άγνοια, αδιαφορία και «απάτη» για τους Ρομά

 

Απαραίτητη η εκ βάθρων ανασκευή της Εθνικής Στρατηγικής για τους Ρομά1
και η μεταστροφή της κυρίαρχης λογικής της «χαμένης υπόθεσης»
που διέπει τα προγράμματα που τους αφορούν

Λάμπρος Μπαλτσιώτης

 

Είναι αλήθεια ότι το ελληνικό κράτος και το πολιτικό σύστημα έκανε σαν να μην υπήρχαν Ρομά στην Ελλάδα από την ίδρυσή του, παρά την αρχική πλήρη αποδοχή των εδραίων Γύφτων (ή και Γύπτων) ως ισότιμων πολιτών.2 Βέβαια στην πορεία των διακοσίων σχεδόν ετών για την «Παλαιά Ελλάδα» και εκατό ετών για τις «Νέες Χώρες» ένα μη αμελητέο τμήμα τους ενσωματώθηκε, σε διαφορετικούς βαθμούς, φτάνοντας στο σημείο πολλές οικογένειες και αρκετές ομάδες να μην αυτοπροσδιορίζονται ή ετεροπροσδιορίζονται πλέον ως Γύφτοι/Τσιγγάνοι, και τελικά να έχουν καταστεί αόρατοι, μέσω μιας ευρύτερης διαδικασίας ένταξης που εξελίσσεται και στις μέρες μας σε πολλές περιοχές της χώρας. Αν εξαιρέσει κανείς την ακούσια «επιτυχία» ένταξης κάποιων ομάδων Ρομά λόγω του ότι ως υπαχθέντες στην ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών, ως πρόσφυγες, πήραν –έστω όχι ισότιμα με τους άλλους πρόσφυγες– γη και σπίτια, οι ελάχιστες κινήσεις που έγιναν κατά διαστήματα, ιδίως από τη δεκαετία του 1950, σχετίζονταν με ευρύτερες αναγκαιότητες και με πολιτικές προσταγές της Ε.Ε. από ένα σημείο και πέρα. Ας μην ξεχνάμε ότι η ελληνική ιθαγένεια αποδόθηκε σε αρκετούς από τους Ρομά της Ελλάδας στη μεταπολίτευση, επί δεύτερης κυβέρνησης της Ν.Δ., το 1978-1979, μια διαδικασία που συνεχίστηκε για πολλά χρόνια. 

Ειδικά από τη δεκαετία του 1990 στο παιχνίδι μπήκε ενεργά η Ε.Ε. δίνοντας πολλά χρήματα, ιδίως για την εκπαίδευση και τη στέγαση των Ρομά. Σε όσους ασχολούνται με το ζήτημα είναι γνωστή η αποτυχία του πρώτου προγράμματος για την εκπαίδευση, γνωστού και ως «πρόγραμμα Γκότοβου», αν εξαιρέσει κανείς κάποιες καταγραφές οικισμών/εγκαταστάσεων και μικρές παρεμβάσεις. Πολύ πιο πρόσφατα (2002-2008), γνωρίσαμε την παταγώδη αποτυχία των δανείων για εγκατάσταση σε κανονικά σπίτια: από τα 6.200 περίπου δάνεια που εκταμιεύθηκαν, θα είναι ευχής έργον, αν και δεν υπάρχουν στοιχεία, να έχουν εγκατασταθεί σε βιώσιμες κατοικίες μερικές εκατοντάδες οικογένειες.3

Πού οφείλεται όμως αυτή η παταγώδης αποτυχία; Πού οφείλεται το ότι τόσα χρόνια μετά, είναι τόσο λίγα αυτά που έχουν γίνει για την πληθυσμιακή αυτή ομάδα; Πρόκειται για μια απίστευτη άγνοια των δεδομένων, για μια «ελληνική» τσαπατσουλιά ή και για τα δύο μαζί; Θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι η ανικανότητα του πολιτικού συστήματος και της διοίκησης είναι αξεπέραστη; Θα πρέπει να υποθέσουμε ότι πάλι τα πήραμε από τους ηλίθιους Ευρωπαίους; Μήπως όλα αυτά μαζί; Και σε ποιον να αποδώσουμε αυτά τα χαρακτηριστικά; Στην κεντρική κυβέρνηση, σε κάποιους υπουργούς και γενικούς γραμματείς, σε άλλα στελέχη των υπουργείων ή στην περιφερειακή αυτοδιοίκηση; Στους δημάρχους μήπως; Σε όσους εμπλέκονται με τα προγράμματα, τεχνοκράτες, πανεπιστημιακούς και άλλους; Είναι «όλοι ίδιοι»; Ή, τέλος, οφείλεται (και) στην ίδια την ομάδα-στόχο, δηλαδή στους Ρομά; Πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος της ίδιας της ομάδας;

