φύσηξε μπάτης στο Υφυπουργείο Πολιτισμού

 

Η ανάκληση της εγκυκλίου της 8ης Δεκεμβρίου 2014
«περί διαχείρισης του υλικού που δημοσιεύεται στα ΜΜΕ».
Ιεραρχία και κοινό

Ίρις Τζαχίλη

 

Χάρηκα, μαζί με πολλούς άλλους φαντάζομαι, με την ανάκληση της εγκυκλίου της 8ης Δεκεμβρίου του 2014, που αφαιρούσε από τους αρχαιολόγους του τότε ΥΠ.ΠΟ. (και τους συνεργάτες τους, πανεπιστήμιο, ερευνητικά ιδρύματα) τη δυνατότητα ανακοίνωσης των ερευνών τους άνευ της προτέρας εγκρίσεως του τότε Υπουργείου Πολιτισμού. Ήταν ένα από τα αυταρχικά, σχεδόν παράλογα στην υπερβολή τους φαινόμενα. Έχει τόσους άλλους τρόπους να επιβάλει λήθη και σιωπή μία ισχυρή διοίκηση, από την απουσία δομών έκφρασης και δημοσίευσης έως τα αφανή δίκτυα προώθησης. Στην προκειμένη περίπτωση, πλην μιας πιθανής συγκυρίας ανθρώπων και ευρημάτων, αντανακλούσε καταστάσεις πολιτικές οι οποίες έχουν αναλυθεί και δεν θα επιμείνω. Μόνο ας υπογραμμιστεί ότι μία εμφανής πλευρά ήταν η ενίσχυση της ιεραρχίας, μία επικίνδυνη πλευρά γιατί παγιώνεται η αίσθηση της ιεραρχίας ως φυσικού φαινομένου, δηλαδή καταξιώνεται μία φυσικοποίησή της που αναδύεται στις περιόδους συρρίκνωσης των ελευθεριών και της ανθρώπινης οντότητας ως πολιτικού όντος. Τα ίχνη της μένουν και όταν περνά ο παροξυσμός, και η ιεραρχία με τα παρεπόμενά της –την υποχώρηση της προσωπικότητας, την υπερεκτίμηση των υψηλών κλιμακίων, την αποευθυνοποίηση– βιώνεται ως φυσική κατάσταση. Όπως αντιστοίχως προβάλλεται ως «φυσικός» ο ανταγωνισμός. Η «φυσική» αυτή ιεραρχία μεγεθύνεται συνδυαστικά με την κατοχύρωση του δικαιώματος του λόγου στην κορυφή, την ταύτιση του δικαιώματος του λόγου με την ιεραρχία και την αδειοδότηση εκ μέρους της των λόγων των άλλων, των ιεραρχικά κατωτέρων.1

Οι ενέργειες με σημαντικό βαθμό αυταρχισμού γίνονταν σε συνθήκες πολιτικής λιτότητας, και μολονότι η λιτότητα ευελπιστούμε ότι θα εκλείψει βαθμιαία, τέτοιου είδους κινήσεις μπορούν να εκλείψουν ακαριαία. Ήδη ο όρος λιτότητα ως ευφημισμός είναι μία νίκη των υπερασπιστών της πολιτικής αυτής. Κατονομάζει με έναν όρο θετικό, που υπόρρητα παρακινεί τα άτομα σε εσωτερική πειθαρχία σώματος και νου, μία πολιτική εντελώς αντίθετη, εκτός ατομικής θέλησης και επιλογής. Ονοματίζει «φυσικά» με έναν όρο που φέρει συνδηλώσεις αρετής και με το ιστορικό βάθος του προτεσταντισμού μία συμπόρευση με ανοίκεια συμφέροντα, μία βίαιη αφαίρεση ολόκληρων πεδίων καθημερινών δυνατοτήτων. Πόλεμος των λέξεων μέσω ευφημισμών, μέσω ονομασιών με στόχο την έστω και ασυνείδητη αποδοχή και τη συνέχιση της (αυτο)ενοχοποίησης αυτών που δεν είναι «λιτοί»!2

