κυπριακό: η στιγμή για το μεγάλο ναι ή το μεγάλο το όχι

 

Εάν και τώρα οι Ελληνοκύπριοι ψηφίσουν «Όχι», αυτό θα σημαίνει
ότι δεν θέλουν συγκατοίκηση με τους Τουρκοκυπρίους
σε καθεστώς νομικής ισότητας, και αμοιβαίου σεβασμού

Αλέξης Ηρακλείδης

 

Το 2016 θα αποτελέσει, απ’ ότι φαίνεται, τη στιγμή για το «Μεγάλο Ναι ή το Μεγάλο το Όχι» για την επίλυση του Κυπριακού. To Nαι θα σημάνει την επανένωση του νησιού μετά από 52 χρόνια, από το 1964 (ή 42 χρόνια από το 1974). Το Όχι, την οριστική διχοτόμηση. Με άλλα λόγια τυχόν Όχι δεν θα παρατείνει, όπως στο παρελθόν την μη επίλυση, αλλά θα σημάνει και την τελική λύση του προβλήματος. 

Μετά το δραματικό 1974 είχαν παρουσιαστεί διάφορες ευκαιρίες για μη διχοτομική επίλυση που όμως σκόνταφταν στην αδιαλλαξία της μίας ή της άλλης πλευράς (συνηθέστερα και των δύο πλευρών). Αξίζει να επισημάνουμε ότι στην ιστορία των προσπαθειών επίλυσης του Κυπριακού από τους ίδιους τους Κύπριους (Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους), δηλαδή ξεκινώντας από το 1968, με τις Διακοινοτικές Συνομιλίες Κληρίδη-Ντενκτάς (1968-1974), οι οποίες απέτυχαν λόγω της στάσης του Μακαρίου, μόνο σε δύο περιπτώσεις συνέπεσε οι ηγέτες και των δύο κοινοτήτων να είναι διαλλακτικοί και μη εθνικιστές. Μάλιστα οι δύο περιπτώσεις είναι πολύ πρόσφατες, η μία το 2008-10 με ηγέτες τους Δημήτρη Χριστόφια και Μεχμέτ Αλί Ταλάτ και η δεύτερη σήμερα, από το 2015, με τους Νίκο Αναστασιάδη και Μουσταφά Ακιντζί. 

Πριν από τις συνομιλίες Χριστόφια-Ταλάτ είχε προηγηθεί η προσπάθεια επίλυσης των ετών 1999-2004, με αποκορύφωμα το Σχέδιο Ανάν, μία μοναδική ευκαιρία επίλυσης, με το δέλεαρ της ένταξης στην ΕΕ της Δημοκρατίας της Κύπρου και την αποδοχή της υποψηφιότητας της Τουρκίας στην ΕΕ. Στην πενταετή αυτή προσπάθεια είχαν διαμεσολαβητική εμπλοκή, εκτός από τον ΓΓ του ΟΗΕ, η ΕΕ, η Βρετανία και οι ΗΠΑ. Η προσπάθεια αυτή απέτυχε, αρχικά λόγω της αδιαλλαξίας του Ραούφ Ντενκτάς και στη συνέχεια λόγω της αδιαλλαξίας του Τάσσου Παπαδόπουλου, παρόλο που ο νέος Τούρκος Πρωθυπουργός Ερντογάν (ο «νηφάλιος Ερντογάν» εκείνης της εποχής) είχε ταχθεί αναφανδόν υπέρ της επίλυσης με επανένωση και ομοσπονδιακή λύση (με την καίρια δήλωση του ότι στο Κυπριακό «η μη λύση είναι μη λύση» αντικρούοντας τη γνωστή ρήση των κυνικών ότι «η μη λύση είναι λύση»). Έτσι είχαμε τελικά τους Ελληνοκύπριους με ποδηγέτη τον Τάσσο Παπαδόπουλο να τάσσονται υπέρ του Όχι ενώ οι Τουρκοκύπριοι υπό τον Ταλάτ να τάσσονται υπέρ του Ναι, κάτι που άφησε τη διεθνή κοινωνία εμβρόντητη, με την ευθύνη να βαραίνει βέβαια τους Ελληνοκύπριους.[1]