Στον βαθμό που μπορεί να έχει κανείς εικόνα για το σύνολο των πολύ διαφορετικών ζητημάτων που αφορούν τους Ρομά, τα πράγματα είναι και πολύπλοκα αλλά και απλά. Άλλα ζητήματα σχετίζονται με τις γενικότερες δυσλειτουργίες της διοίκησης (κεντρικής και περιφερειακής/τοπικής), άλλα αφορούν ειδικά το πώς αυτές, η κάθε διοικητική μονάδα συγκεκριμένα, αντιμετωπίζουν το ζήτημα, στον βαθμό που δέχονται ότι υπάρχει ζήτημα. Ούτε βέβαια είναι όλοι ίδιοι, όπως ιδίως μας δείχνει η τοπική αυτοδιοίκηση: άλλες οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν, για παράδειγμα, στους δήμους Βόλου/Νέας Ιωνίας, Αλιάρτου, Τρικάλων, και άλλες αυτές που εφαρμόστηκαν –συνήθως τίποτα– στη Ρόδο, στο Αιτωλικό, στην Ερμιονίδα/Κρανίδι.4 Άλλη συγκρότηση –και πιθανολογούμε αποτελέσματα–, θεωρείται από πολλούς ότι έχει η προσπάθεια που κάνει η ομάδα του Α.Π.Θ. στην εκπαίδευση και άλλη αυτή που κάνει αυτή του Ε.Κ.Π.Α.

Υπάρχουν όμως αιτίες που μπορούμε να ανιχνεύσουμε γι’ αυτή την απίστευτη αποτυχία των όσων έχουν γίνει μέχρι τώρα, πριν έρθουμε στη Στρατηγική που εκπονήθηκε το 2011; Πιστεύουμε πως Ναι, και θεωρήσαμε ότι θα πρέπει να ομαδοποιηθούν. Αυτά βέβαια με την παραδοχή ότι η «δική μας» ομάδα έχει δικαίωμα να παρέμβει ώστε να αλλάξει η ομάδα-στόχος –οι Ρομά–, ώστε εντέλει να ενστερνιστεί δικές μας αξίες και πρότυπα, είτε αφορούν τη στέγη, είτε την προστασία της παιδικής ηλικίας, είτε την εκπαίδευση, είτε τη συμμόρφωση στη νομιμότητα.

 

 

Οι αιτίες της αποτυχίας

Κατά τη γνώμη μας, οι αιτίες που εξηγούν την πολύ μικρή πρόοδο μετά από μια εικοσαετία και εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ είναι οι εξής:

 