Η ανάκληση της εγκυκλίου επομένως, μία πράξη ηχηρή, ήταν όχι μόνο μία απλή κατάργηση, αλλά κάτι σαν υπογράμμιση γιατί δεν αφέθηκε απλώς να περιπέσει σε αδράνεια, αλλά υπογράφηκε η ανάκλησή της από τη γενική διευθύντρια αρχαιοτήτων Ελ. Κόρκα. Μπορούμε να πούμε ότι έγινε μια κίνηση από αυτές που όταν πυκνώσουν θα δούμε ίσως ένα διαφορετικό πρόσωπο της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, τη φιλελευθεροποίηση του αδιαφανούς και συρρικνωμένου ως προς τα πεδία αρμοδιότητάς του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου και του Συμβουλίου Μνημείων (εκτός από τον αυταρχικό τρόπο διορισμού των μελών του). Ευελπιστούμε ότι θα προχωρήσουν οι συζητήσεις για την τροποποίηση του Αρχαιολογικού Νόμου του 2002. Είναι μία επιτυχία, ένα μικρό λιθάρι στον αγώνα εναντίον του παμφάγου χαρακτήρα της ιεραρχίας και της τσιμεντοποίησης της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας έναντι της υπόλοιπης κοινωνίας που υποτίθεται ότι υπηρετεί.

 

Τα ποικίλα «κοινά»

Η κεντρική έννοια και ταυτόχρονα ο στόχος που υπερίπταται γύρω από τις λέξεις που χρησιμοποιούνται για την πολιτιστική πολιτική είναι το «κοινό». Εμφανίζεται ως κάτι αυτονόητο αλλά τελεί υπό την αοριστία που επιτρέπει νοηματοδοσίες ποικίλες και δυσδιάκριτες στην πολυσημία τους. Δεν είναι δεδομένο. Τροποποιείται και διαμορφώνεται ανάλογα με τους τρόπους και τις θέσεις από τις οποίες εγκαλείται. Αλλά ούτε και ποιοι απευθύνονται σε αυτό και με ποια θέματα είναι δεδομένοι. Είναι θεσμοί, είναι πρόσωπα, διάφοροι επαΐοντες που πολλαπλασιάζονται και μειούνται ανάλογα με τους συρμούς και τις δυνατότητες; Νομίζω ότι αλληλοσυγκροτούνται. Οι πολιτιστικοί οργανισμοί και οι πολιτικές τους συγκροτούν το δυνάμει κοινό τους και αντίστροφα συγκροτούνται από αυτό. Ούτε οι μεν ούτε οι δε είναι δεδομένοι.

Αυτή την εποχή το κοινό ως αποδέκτης, ο κόσμος ή οι πολίτες, ή όπως αλλιώς καλείται, είναι στο επίκεντρο προσπαθειών και συζητήσεων. Έχει επινοηθεί ολόκληρος κλάδος που ονομάζεται δημόσια αρχαιολογία. Υπήρχε πάντα βέβαια η προσπάθεια εμπλοκής του λεγόμενου ευρέως κοινού από εποχής Κωνσταντίνου Ρωμαίου και Κωνσταντίνου Τσούντα, αλλά τώρα πήρε νέο όνομα και ίσως νέα ένταση. Προτείνονται συμπληρωματικοί τρόποι προσέγγισης του παρελθόντος και ποτέ δεν γίνονταν τόσες διαλέξεις, ξεναγήσεις, εκπαιδευτικά προγράμματα, αναδείξεις, εκθέσεις διεθνείς και ελληνικές. 

