homo ludens / στιγμές της πρωτοπορίας

 

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης στήνει ένα Αρχείο/Δίκτυο

για τις Πρωτοπορίες και τα Κινήματα του 20ού αιώνα]

#23

Χαρτογραφήσεις και μεγαλειώδη εγχειρήματα, II

 

Άσκηση ψυχογεωγραφίας/ Ο Πιρανέζι είναι ψυχογεωγραφικός στις σκάλες. Ο Κλωντ Λοραίν είναι ψυχογεωγραφικός στην αντιπαράθεση μιας ανακτορικής συνοικίας με τη θάλασσα. Ο ταχυδρόμος Σεβάλ είναι ψυχογεωγραφικός στην αρχιτεκτονική. Ο Αρτύρ Κραβάν είναι ψυχογεωγραφικός στη βιαστική περιπλάνηση. Ο Ζακ Βασέ είναι ψυχογεωγραφικός στο ντύσιμο. Ο Λουδοβίκος Β΄ της Βαυαρίας είναι ψυχογεωγραφικός στη μοναρχία. Ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης είναι πιθανότατα ψυχογεωγραφικός στον έρωτα. Ο Σαιν-Ζυστ είναι κάπως ψυχογεωγραφικός στην πολιτική. (Ο Τρόμος είναι αποπροσανατολιστικός.) Ο Αντρέ Μπρετόν είναι αφελώς ψυχογεωγραφικός στις συναντήσεις. Η Μαντλέν Ρεϊνερί είναι ψυχογεωγραφική στην αυτοκτονία. (Bλ. Ουρλιαχτά για χάρη του Σαντ.) Ο Πιερ Μαμπίλ στη συγκέντρωση θαυμάτων, ο Εβαρίστ Γκαλουά στα μαθηματικά, ο Έντγκαρ Άλαν Πόε στα τοπία και ο Βιγιέ ντε Λιλ Αντάμ στην αγωνία. Αυτά γράφει προγραμματικά ο Guy Debord, ήδη στο δεύτερο τεύχος του Potlatch, στις 29 Ιουνίου του 1954. Τους άλλους τους ξέρουμε καλά. Αλλά αυτός ο Ταχυδρόμος Σεβάλ / Facteur Cheval ποιος είναι; Και γιατί να είναι ψυχογεωγραφικός στην αρχιτεκτονική; Και τι σημαίνει ψυχογεωγραφικός; 

Αμείλικτα ερωτήματα, όπως θα έλεγε κι ένας συγγραφέας noir μυθιστορημάτων. Θα απαντήσουμε σιγά σιγά και με το μαλακό.

Ο Ferdinand Cheval ήταν όντως ένας ταχυδρόμος. Γεννήθηκε το 1836 και πέθανε το 1924. Διένεμε επιστολές, και μια μέρα κλότσησε κατά λάθος μια πέτρα. Έσκυψε, την μάζεψε, θαύμασε τη μορφή, το σχήμα, την υφή της. Ονειρεύτηκε να χτίσει ένα μέλαθρο, όλο καμωμένο από τέτοιες πέτρες που θα μάζευε απ᾽ το δρόμο. Και το έκανε. Από τον Απρίλιο του 1879, οπόταν και σκόνταψε σ᾽ εκείνη την πρώτη, μοιραία πέτρα, έως το 1912 ο Σεβάλ έχτιζε/δημιουργούσε το μέλαθρό του. Το ανακάλυψε, και το εκθείασε, ο André Breton. Αργότερα, το επισκέφτηκε και έγραψε πολλές φορές γι᾽ αυτό ο Guy Debord. 