Α. Ιδεολογικές παράμετροι. Με αυτές εννοούμε τη διάχυτη αντίληψη σε πολλούς, αν όχι σε όλους, τους φορείς πολιτικών για τους Ρομά ότι «οι Γύφτοι δεν αλλάζουν». Πράγματι τα επιχειρήματα που μπορούν να φέρουν οι φορείς αυτής της άποψης είναι πολλά και βασισμένα στην αρχή «υπόθεση-πείραμα-επαλήθευση-επανάληψη». Δεν χρειάζεται όμως να ανακαλύψουμε την πυρίτιδα των κοινωνικών επιστημών, για να δούμε ότι οι ομάδες δεν αλλάζουν αν δεν θεωρούν ότι έχουν (συνήθως απτά) να επωφεληθούν από αυτή την αλλαγή. Με δυο λόγια, τι είναι, για παράδειγμα, αυτό που θα φέρει τους Ρομά, ή οποιαδήποτε άλλη ομάδα, στο σχολείο όταν όχι μόνο δεν τους είναι –τουλάχιστον έτσι θεωρούν– χρήσιμο στην κοινωνική και την επαγγελματική τους ζωή, αλλά αντίθετα ο αναλφαβητισμός και η επίκλησή του μπορεί και να επιφέρει πλεονεκτήματα στις σχέσεις τους με τις άλλες πληθυσμιακές ομάδες και το κράτος; Πρόκειται δηλαδή όχι μόνο για το ποιο πραγματικό αντίκρισμα έχει στη ζωή τους η εκπαίδευση, αλλά και για το ζήτημα του πώς θα πεισθεί η ομάδα ότι έχει, έστω μεσοπρόθεσμα, να κερδίσει από αυτές τις αλλαγές. Ποτέ, εξ όσων γνωρίζουμε, στο πλαίσιο όλων αυτών των προγραμμάτων δεν εκπονήθηκε κάποιο σχέδιο που θα σχετίζεται με το τι «καλό» θα επιφέρουν άμεσα ή αργότερα αυτά στην ομάδα-στόχο. Υπάρχουν όμως και άλλα ζητήματα που δεν σχετίζονται αποκλειστικά με τους Ρομά αλλά με γενικότερες πολιτικές που όμως αφορούν και τους Ρομά. Για παράδειγμα, ποια πολιτική ακολουθεί το ελληνικό κράτος, και τι σχέδιο έχει απέναντι στη μαθητική διαρροή από την υποχρεωτική εκπαίδευση είτε είναι στις Κυκλάδες και στα Δωδεκάνησα, είτε είναι στη Ζάκυνθο και τη Λευκάδα, είτε στην Ευρυτανία και τη Δυτική Αττική, είτε στο Γεράκι Λακωνίας, είτε στα Ανώγεια, είτε τέλος στους Ρομά; Το κράτος λίγο-πολύ αδιαφορεί, όπως άλλωστε και οι τοπικές κοινωνίες.5 Υπάρχει κάτι που μπορεί να γίνει, αν θέλετε «χωρίς δημοσιονομικό κόστος», από στοχευμένες παρεμβάσεις στο σχολείο και την οικογένεια μέχρι, ενδεχομένως την επίκληση του «χωροφύλακα»; 

Μήπως εντέλει η κυριαρχία της ιδεολογικής εμμονής ότι «δεν αλλάζουν οι Γύφτοι» θα πρέπει να συζητηθεί ανοικτά, να δούμε «εάν ισχύει ή μήπως δεν ισχύει»; Γιατί ευτυχώς τα παραδείγματα ότι δεν ισχύει παρά prima fasciae είναι πολλά και στην Ελλάδα.6 Αντί για την επίκληση γενικών ανθρωπιστικών αρχών, χριστιανικής ή αριστερής συμπόνιας ή έστω αριστερής αλληλεγγύης απέναντι στους Ρομά, αυτός είναι ίσως ό μόνος τρόπος για να πιστέψουν πραγματικά τα στελέχη της διοίκησης, των τοπικών κοινωνιών, ότι κάτι μπορεί να αλλάξει, Πρέπει μάλιστα να σημειωθεί ότι στο όνομα του «δεν αλλάζουν» και της προστασίας της ιδιαιτερότητας, πολλές ομάδες βρέθηκαν κοινωνικά αποκλεισμένες, όπως μας διδάσκει και το παράδειγμα της μειονότητας της Θράκης.

Οι ελληνικές δημοτικές αρχές όχι μόνο επικαλούνται συχνά το «δεν αλλάζουν», αλλά επιπρόσθετα αντιμετωπίζουν την πραγματική ή υποθετική «ιδιαιτερότητα» ως γενετικά αμετάβλητο χαρακτηριστικό. Είναι διαφωτιστική η έκθεση αρμόδιας υπηρεσίας Δήμου της Στερεάς Ελλάδας το 2014 όπου γράφονται τα εξής: «Τεκνοποιούν σε πολύ μικρή ηλικία μεγάλο αριθμό παιδιών αφού θεωρείται πηγή εισοδήματος. [...] Τα παιδιά χρειάζονται για να φέρνουν χρήματα στην οικογένεια μέσω της επαιτείας».7 Ενδεχομένως τα παραπάνω να έχουν σχέση με την πραγματικότητα, αλλά αυτό θα μας το πει μια στοιχειώδης έστω έρευνα, ξεκινώντας από το πόσα παιδιά γεννάνε. Αλλιώς έχει την ίδια αξία με τη ρήση «οι Νορβηγοί και οι Ολλανδοί [σε σχέση με τους Έλληνες, τους Ουκρανούς, τους Ελβετούς] τεκνοποιούν σε πολύ μικρή ηλικία μεγάλο αριθμό παιδιών αφού θεωρείται πηγή εισοδήματος».8 Στοιχειωδώς δηλαδή θα πρέπει να συγκριθεί, πέρα από το πόσα παιδιά (παραπάνω;) γεννάνε, τι γεννητικότητα υπάρχει σε ομάδες του πληθυσμού με ανάλογα χαρακτηριστικά (μόρφωσης, εισοδήματος, τόπου κατοικίας κ.λπ.), έτσι ώστε να έχουμε μια πραγματολογική αφετηρία.