Θα αναφερθώ σε μερικά χαρακτηριστικά του ευρέως κοινού, μαγικής λέξης, πάντοτε θετικής, όπως ξέρουμε. Έχουν σχέση με την πρόσληψή του και τον έλεγχο που προσπαθούν να επιβάλουν όσοι το επικαλούνται. Ας αναφερθεί πρώτα η απουσία αναγνώρισης του κοινωνικού χαρακτήρα του κοινού, ο κοινωνικός ιστός με τις διαφοροποιήσεις του, μέρος του οποίου είναι. Δεν υπάρχει ενδιαφέρον για την κοινωνική προέλευση και την παιδεία ούτε ειδικοί τρόποι προσέγγισης (εκτός αν πρόκειται για ηλικίες ή σπάνια, μειονότητες). Χωρίς να διατυπώνεται, το κοινό της αρχαιολογίας αντιμετωπίζεται ως ομοιογενές, διότι έτσι εγκαλείται, έτσι απευθύνονται σε αυτό οι οργανισμοί. Όπως άλλωστε και η εκπαίδευση, όπως έχουν δείξει τόσες αναλύσεις (Τσουκαλάς, Althusser). Ο μόνος του συνεκτικός του χαρακτήρας είναι ότι αποτελεί τον δέκτη των δράσεων που οργανώνονται για την πληροφόρηση ή την παιδεία του. Η κατάταξη των ενδιαφερόντων και των γνωρισμάτων ολόκληρων ομάδων ανθρώπων λόγω κοινωνικής προέλευσης και παιδείας κατά τον Bourdieu χαρακτηρίζει τάξεις. Όταν κάτι τέτοιο αγνοείται, όταν το ακροατήριο, το κοινό, οι ένθεν και ένθεν συμμετέχοντες δεν θεωρείται ότι διαφοροποιούνται, ξέρουμε πια ότι απλώς υπονοείται μόνο μία κοινωνική κατηγορία που έχει τις προσλαμβάνουσες εμπειρίες και παιδεία, δηλαδή η ηγεμονεύουσα. Μέρος της είναι οι ομάδες που επιβάλλουν τις επιλογές τους ως ορθές στις άλλες κοινωνικές ομάδες οι οποίες το αποδέχονται. Ο Pierre Βourdieu έκανε σχετικές μετρήσεις και πίνακες, και χαρακτηρίζει κοινωνικές τάξεις με οριοθετήσεις και ταξινομήσεις από τα γούστα και τις συνήθειές τους (ποιοι πηγαίνουν στα μουσεία, ποιοι κάνουν ποδήλατο, τι ρούχα προτιμούν κ.λπ.).3 Η αλληλεξάρτηση του κοινού που δημιουργείται αφενός από την προσφορά των θεσμών και των οργανισμών, οι οποίοι με τη σειρά τους οργανώνουν αφετέρου την εν λόγω προσφορά από τα μηνύματα του κοινού, είναι πλέον αντικείμενο της σύγχρονης ιστορίας.

Ο τρόπος συγκρότησης του κοινού αναδεικνύεται και με ένα άλλο στοιχείο που έχει σχέση με τις διαστρεβλώσεις της πολιτιστικής πολιτικής (όπως φάνηκε στην προαναφερθείσα εγκύκλιο), τον έλεγχο. Το ιδεώδες κοινό είναι ακροατές, όχι συνομιλητές. Επιχειρείται έλεγχος των πληροφοριών και των απόψεων για το παρελθόν ο οποίος επιβάλλεται πίσω από το προσωπείο του ειδικού και της αντικειμενικότητας. Μου θυμίζει την οικονομία και τις στατιστικές της, των οποίων κανείς δεν καταλαβαίνει τα μυστήρια αλλά τα δεχόμαστε γιατί είναι επιστημονικά και αντικειμενικά. Στους κοινωνικούς χώρους όπως και σε όλα τα κοινά υπάρχουν συνεχώς υπό διαμόρφωση κατηγορίες, ομάδες συμφερόντων, οργανώσεις που επικαλούνται και αυτές ιδεολογικά το παρελθόν. Ασχέτως επαγγελματικής ενασχόλησης. Εμείς οι πάσης φύσης αρχαιολόγοι (όχι μόνο της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας – αρχαιολόγοι στα πανεπιστήμια, ερευνητές, έκτακτο προσωπικό, άνεργοι) δεν είμαστε ομοίως μέρος ενός πολιτικού παρόντος, ενός αγώνα με λόγια, χειρονομίες και δράση; Ασφαλώς είμαστε. Αντί να κρυβόμαστε πίσω από ακατάληπτες χρονολογήσεις και αναλύσεις των μαρμάρων, ας δεχτούμε ότι υπάρχει πολιτικός αγώνας που αφορά το παρελθόν, που είναι μία από τις πτυχές των άλλων πολιτικών αγώνων. Μέρος του είναι και οι αρχαιολογικές εκθέσεις και τα μουσεία, και οι οργανώσεις και οι ακροατές των ειδήσεων, ή οι αναγνώστες. Δεν ωφελεί ούτε να στέλνουμε εγκυκλίους ούτε να κρυβόμαστε πίσω από την ειδίκευση. Αν θέλουμε ένα κοινό ζωντανό με κοινωνική προέλευση, με γνώση και με επιθυμία να κρίνει και να εκφράσει άποψη, τότε θα δεχτούμε και τις πολλαπλές αναγνώσεις του παρελθόντος. Πολλοί μπορεί να έχουν γνώμη για τη νεολιθική ισότητα ή τη λακωνική πολιτεία και να ψάχνουν τις πηγές. Υπάρχει και η οικονομική πλευρά του θέματος δυνάμει της οποίας προωθείται ο υλικός πολιτισμός έναντι του άυλου (κανείς δεν μοιάζει να ασχολείται με τον Τυρταίο π.χ.), αλλά γι’ αυτή΄ν ίσως πρέπει να μιλήσουν καταλληλότεροι.