Η σημερινή πλέον ευοίωνη στιγμή για την ιστορία του Κυπριακού εμφανίστηκε με την απρόσμενη εκλογή του Μουσταφά Ακιντζί στη ηγεσία των Τουρκοκυπρίων (στη θέση του απορριπτικού και εθνικιστή Έρογλου), ενός νηφάλιου πολιτικού, με συνέπεια στην προσπάθεια ειρηνικής επίλυσης με ομοσπονδιακή λύση, από το 1975 (ως δημάρχου της βόρειας Λευκωσίας) και στη συνέχεια ως ηγέτη κεντροαριστερών κομμάτων (αρχικά του Κοινοτικού Κόμματος Ελευθερίας, και πιο πρόσφατα του Κόμματος Ειρήνης και Δημοκρατίας και του Κόμματος Κοινοτικής Δημοκρατίας), ο οποίος αντιστρατεύτηκε τον Ντενκτάς και την αδιαλλαξία του.[2]

Η παρούσα ευκαιρία είναι ακόμη πιο ελπιδοφόρα από την προσπάθεια Χριστόφια-Ταλάτ.

Αυτό, κατά τη γνώμη μου, για τέσσερις λόγους: 

(1) Στους έξι μήνες που πέρασαν έχει σημειωθεί περισσότερη πρόοδος στις συνομιλίες από οποιαδήποτε άλλη φορά από το 1975 μέχρι σήμερα, κάτι που έχουν επισημάνει ο Αναστασιάδης, ο Ακιντζί και ο σημερινός διαμεσολαβητής του ΓΓ του ΟΗΕ, Έσπεν Μπαρθ Άιντε (τέως υπουργός εξωτερικών της Νορβηγίας).[3]

(2) Οι δύο πλευρές δίνουν, για πρώτη φορά στην ιστορία των συνομιλιών από το 1968, μεγάλη σημασία στην κατανόηση και αντιμετώπιση των φόβων και ανησυχιών (Angst) της άλλης πλευράς.

(3) Και οι δύο πλευρές κινούνται συνειδητά με όρους «θετικού αθροίσματος», δηλαδή με στόχο δύο «κερδισμένους» από τις συνομιλίες και την τελική λύση και όχι με όρους «μηδενικού αθροίσματος» (νικητής-κερδισμένος/ηττημένος-χαμένος), όπως συνέβαινε σε όλες τις άλλες συνομιλίες μέχρι τις αρχές του 2015.

(4) Οι δύο ηγέτες που είναι συνομήλικοι (έχουν διαφορά μόνο ένα χρόνο), είναι, όπως έχει λεχθεί «φυσικοί συνεταίροι για την ειρήνη», υπάρχει δε μεταξύ τους «καλή χημεία» (που δεν υπήρχε μεταξύ Χριστόφια και Ταλάτ) και αλληλοεκτίμηση, και υπήρξαν και οι δύο υποστηρικτές του Σχεδίου Ανάν (όπως ήταν ο Ταλάτ και ο αείμνηστος Γλαύκος Κληρίδης που πέθαινε το Νοέμβριο του 2013). 