Το 1954, ο Debord γράφει, όπως είδαμε, για το Μεγαλειώδες Εγχείρημα του Ταχυδρόμου Σεβάλ στο Potlatch. Το 1955, στις 24 Φεβρουαρίου, θα το αναφέρει σε μιαν επιστολή του προς τον βέλγο μεταϋπερρεαλιστή και διευθυντή της επιθεώρησης Les Lèvres nues/Γυμνά Χείλη, τον Marcel Mariën (Αμβέρσα, 29 Απριλίου 1920 - Βρυξέλλες, 19 Σεπτεμβρίου 1993), όπου αντιπαραβάλλει το έργο του Σεβάλ σε εκείνο του περιλάλητου αυτοδίδακτου ζωγράφου Τελώνη Ρουσώ, επιμένοντας ότι ο Σεβάλ υπερβαίνει την μπαρόκ αρχιτεκτονική του καιρού του, ενώ ο Ρουσώ παραμένει στα στενά όρια της ναΐφ τέχνης και ζωγραφικής (που ο Debord θεωρούσε πάντα υποδεέστερη και αντιδραστική). Στις 28 Φεβρουαρίου του 1959, ο Debord γράφει στον καταστασιακό Constant –πρόκειται για τον πολυπράγμονα ολλανδό ζωγράφο, αρχιτέκτονα, μουσικό, δοκιμιογράφο Constant Anton Nieuwenhuys (21 Ιουλίου 1920 - 1 Αυγούστου 2005)– και μεταξύ άλλων του τονίζει τη θέση του για τον Ταχυδρόμο Σεβάλ και το Ιδανικό Παλάτι του. Επικρίνει τη θέση των υπερρεαλιστών, και επιμένει ότι είναι εχθρικός στη ναΐφ τέχνη και ότι το εγχείρημα του Σεβάλ συνιστά ένα μεγαλειώδες παιχνίδι στο πεδίο της αρχιτεκτονικής παρότι επιτεύχθηκε με τα πενιχρότερα δυνατά μέσα και υπό συνθήκες θλιβερής μοναξιάς. Το γεγονός ότι εν γένει η αρχιτεκτονική απαιτεί ισχυρά οικονομικά μέσα και είναι συνεπώς πεδίο κλειστό για τις βλέψεις των εμπροσθοφυλακών καθιστά ακόμα πιο σημαντικό το τόλμημα του Ταχυδρόμου Σεβάλ, υποστηρίζει ο Debord. Τον Σεπτέμβριο του 1972, στο κείμενό του «Η Άγρια Αρχιτεκτονική» / “De l’architecture sauvage”, γραμμένο για τον Asger Jorn (τον πιο σημαντικό καταστασιακό της πρώτης περιόδου, για τον οποίο θα πούμε πολλά στο Homo Ludens) ο Debord κάνει μιαν ακόμα τιμητική μνεία στον Ταχυδρόμο Σεβάλ. 

 

2. Το Ιδανικό Παλάτι (στο θρυλικό περιοδικό Πάλι)

2. Το Ιδανικό Παλάτι (στο θρυλικό περιοδικό Πάλι) 

ΥΓ1. Αρχείο, I: 

[Potlatch Nο 2 – 29 juin 1954]

Piranèse est psychogéographique dans l’escalier.

Claude Lorrain est psychogéographique dans la mise en présence

d’un quartier de palais et de la mer.

Le facteur Cheval est psychogéographique dans l’architecture.

Arthur Cravan est psychogéographique dans la dérive pressée.

Jacques Vaché est psychogéographique dans l’habillement.

Louis II de Bavière est psychogéographique dans la royauté.

Jack l’Éventreur est probablement psychogéographique dans

l’amour.

Saint-Just est un peu psychogéographique dans la politique. 

André Breton est naïvement psychogéographique dans la

rencontre.

Madeleine Reineri est psychogéographique dans le suicide.

Et Pierre Mabille dans la compilation des merveilles, Évariste

Gallois dans les mathématiques, Edgar Poe dans le paysage, et dans

l’agonie Villiers de l’Isle-Adam.

 

Guy-Ernest Debord 

 

ΥΓ2. Αρχείο, ΙΙ:

De l’architecture sauvage 

 

On sait que les situationnistes, pour commencer, voulaient au moins construire des villes, l’environnement qui conviendrait au déploiement illimité de passions nouvelles. Mais naturellement ce n’était pas facile; de sorte que nous nous sommes trouvés obligés de faire beaucoup plus. Et tout au long de ce chemin plusieurs projets partiels ont dû être abandonnés, un bon nombre de nos excellentes capacités n’ont pas été employées, comme c’est le cas, combien plus absolument et plus tristement, pour des centaines de millions de nos contemporains. 

Asger Jorn, sur une colline de la côte ligure, a maintenant un peu modifié quelques vieilles maisons, et construit un jardin qui les rassemble. Quel commentaire plus paisible pourrait-il convenir? Nous sommes devenus célèbres, nous dit-on. Mais l’époque, qui ne connaît pas encore tous ses moyens, est aussi loin d’avoir reconnu tous les nôtres. Asger Jorn en a tant fait un peu partout que bien des gens ne savent pas qu’il a été situationniste plus que n’importe quoi d’autre, lui, l’hérétique permanent d’un mouvement qui ne peut admettre d’orthodoxie. Personne n’a contribué comme Jorn à l’origine de cette aventure: il trouvait des gens à travers l’Europe, et tellement d’idées, et même, dans la plus gaie misère, fréquemment de quoi amortir les plus criantes des dettes que nous accumulions dans les imprimeries. Les quinze années qui ont passé depuis la rencontre de Cosio d’Arroscia ont assez bien commencé à changer le monde mais pas nos intentions.