Τα πράγματα, ακόμη κι αν υιοθετήσουμε μια αγοραία πρόσληψη, είναι πιο σύνθετα απ’ ό,τι φαίνεται: Σύμφωνα με την κυρίαρχη λογική για τη γεννητικότητα στη Βρετανία, οι Βρετανοί είναι Γύφτοι, καθώς θεωρείται ότι ανύπαντρες νεαρές «Τεκνοποιούν σε πολύ μικρή ηλικία μεγάλο αριθμό παιδιών αφού θεωρείται πηγή εισοδήματος».9

 

Β. Η μη συστηματική καταγραφή των δεδομένων. Σήμερα, περίπου είκοσι χρόνια μετά τις πρώτες παρεμβάσεις, βρισκόμαστε κοντά στο μηδέν σχετικά με το τι γνωρίζουμε πραγματολογικά για τους Ρομά της Ελλάδας – ας αφήσουμε τους βαλκάνιους Ρομά που έχουν προστεθεί μετά το ’90. Πόσοι είναι, πού μένουν, τι χαρακτηρίζει την κάθε ομάδα στον κάθε οικισμό/εγκατάσταση, τι παρατηρήσεις μπορούμε να κάνουμε για τις αλλαγές στις κοινότητες τα τελευταία χρόνια, είναι ερωτήματα μέχρι στιγμής αναπάντητα. Ακόμη και το 2014 δεν υπάρχει καμιά αξιόπιστη καταγραφή των οικισμών/εγκαταστάσεων, του πληθυσμού και των χαρακτηριστικών τους.10 Σε μερικές όψεις των δεδομένων οι ελληνικές καταγραφές είναι στο ίδιο επίπεδο ή και σε χειρότερο από τις αλβανικές αν θέλουμε να κάνουμε κάποια σύγκριση.11 Είναι τραγικό σήμερα το ότι στα περιφερειακά επιχειρησιακά σχέδια για τους Ρομά, παρά τις διαφορές τους, βλέπει κανείς τα υποτιθέμενα δεδομένα ανά οικισμό να αποτελούν copy-paste χωρίς έστω καμία μικρή αλλαγή για τα μάτια του κόσμου. Πώς μπορεί, για παράδειγμα, να χαρακτηρίσει κανείς το ότι στο σχέδιο της Περιφέρειας Πελοποννήσου τα δεδομένα για την αστικοδημοτική κατάσταση των Ρομά –ποιος θυμάται τη «μικρή ξανθή Μαρία»;– και την εκπαίδευσή τους είναι σε αρκετές περιπτώσεις αντιγραφές κατά τύπο και ομάδα οικισμών;12 Είναι φανερό ότι οι καταγραφές δεν αποσκοπούν στην ανίχνευση των προβλημάτων, στην αποτύπωση των δεδομένων, αλλά απλώς γίνονται γιατί έτσι πρέπει, έτσι επιβάλλει το Υπουργείο ή η Ευρώπη. Για παράδειγμα, έχει καταγραφεί ελάχιστα τι συμβαίνει με τις εγγραφές στα δημοτολόγια, πόσοι δεν έχουν ληξιαρχικές πράξεις και πόσοι δεν έχουν δημοτολογικές εγγραφές, πόσοι δεν έχουν γάμο και άρα δική τους μερίδα, πόσα παιδιά είναι «γραμμένα» πάνω στις γιαγιάδες –για μια σειρά λόγους–, αυτά δηλαδή που γνωρίζει όποιος έχει ασχοληθεί ελάχιστα με το ζήτημα των Ρομά στην Ελλάδα. Τι σημαίνει «το 70% περίπου πηγαίνει σχολείο» στην τάδε εγκατάσταση, χωρίς το σε ποια τάξη και μέχρι ποια τάξη, αν παρακολουθεί, τι επιδόσεις έχει, σε ποια ηλικία πάει και ούτω καθεξής. Τι ξέρουμε δηλαδή για το πρόβλημα ώστε αφού το εντοπίσουμε να προσπαθήσουμε να το λύσουμε, και τέλος πάντων αν δεν λύνονται όλα, αυτά που λύνονται πιο εύκολα και ανέξοδα.