Επιπλέον τρεις άλλοι καίριοι παράγοντες συμβάλουν στην επιδίωξη βιώσιμης τελικής λύσης

Πρώτον, είναι η δεινή οικονομική διάσταση στο νησί, τόσο στη Δημοκρατία της Κύπρου, λόγω μέτρων από πλευράς ΕΕ, όσο και στην αποσχιστική Β. Κύπρο, λόγω δραστικού περιορισμού της οικονομικής βοήθειας από πλευράς της Τουρκίας. Μία επανένωση θα ενίσχυε την οικονομία, μια και θα ήταν ενιαία, επίσης θα επέτρεπε την εκμετάλλευση του φυσικού αερίου (κοίτασμα Αφροδίτη), που τώρα περιπλέκεται λόγω της διχοτόμησης της νήσου που επιφέρει και σοβαρότατες τεχνικές δυσκολίες,[4] και θα οδηγούσε σε μεγάλη τόνωση του τουρισμού (Τούρκοι τουρίστες στην κοντινή στην Τουρκία Κύπρο και Ελληνοκύπριοι στην Τουρκία). Επίσης θα βοηθούσε και στην αντιμετώπιση του προβλήματος της έλλειψης ύδατος που κατά καιρούς πλήττει το νησί (λόγω ελάχιστων βροχοπτώσεων), με την παροχή ύδατος από την Τουρκία.[5]

Δεύτερον, είναι το μεγάλο διεθνές ενδιαφέρον για επίλυση εντός του 2016, με δεδομένη τη μεγάλη αστάθεια και δραματική κρίση στην ανατολική Μεσόγειο και την Εγγύς Ανατολή (Ισραήλ-Παλαιστίνιοι, Συριακός εμφύλιος, Ιρακινός εμφύλιος, εμφύλιος στη Υεμένη, ISIS, κ.λπ.). Καταρχήν είναι η νέα ενισχυμένη μεσολαβητική προσπάθεια του ΓΓ του ΟΗΕ, Έσπεν Μπαρθ Άιντε. Επίσης την Κύπρο επισκέφτηκαν τον Οκτώβριο-Ιανουάριο αξιωματούχοι της ΕΕ και οι υπουργοί εξωτερικών και των πέντε μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, όλοι τονίζοντας την υποστήριξη τους στην ανάγκη επίλυσης. Όπως είπε ο Αμερικανός υπουργός εξωτερικών John Kerry κατά την επίσκεψη στην Κύπρο, αν λυνόταν το Κυπριακό θα ήταν «ένας φάρος ειρήνης σε μια ταραγμένη περιοχή του κόσμου».[6] Και όπως δήλωσε ο αντιπρόεδρος της Κομισιόν αρμόδιος για την Ενεργειακή Ένωση στην επίσκεψη του στην Κύπρο, η Ανατολική Μεσόγειος αποτελεί μια σημαντική ενεργειακή πύλη και εφόσον αναπτυχθεί σωστά μπορεί να καταστεί ένας πολύ σημαντικός παράγοντας στο ζήτημα του εφοδιασμού της Ευρώπης με φυσικό αέριο.

Τρίτον, είναι η αναθέρμανση του ενδιαφέροντος της Τουρκίας για την ευρωπαϊκή της πορεία, που αν είναι ειλικρινής (πράγμα αβέβαιο λόγω του αστάθμητου παράγοντα Ερντογάν και της τάσης του να προβαίνει σε ενέργειες για εντυπωσιασμό), θα συμβάλει στο να τηρήσει η Άγκυρα πιο εποικοδομητική στάση στην επίλυση και να μην υποσκάψει τις προσπάθειες του Ακιντζί. Ο Τούρκος πρωθυπουργός Αχμέτ Νταβούτογλου, στην επίσκεψη του στη βόρεια Κύπρο (Δεκέμβριος 2015) δήλωσε ότι «η Τουρκία είναι έτοιμη να υποστηρίξει μία βιώσιμη, δίκαιη και ειρηνική επίλυση, όπως είχε πράξει και με το Σχέδιο Aνάν το 2004».[7] Γενικά επικρατεί η άποψη στο περιβάλλον του Ακιντζί ότι η Τουρκία θα τους αφήσει να βρουν εκείνοι τη λύση και θα δεχθεί τη λύση που θα ήταν αποδεκτή στους Τουρκοκυπρίους,[8] με μόνο ερωτηματικό το θέμα των εγγυήσεων (βλέπε παρακάτω). Από την πλευρά του ο Ακιντζί, μόλις ανέλαβε τα καθήκοντα του, μίλησε για δύο διακριτές και ισότιμες πλευρές, αφήνοντας στην άκρη τη γνωστή τουρκική φαντασίωση περί «μητέρας πατρίδας - μωρού τέκνου/μικρής πατρίδας».[9] 

