος και επικίνδυνος. Πιστεύω ότι υπήρχε μόνο μία Γενοκτονία και δεν εννοώ ότι αυτό που συνέβη στον Πόντο δεν ήταν Γενοκτονία. Αντίθετα, λέω ότι οι Ενωτικοί, δηλαδή η ηγεσία της Επιτροπής Ένωση και Πρόοδος, κυρίως δε ο Ταλαάτ, είχαν ένα μαζικό σχέδιο για τον εκτουρκισμό της Ανατολίας. Και αυτό εφαρμόστηκε στους Αρμενίους, τους Ποντίους και τους Ασσυρίους. Προτιμώ να το βλέπω ως ένα ενιαίο σχέδιο, που το κάνει και πιο εύκολα συζητήσιμο και κατανοητό».

Το ιστορικό γεγονός της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Ανατολής (με τους Αρμένιους και τους Ασσσυροχαλδαίους, σε μια ενιαία ιστορική κατηγορία) είναι πλέον αποδεκτό από εξωελλαδικούς ακαδημαϊκούς κύκλους που μελετούν το έγκλημα της Γενοκτονίας όπως ορίζεται αυτό στο Διεθνές Δίκαιο.

 

Διαιώνιση και μετασχηματισμός του Τραύματος

Το Τραύμα του ’22 ενυπήρχε και εκφραζόταν έως τότε με ποικίλους τρόπους. Είχε διατηρηθεί για δεκαετίες ως «υπόγειο τραύμα» στις προσφυγικές κοινότητες, οι οποίες, όσον αφορά τις πολιτικές ερμηνείες της ιστορικής τους εμπειρίας, ζούσαν ιδεολογικά αποκλεισμένες. Στο κυρίαρχο σύστημα, η προσφυγική Μνήμη αντιμετωπίστηκε εξαρχής ως άχθος και εμπόδιο στην εξωτερική αλλά και στην εσωτερική πολιτική. Υπάρχουν χαρακτηριστικές συμπεριφορές κάποιων πρωταγωνιστών της πολιτικής ζωής του Μεσοπολέμου –όπως ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο Ιωάννης Μεταξάς, ο Νίκος Ζαχαριάδης– που «αποκαλύπτουν» μια παρόμοια αντίληψη, η οποία κληρονομήθηκε και υπήρξε η ψυχολογική και ιδεολογική βάση του φαινομένου της Άρνησης της Γενοκτονίας.

Για τις ηγεμονικές τάσεις της ιστοριογραφίας μας δεν υπήρχε γενοκτονία και οργανωμένο σχέδιο κατά των χριστιανικών κοινοτήτων από τους Νεότουρκους, γιατί απλώς οι Νεότουρκοι αντιμετωπίζονται ως θετική δύναμη και η πολιτική τους θεωρείται «νόμιμη αντίδραση». Η αντίληψη που διαμορφώθηκε στην Ελλάδα ήταν απολύτως συμβατή με την επίσημη γραμμική καθεστωτική αντίληψη, που επικράτησε και στην ίδια την εθνικιστική Τουρκία. Μελετώντας τη νεοελληνική ιστοριογραφία, τον τρόπο πρόσληψης της σύγχρονης ιστορίας και ειδικά του συγκεκριμένου ιστορικού μεταίχμιου (1908-23) βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια ελληνική εκδοχή του κεμαλικού ερμηνευτικού σχήματος.

Στη νεοελληνική ιστοριογραφία δεν υπάρχει ρήξη μεταξύ οθωμανικού και τουρκικού χώρου, αλλά αντιθέτως υπάρχει μια αδιαμφισβήτητη και ενιαία τουρκική εθνική κυριαρχία στη Μικρά Ασία και την Ανατολία, την οποία έρχονται να αμφισβητήσουν έξωθεν οι Έλληνες. Δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη η, ανεξάρτητη από το ελληνικό κράτος, ύπαρξη της παραμέτρου «Έλληνες της Ανατολής». Ενός πληθυσμού υπαρκτού και πολυάριθμου, που διεκδικούσε είτε τη συνύπαρξη με τους άλλους λαούς σ’ έναν κοινό δημοκρατικό πολυπολιτισμικό οθωμανικό κόσμο είτε την αυτόνομη πολιτική του υπόσταση από τη στιγμή που οι Νεότουρκοι απέκλεισαν κάθε δυνατότητα δημοκρατικής μετεξέλιξης. Η νομιμοποίηση των εθνικών εκκαθαρίσεων που διέπραξε ο τουρκικός εθνικισμός υπήρξε κοινός τόπος. Ως εξέλιξη της ίδιας πολιτικής μπορεί να θεωρηθεί η αποσιώπηση και η απουσία κάθε ερευνητικής απόπειρας για τις σταλινικές διώξεις που πραγματοποιήθηκαν εναντίον των Ελλήνων της Σοβιετικής Ένωσης από το 1937.