Και δεν θα πρέπει να ξεχνούμε ότι η αρχαιολογία βρίσκεται σε ένα Υφυπουργείο πολιτισμού, στο πλαίσιο του Υπουργείου Παιδείας το οποίο έχει αρμοδιότητες σε χώρους όπως ο λόγος, η ποίηση, η εικόνα, η μουσική. Στα όρια της ανθρώπινης υπόστασης δηλαδή. Υπό την προστασία του είναι οι λογοτέχνες, οι εικαστικοί, οι ποιητές που ακροπατούν σε άγνωστους δρόμους, οι μουσικοί με τη συγκέντρωση που απαιτείται και απειλείται, ευαίσθητοι, ευάλωτοι που ζουν για την τέχνη και την περιμένουν στην πόρτα σαν μεγάλη κυρά. Οι νόμοι, οι ρυθμίσεις και οι κανονισμοί σε ένα τέτοιο υφυπουργείο πρέπει να είναι οι πιο σεμνοί και οι λιγότερο παρεμβατικοί, οι πιο ανοιχτοί στην κοινωνία. Να το έχουμε υπόψη μας και εμείς οι αρχαιολόγοι. Αλλιώς οι Τέχνες θα φύγουν σαν άγρια πουλιά, και τις ρυθμίσεις τι να τις κάνουμε πια.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 

1. Ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων εξέδωσε ανακοίνωση στις 13.3.2015 για την ανάκληση αυτή τονίζοντας τις ασάφειες και το νομικό κενό που τη χαρακτηρίζει, το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε κάθε είδους παρερμηνείες. Στην ανακοίνωση αναφέρονται και μια σειρά αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για την αντιμετώπιση της απείθειας σε τέτοιου είδους ζητήματα. 

2. Βλ. πρόσφατα Αντώνης Λιάκος, «Συμβιβασμός και μεταρρυθμίσεις» στον διαδικτυακό ΧΡΟΝΟ http://www.chronosmag.eu/index.php/ls-ss-ths.html 22. Το θέμα αυτό αναπτύσσεται εξαιρετικά από τον Τάσο Χριστίδη που, όπως πάντα, από τότε που τον χάσαμε, μας λείπει: «Η κοινωνική συνθετότητα ορίζει τη γλωσσική ποικιλία και ταυτόχρονα ορίζεται από αυτήν. Αυτή η συστατική διαπλοκή συνθέτει το γλωσσικό φαινόμενο ως κοινωνικοϊστορικό μόρφωμα. Και η διαπλοκή αυτή οργανώνεται και δρα στη βάση κοινωνικοϊστορικών αξιοδοτήσεων. Η συζήτηση για τις γλωσσικές χρήσεις –και τα πάθη που αυτή η συζήτηση συχνά διεγείρει– αφορά αυτές τις αξιοδοτήσεις. Και εδώ ακριβώς, όπως συμβαίνει πάντοτε στο χώρο της ιδεολογίας, γεννιούνται οι περιπλοκές: φυσικοποίηση του κοινωνικού, απολυτοποίηση του σχετικού και η συνακόλουθη ψευδής συνείδηση, συνειδητή κάποτε συγκάλυψη του κοινωνικού χαρακτήρα αυτών των αξιοδοτήσεων και της κοινωνικοϊστορικής σχετικότητάς τους», Α.-Φ. Χριστίδης «Χρήσεις της γλώσσας. Οι όροι μιας συζήτησης», Συμπόσιο Εταιρείας Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας Σχολής Μωραΐτη, 3-5 Δεκεμβρίου 2004. Έκδοση στα Πρακτικά του Συμποσίου.

3. Bourdieu Pierre, La distinction, critique sociale du jugement, Editions de Minuit, Παρίσι 1979.

 files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 23 (03.2015)