Όσο για την Ελληνική Κυβέρνηση, με τη «θηλιά στο λαιμό» δεν είναι σε θέση να παίξει αρνητικό ρόλο στην επίλυση όπως συνέβαινε επί των κυβερνήσεων του Ανδρέα Παπανδρέου (ή να σέρνει τα πόδια, όπως επί Πέτρου Μολυβιάτη και Κώστα Καραμανλή), ακόμη και αν το ήθελε, και παρόλο που υπάρχουν αρκετά εθνικιστικά κατάλοιπα στην παρούσα κυβέρνηση (χαρακτηριστικές οι περιπτώσεις των υπουργών εξωτερικών και άμυνας). Επίσης ο Πρόεδρος Ομπάμα, ο οποίος βοήθησε την Ελλάδα όταν βρισκόταν μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης το περσινό καλοκαίρι, έχει τονίσει ότι αναμένει θετικό ρόλο από την Κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα στην επίλυση του Κυπριακού, οπότε μπορεί να θεωρηθεί μάλλον βέβαιο ότι οι εθνικιστές στην παρούσα συγκυβέρνηση θα κλιθούν να σωπάσουν. 

Σήμερα, όπως και στη μεσολάβηση του Aνάν και στις συνομιλίες Χριστόφια-Ταλάτ, τα ακανθώδη ζητήματα (sticking points) ή «εκκρεμούντα ζητήματα», όπως λέγονται τώρα στην Κύπρο, είναι (1) το περιουσιακό και οι εξαιρέσεις από το κοινοτικό κεκτημένο, (2) το εδαφικό (ποια εδάφη και πόσο ποσοστό θα δοθεί στο ελληνοκυπριακό ομόσπονδο κράτος της κυπριακής ομοσπονδίας) και (3) το θέμα των διεθνών εγγυήσεων. Στα άλλα σημαντικά ζητήματα (προεδρία, πολιτειακό, ομόσπονδα κράτη, το όνομα του ομοσπονδιακού κράτους, κλπ.) οι δύο πλευρές έχουν λίγο-πολύ βρει αμοιβαία αποδεκτές λύσεις. 

Το ερώτημα είναι κατά πόσο τα εκκρεμούντα ζητήματα επιδέχονται αμοιβαία αποδεκτές λύσεις; Αναμφίβολα, με περίσσευμα καλής θέλησης –κάτι που υφίσταται τουλάχιστον μέχρι σήμερα σε επίπεδο των δύο ηγεσιών και των δύο διαπραγματευτικών ομάδων– υπάρχουν εφικτές, αμοιβαία αποδεκτές λύσεις, π.χ. στο περιουσιακό έχουν αποκρυσταλλωθεί τρεις εναλλακτικές: επιστροφή της περιουσίας, αποζημίωση ή ανταλλαγή, και σε αυτά τα τρία πλαίσια συζητιούνται 24 κριτήρια. Εδώ η κύρια δυσκολία βρίσκεται αλλού: σε σχέση με την πλήρη ή μερική εφαρμογή των ελευθεριών που υπάρχουν στα πλαίσια της ΕΕ, με τους Ελληνοκύπριους να επιζητούν πλήρη εφαρμογή, και τους Τουρκοκύπριους να επιζητούν –ευλόγως κατά την άποψη μου– να εδραιωθεί καθεστώς που να εγγυάται την αριθμητική τους υπεροχή και την περισσότερη ιδιοκτησία γης στο συστατικό (ομόσπονδο) κράτος τους, για να παραμείνουν εκεί η πλειοψηφία στη μελλοντική διζωνική δικοινοτική Κυπριακή Ομοσπονδία.[10]