 

Η «αντι-μνήμη» των προσφύγων

Όμως η «αντι-μνήμη», δηλαδή ο χώρος της μνήμης που διαμορφώνεται από τα κάτω, άρχισε από τη δεκαετία του ’80 να αμφισβητεί τα κυρίαρχα αφηγήματα και την απαίτηση για επιλεκτική λήθη. Οι μεταπολιτευτικοί εκφραστές αυτής της δημόσιας έκφρασης ανήκαν στη δεύτερη και στην τρίτη γενιά των ελλαδικών Ποντίων. Επί της ουσίας ήταν φορείς δύο επάλληλων τραυμάτων:

 

– του Τραύματος της Γενοκτονίας και της Μικρασιατικής Καταστροφής και

– του Τραύματος της ήττας της Αριστεράς και των ματαιωμένων δημοκρατικών προσδοκιών.

 

Από το ’88, το σύνολο του ποντιακού χώρου υιοθέτησε την έκφραση αυτή. Δημιουργήθηκαν νέες οργανωτικές δομές, οργανώθηκαν συμβολικές αναπαραστάσεις με μνημεία και τελετές μνήμης, υπήρξαν κατακτήσεις με θεσμικές αποκρυσταλλώσεις (αναγνώριση Γενοκτονίας και ημέρες μνήμης, δικαίωμα διδασκαλίας της ποντιακής γλώσσας κ.λπ.) και κυρίως, διαμορφώθηκε ένα κοινωνικό κίνημα που έθεσε σε πολιτικό επίπεδο τα ζητήματα αυτά.

Με την εμφάνιση της νέας ανάγνωσης του πρόσφατου ιστορικού παρελθόντος, οι ηγεμονεύουσες τάσεις της νεοελληνικής ιστοριογραφίας επέλεξαν τον δρόμο είτε της παραγνώρισης είτε της περιφρόνησης ή της στείρας άρνησης. Τα χρόνια αυτά διαμορφώθηκαν για τη μελέτη αυτών των εποχών δύο ιστοριογραφικοί κόσμοι με μικρές δυνατότητες επικοινωνίας. Ήδη όμως για όλα αυτά (Γενοκτονία, σταλινισμός, σοβιετική κατάρρευση, νέο προσφυγικό κύμα), η συζήτηση άρχισε.

Εν κατακλείδι και στην πραγματικότητα, η μόνη εκκρεμότητα που υπάρχει για το ζήτημα της Γενοκτονίας των χριστιανικών πληθυσμών της Ανατολής (Αρμενίων, Ελλήνων, Ασσυροχαλδαίων) είναι η σωστή προσέγγιση και η τοποθέτηση του θέματος σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο ώστε να αποφευχθεί η ιδεολογική χρήση των πραγματικών ιστορικών γεγονότων από ακροδεξιούς, ρατσιστές, αλυτρωτιστές. Και αυτό είναι απολύτως εφικτό, αρκεί να γίνει κατανοητό και να σταματήσουν οι σκιαμαχίες, οι οποίες προσπαθούν να αμφισβητήσουν ή να μειώσουν τη σημασία μιας πραγματικά τραγικής σελίδας της σύγχρονης ιστορίας.

 

Η απάντηση του Λάμπρου Μπαλτσιώτη:
Είτε ως ερμηνευτική αφετηρία είτε ως ερμηνευτικό ζητούμενο,
η «γενοκτονία» δεν μπορεί παρά να δρα αποπροσανατολιστικά

H βαρύτητα των όσων έλαβαν χώρα εναντίον του ελληνορθόδοξου πληθυσμού στον Πόντο
δεν είναι όμοια ποιοτικά ή/και ποσοτικά με όσα έγιναν εναντίον του αρμενικού πληθυσμού

 

 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 08 (12.2013)