Jorn est de ces gens que le succès ne change pas, mais qui continuellement changent le succès en d’autres enjeux. Contrairement à tous ceux qui, naguère, fondaient leur carriérisme sur la répétition d’un seul gag artistique essoufflé, et contrairement à tous ceux qui, plus récemment, ont prétendu fonder leur qualité générale imaginaire sur la seule affirmation d’un révolutionnarisme total et totalement inemployé, Asger Jorn ne s’est jamais privé d’intervenir, même à la plus modeste échelle, sur tous les terrains qui lui étaient accessibles. Autrefois, il a été un des premiers à entreprendre une critique moderne de la dernière forme d’architecture répressive, celle qui à présent fait tache de mazout sur «les eaux glacées du calcul égoïste», et dont les tenants et les aboutissants peuvent donc être partout jugés sur pièces. Et dans cette habitation italienne, mettant une fois de plus la main à la pâte, Jorn montre comment, aussi sur cette question concrète de notre appropriation de l’espace, chacun pourra entreprendre de reconstruire autour de lui la Terre, qui en a bien besoin. Ce qui est peint et ce qui est sculpté, les escaliers jamais égaux entre les dénivellations du sol, les arbres, les éléments rajoutés, une citerne, de la vigne, les plus diverses sortes de débris toujours bienvenus, tous jetés là dans un parfait désordre, composent un des paysages les plus compliqués que l’on puisse parcourir dans une fraction d’hectare et, finalement, l’un des mieux unifiés. Tout y trouve sa place sans peine.

Pour qui n’oublie pas les relations conflictuelles et passionnées, et par la force des choses restées assez distantes, des situationnistes et de l’architecture, ceci doit apparaître comme une sorte de Pompeï inversée: les reliefs d’une cité qui n’a pas été édifiée. De même que la collaboration d’Umberto Gambetta à tous les aspects de l’ouvrage y apporte, sinon le jeu collectif dont Jorn a exposé les perspectives pour le dépassement de la culture et de la vie quotidienne séparées, du moins son plus strict minimum.

Le Facteur Cheval, plus artiste, avait bâti tout seul une architecture monumentale; et le roi de Bavière eut de plus grands moyens. Jorn a ébauché, entre autres choses et en passant, cette sorte de village fâcheusement borné à la superficie d’une si petite «propriété privée»; et qui témoigne de ce que l’on peut commencer à faire, comme le disait un autre de ceux qui posèrent les bases du mouvement situationniste, Ivan Chtcheglov, «avec un peu de temps, de chance, de santé, d’argent, de réflexion, (et aussi) de bonne humeur…».

La bonne humeur en tout cas n’a jamais manqué dans le scandale situationniste au centre même de tant de ruptures et de violences, de revendications incroyables et de stratégies imparables. Ceux qui aiment à s’interroger vainement, sur ce que l’histoire aurait pu ne pas être –dans le genre: «il aurait été meilleur pour l’humanité que ces gens-là n’eussent jamais existé»–, se poseront assez longtemps un amusant problème: n’aurait-on pas pu apaiser les situationnistes, vers 1960, par quelque réformisme lucidement récupérateur, en leur donnant deux ou trois villes à construire, au lieu de les pousser à bout en les contraignant de lâcher dans le monde la plus dangereuse subversion qui fut jamais? Mais d’autres rétorqueront certainement que les conséquences eussent été les mêmes ; et qu’en cédant un peu aux situationnistes, qui déjà n’entendaient pas se satisfaire de peu, on n’eût fait qu’augmenter leurs prétentions et leurs exigences ; et qu’on n’en serait venu que plus vite au même résultat.

(Συνεχίζεται)

Διαβάστε εδώ το 1ο μέρος

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

  ΧΡΟΝΟΣ 26 (06.2015)  

Ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης (Απρίλιος 1960) είναι ποιητής, μεταφραστής και συγγραφέας/ μελετητής των πρωτοποριών (Φουτουρισμός,  Dada, Υπερρεαλισμός), της Beat Generation, και του ρεύματος για την «υπέρβαση και την πραγμάτωση της Τέχνης» (Cobra, Λεττριστές, Καταστασιακοί) / Ίδρυσε και διηύθυνε την επιθεώρηση Propaganda (1997-2002) / Έχει γράψει βιβλία για τον William Burroughs και τον Guy Debord / Διευθύνει το εγχείρημα ΚΟΡΕΚΤ (εκδόσεις Νεφέλη), και τις σειρές «Αιφνίδια Ντοκιμαντέρ» (εκδόσεις Γαβριηλίδης), «Radio Propaganda» (εκδόσεις Σαιξπηρικόν) και «Radio Bookspotting» (εκδόσεις Κριτική) / Το πολυσυζητημένο μυθιστόρημά του Διασυρμός, πρώτο μέρος της Τριλογίας του Χάους, και το δεύτερο μέρος, το μυθιστόρημά του Αγάπη/Love κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Εστία» / Από το 2012 διατηρεί τη Στήλη «Radio Βookspotting» στη Lifo / Διδάσκει στο Μεταπτυχιακό Ψηφιακών Μορφών Τέχνης της ΑΣΚΤ / Διδάσκει Φιλοσοφία της Εικόνας στον ΑΚΤΟ / Mέλος του Κύκλου Ποιητών και της Εταιρείας Συγγραφέων.