Το τρίτο θέμα (το καθεστώς των εγγυήσεων) θα συζητηθεί στο τέλος, μια και σε αυτό εμπλέκονται ακόμη η Ελλάδα, η Τουρκία και η Βρετανία, ως οι εγγυήτριες χώρες από το 1960. Εδώ διαφαίνεται διάσταση απόψεων μεταξύ Τουρκίας και των άλλων δύο κρατών, με την Άγκυρα να επιμένει στις εγγυήσεις και οι άλλες δύο κυβερνήσεις να τις θεωρούν απηρχαιωμένες. Μία προφανής λύση θα ήταν η αντικατάσταση με εγγυήσεις από τον ΟΗΕ και την ΕΕ (σε συνδυασμό ίσως και με το ΝΑΤΟ). Οι δε ΗΠΑ φαίνεται να συμφωνούν με την Κυπριακή Κυβέρνηση ότι στρατιωτικές εγγυήσεις είναι περιττές για ένα κράτος που είναι μέλος της ΕΕ. Πάντως οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι Ελληνοκύπριοι προτιμούν την ΕΕ και τον ΟΗΕ ως εγγυητές και όχι το ΝΑΤΟ ή τη Βρετανία (και εννοείται σε καμία περίπτωση την Τουρκία, και με το ζόρι την Ελλάδα), οι δε Τουρκοκύπριοι προτιμούν ως κύριο εγγυητή την Τουρκία και δευτερευόντως την Ελλάδα, την ΕΕ, τον ΟΗΕ και το ΝΑΤΟ.[11] 

Καταλήγοντας, για να είναι βιώσιμη η λύση στην οποία θα έχουν συμφωνήσει οι δύο ηγέτες, θα πρέπει στο μελλοντικό Δημοψήφισμα το ποσοστό υπέρ του Ναι και στις δύο κοινότητες να είναι ξεκάθαρο, θα έλεγα τουλάχιστον 60% και άνω. Αν πάλι το 2016 (ή έστω το 2017, πάντως στο εγγύς μέλλον) δεν λυθεί το Κυπριακό αυτό δεν θα οφείλεται στην αδυναμία ανεύρεσης λύσεων στα σημαντικά θέματα, όπως συνέβαινε παλιότερα που ηγούντο εθνικιστικές απορριπτικοί ηγέτες στην μία ή στην άλλη κοινότητα ή και στις δύο. Η μη επίλυση θα οφείλεται στο ότι η πλειοψηφία του λαού δεν αποδέχεται την προτεινόμενη λύση, παρά τη θετική εισήγηση των δύο ηγεσιών στο μελλοντικό δημοψήφισμα. Σημειώνω ότι από το φθινόπωρο του 2015 και μετά διαφαίνονται σύννεφα στον ορίζοντα, με τους απορριπτικούς, ειδικά στην ελληνοκυπριακή πλευρά, να εντείνουν τις προσπάθειες τους για να ναυαγήσουν οι συνομιλίες. Αυτό το πράττουν με διάφορους χονδροειδείς τρόπους, προσπαθώντας να δαιμονοποιήσουν ακόμη και τον Ακιντζί ως «κακό Τούρκο όπως όλοι οι Τούρκοι», ως μαριονέτα της Τουρκίας και ως άλλο Ντενκτάς ή Έρογλου (το ίδιο είχαν κάνει και με τον Ταλάτ το 2008-10 και η δαιμονοποίηση είχε «πιάσει» στους πολλούς εθνικιστές Ελληνοκύπριους που υπάρχουν στην Κύπρο).[12] 

Πάντως αν και πάλι (όπως το 2004) οι Ελληνοκύπριοι ψηφίσουν «Όχι», αυτή τη φορά χωρίς ποδηγέτη τον Πρόεδρο τους (όπως το 2004 με τον Παπαδόπουλο να συνηγορεί αναφανδόν υπέρ του «όχι»), τότε αυτό θα σημαίνει ότι δεν θέλουν συνύπαρξη-συγκατοίκηση με τους Τουρκοκυπρίους σε καθεστώς νομικής ισότητας. Δεν επιζητούν συμβίωση με αμοιβαία εκτίμηση και σεβασμό. Αυτό είναι βέβαια δικαίωμά τους, αλλά το αποτέλεσμα θα είναι να λυθεί το Κυπριακό πλέον με οριστικό «διαζύγιο», επιβεβαιώνοντας ότι η μη λύση είναι όντως λύση. Αυτό μάλιστα, στην καλύτερη περίπτωση, θα μπορούσε να καταστεί συναινετικό διαζύγιο, με την επιστροφή εδαφών και τη δημιουργία, ενδεχομένως, μίας κυπριακής συνομοσπονδίας. Η τυχόν απόρριψη από πλευράς των Ελληνοκυπρίων θα οδηγήσει στην πραγματοποίηση του ονείρου του Ντενκτάς και των εθνικιστών Τουρκοκυπρίων και Τούρκων, με πρωταγωνιστές –ω ποία ειρωνεία– τους εθνικιστές και απορριπτικούς μεταξύ των Ελληνοκυπρίων. 

Ακιντζί: «ο λαός συμμέτοχος στη διαδικασία»

Ο Μουσταφά Ακιντζί (Mustafa Akıncı) είναι κατεξοχήν συνυφασμένος με την επίλυση του Κυπριακού με ομοσπονδιακή λύση, όπως και άλλοι Τουρκοκύπριοι πολιτικοί της γνωστής ως αντιπολίτευσης στον αδιάλλακτο Ραούφ Ντενκτάς, όπως ο Alpay Durduran, o Fuat Veziroglu, o Ozker Ozgur (1940-2005) και ο Mehmet Ali Talat. Ο Ακιντζί επί δεκαετίες αντιστρατεύτηκε (με προσωπικό και πολιτικό κόστος) την αδιάλλακτη πολιτική του Ραούφ Ντενκτάς στο Κυπριακό. Επίσης είναι ιδιαίτερα δημοφιλής προσωπικότητα στους προοδευτικούς και μη εθνικιστές Τουρκοκύπριους και Ελληνοκύπριους λόγω των προοδευτικών του απόψεων σε κοινωνικά θέματα, όπως είναι η θέση της γυναίκας στη κοινωνία.

Τουρκοκύπριος πολιτικός από την Λεμεσό, ο Ακιντζί είναι πρώην Δήμαρχος της B. Λευκωσίας και νικητής των προεδρικών εκλογών στην αποσχιστική Β. Κύπρο από τον Απρίλιο του 2015. Ήταν πρόεδρος του κεντροαριστερού Κοινοτικού Κόμματος Ελευθερίας, που μετονομάστηκε Κόμμα Ειρήνης και Δημοκρατίας και πιο πρόσφατα Κόμμα Κοινοτικής Δημοκρατίας. Γεννημένος στις 28 Δεκεμβρίου 1947, σπούδασε αρχιτεκτονική στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο Μέσης Ανατολής στην Άγκυρα. Ομιλεί πολύ καλά τα αγγλικά και εκείνος, όπως και η σύζυγος του Meral Akıncı, είναι γνώστες της ελληνικής γλώσσας. Έχει τρεις κόρες και δύο εγγόνια. 

Σε ηλικία 28 χρόνων, το 1976, εξελέγη δήμαρχος της Β. Λευκωσίας, αξίωμα που διατήρησε μέχρι το 1990, με επιτυχία και σημαντικό έργο. Κατά την διάρκεια της θητείας του συνεργάστηκε στενά με τον τότε δήμαρχο Λευκωσίας, Λέλλο Δημητριάδη (με τον οποίο και συνδέθηκαν φιλικά) για τη δημιουργία του αποχετευτικού συστήματος στη Λευκωσία και για τη σύσταση master plan για την πόλη. Οι δύο Δήμαρχοι κέρδισαν από κοινού διεθνή βραβεία όπως το Aga Khan Award for Architecture, το World Habitat Award και το Ευρωπαϊκό Βραβείο Europa Nostra για την προσφορά τους στην πόλη και για την προσπάθεια διατήρησης του ιστορικού και πολιτιστικού χαρακτήρα της εντός των τειχών Λευκωσίας.

Ο Ακιντζί, όπως θα ανέμενε κανείς, υποστήριξε την αποδοχή του Σχεδίου Ανάν από τους Τουρκοκυπρίους το 2004 (στο Δημοψήφισμα εκείνοι που απέρριψαν το Σχέδιο ήταν οι Ελληνοκύπριοι, με ποδηγέτες τον τότε Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, Τάσσο Παπαδόπουλο και τον αρχηγό του ΑΚΕΛ Δημήτρη Χριστόφια). 

Μετά από απόρριψη του Σχεδίου Ανάν από τους Ελληνοκύπριους και τον τερματισμό της προσπάθειας επίλυσης του Κυπριακού από τον ΓΓ του ΟΗΕ Κόφι Ανάν, ο Ακιντζί επεσήμανε την ανάγκη αυτή τη φορά ο λαός να είναι συμμέτοχος στη διαδικασία, να εμπλακούν οργανώσεις, συντεχνίες, κόμματα και νεολαία, ώστε να εμπεδώσει το περιεχόμενο της λύσης γιατί όπως υποστηρίζει είναι οι άνθρωποι που θα κάνουν τη νέα δομή βιώσιμη. Είναι υποστηρικτής της επιστροφής της περίκλειστης πόλης των Βαρωσίων στους νόμιμους κατοίκους της γιατί πιστεύει ότι αυτό θα αποτελέσει ένδειξη καλής θέλησης για λύση του Κυπριακού. Σε ομιλία στο Πανεπιστήμιο Κύπρου τον Ιούλιο 2014 ανέφερε ότι με τη λύση του Κυπριακού, η Ομόσπονδη Κύπρος, η Ελλάδα, η Τουρκία, το Ισραήλ κι άλλες γειτονικές χώρες πρέπει να δημιουργήσουν μια νέα σχέση, η οποία θα φέρει σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Για ορισμένους που γνώριζαν καλύτερα το Κυπριακό το αποτέλεσμα δεν ήταν και τόσο απρόσμενο, μια και οι Ελληνοκύπριοι είχαν επιλέξει ως πρόεδρο τον παραδοσιακά απορριπτικό Παπαδόπουλο και ο ηγέτης του ΑΚΕΛ Χριστόφιας δείλιασε και, μπροστά στο δέλεαρ της μελλοντικής εξουσίας, τάχθηκε και εκείνος υπέρ του Όχι (ενός ήπιου Όχι όπως είχε πει), αφήνοντας άφωνα τα άλλα ηγετικά στελέχη του ΑΚΕΛ. Βλέπε προβλέψεις του γράφοντος τέσσερα χρόνια πριν από το Δημοψήφισμα, σε Α. Ηρακλείδης, Το Κυπριακό: σύγκρουση και επίλυση (2001), σελ. 342-8.

2. Επικαλούμαι και προσωπική μαρτυρία, από τις συζητήσεις μου με τον Ακιντζί ξεκινώντας από το 1997. Βλ. Ηρακλείδης, ο.π., σελ. 352-3.

3. Cyprus Mail, 4-5-2015. Daily Telegraph, 18-11-15. Sabah, 25-11-2015. Νίκος Αναστασιάδης, συνέντευξη στην Αυγή, 20-12-2015.

4. Οι διεθνείς εταιρείες σπάνια επενδύουν στην εξόρυξη πετρελαίου ή φυσικού αερίου σε περιπτώσεις αμφισβητούμενες και όχι ξεκάθαρα οριοθετημένες υφαλοκρηπίδες (π.χ. το κοίτασμα Αφροδίτη βρίσκεται και στην ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα του Ισραήλ) ή σε περιοχές που υφίστανται διενέξεις. Αν δεν λυθεί το Κυπριακό, και δεν ομαλοποιηθούν οι σχέσεις της Δημοκρατίας της Κύπρου με την Τουρκία (χωρίς επίλυση του Κυπριακού, δεν υπάρχει η δυνατότητα μεταφοράς του φυσικού αερίου στο εγγύτερο σημείο, δηλαδή στα νότια παράλια της Τουρκίας), προκρίνεται η λύση της κατασκευής ενός σταθμού υγροποίησης του φυσικού αερίου στη Δημοκρατία της Κύπρου, το οποίο υγροποιημένο μετά θα μεταφερθεί με ειδικά πλοία. Ο σταθμός θα κοστίσει, απ’ ότι φαίνεται, το υπέρογκο ποσό των έξι δις δολαρίων. Επίσης συζητείται η λύση της κατασκευής ενός υποθαλάσσιου αγωγού από την Κύπρο στην Κρήτη και από εκεί η μεταφορά με πλοία στην ηπειρωτική Ελλάδα και την Ιταλία. Εδώ υπάρχουν πάρα πολλές τεχνικές δυσκολίες, λόγω και του μεγάλου βάθους της θάλασσας (σχεδόν τρία χιλιόμετρα) και η κατασκευή ενός τέτοιου αγωγού θα κοστίσει επίσης πανάκριβα (βλ. viaDiplomacy, 2-1-2016, http://www.viadiplomacy.gr/6836-2/). Η δε μεταφορά δια θαλάσσης σε μεγάλες αποστάσεις (π.χ. προς την ηπειρωτική Ελλάδα και την Ιταλία) υγροποιημένου αερίου απαιτεί ειδικά πλοία και ως εκ τούτου είναι παρακινδυνευμένη, με την πιθανότητα διαρροής και μόλυνσης της θάλασσας καθημερινό κίνδυνο.

5. Για να αναφερθώ εδώ σε μια πτυχή της μελέτης της επίλυσης συγκρούσεων, ίσως εδώ λειτουργήσει αυτό που είχε ανακαλύψει ο μεγάλος κοινωνιοψυχολόγος Mujafer Sherif, ότι δύο πλευρές σε μια σύγκρουση μπορεί να αρχίσουν να συνομιλούν και να βρουν μια βιώσιμη επίλυση στη μεταξύ τους διένεξη στο μέτρο που διακυβεύονται «υπέρτατοι στόχοι» (superordinate goals), όπως τους είχε ονομάσει, δηλαδή αν ζωτικές ανάγκες συνυφασμένες με την επιβίωση και των δύο πλευρών (εν προκειμένω η οικονομία των δύο χωρών και το φυσικό αέριο) δεν μπορούν να εκπληρωθούν χωρίς συνεννόηση και επίλυση της διένεξης.

6. Friedrich Ebert Stiftung, Cyprus Newsletter, Αρ.43, Ιανουάριος 2016, σελ. 2.

7. Cyprus Newsletter, Αρ. 43, ο.π., σελ. 2.

8. Βλέπε τις δηλώσεις της υπουργού εξωτερικών της αποσχιστικής Β. Κύπρου, Κας Emine Colak, στην έγκυρη ελληνοκυπριακή εφημερίδα Cyprus Mail, 4-8-2015.

9. Βλέπε το άρθρο του F. Çekirge, στην Hürriyet, 28-4-2015.

10. Cyprus Newsletter, Αρ. 43, σελ. 4.

11. Βλέπε Friends of Cyprus, τεύχος 58, 2016, σελ. 29-31

12. Βλέπε Cyprus Mail, 25-10-2015 και 5-11-2015.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 34 (2.2016)