 

Γ. Η αντίληψη ότι οι Ρομά είναι ενιαία ομάδα. Είναι δύσκολο να πει κανείς αν πρόκειται για πλήρη άγνοια, αδιαφορία ή ηθελημένη πρακτική. Πρόκειται για ένα ζήτημα που δεν χρειάζεται την εξαντλητική καταγραφή δεδομένων για να διαπιστωθεί. Σημαίνει κάτι το να είσαι Ρομά σήμερα στα «μαγευτικά Ζαγοροχώρια» ή στα Μαστοροχώρια της Ηπείρου; Στο Φλάμπουρο Σερρών ή στους Φιλιάτες σημαίνει κάτι που να σχετίζεται με κρατική παρέμβαση; Τι σημαίνει Ρομά στην Αγία Βαρβάρα, στην Κάτω Αχαγιά, στα Πετράλωνα της Αθήνας; Είναι το ίδιο με το Τραγανό Ηλείας, το Ζεφύρι (όλο;) και το Κορακόνερο της Ρόδου; Η χαοτική διαφοροποίηση δεν έχει μόνο πραγματολογική σημασία. Έχει να κάνει με το ότι πρόκειται για εντελώς διαφορετικούς πληθυσμούς,13 με εντελώς διαφορετικά ζητήματα και ανάγκες προς επίλυση. Ως εκ τούτου, η υποτιθέμενη παρέμβαση τύπου α΄ μπορεί να είναι κατάλληλη για μια ομάδα Ρομά αλλά παντελώς ακατάλληλη ή και άχρηστη για μια άλλη. Άλλες ανάγκες έχουν οι μετακινούμενοι πληθυσμοί, άλλες οι εδραίοι, άλλες ανάλογα με τον τύπο μετακίνησης και ούτω καθεξής. Ακόμη και σε έναν οικισμό, μία ομάδα Ρομά, μπορεί να έχει τόσο διαφοροποιημένα χαρακτηριστικά, που να υπάρχει σαφής ανάγκη διαφορετικών πολιτικών. Για παράδειγμα, χρειάζονται άραγε όλες οι ομάδες Ρομά της ευρύτερης Αλεξάνδρειας (Γιδά) «πολιτικές ένταξης»; Αλλά και να χρειάζονται, δεν μπορεί να είναι ίδιες, πόσο μάλλον σε αυτούς που δεν θέλουν να θεωρούνται γύφτοι. Προφανώς για να σκεφτεί κανείς τα παραπάνω δεν είναι απαραίτητο να έχει ειδικές γνώσεις για τους Ρομά, απλώς μια γνώση για τη μεγάλη διαφοροποίηση των ομάδων. Οι μεγάλες διαφοροποιήσεις έχουν επίσης να κάνουν και με διαφορετικές στοχεύσεις κατά ομάδα. Μιλώντας με αφορμή τα δάνεια, τι αποτέλεσμα θα έχει η χορήγηση δανείου για «στέγαση» ομάδας που έχει χαρακτηριστικά μετακινούμενου πληθυσμού χωρίς τάσεις ή δυνατότητες εγκατάλειψης αυτού του κοινωνικοοικονομικού προφίλ στο άμεσο μέλλον;

 

Δ. Η αντίληψη ότι οι Ρομά είναι ανήλικοι και άβουλοι που χρειάζονται στοργή και προστασία. Πρόκειται για αντίληψη που κυριαρχεί ιδίως σε τμήματα της Αριστεράς. Αρκεί κανείς να ανατρέξει τις σχετικές ερωτήσεις των βουλευτών του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και της ΔΗΜ.ΑΡ.14 Οι Ρομά εκλαμβάνονται, όχι από τη μεριά του κράτους αυτή τη φορά, ως οι κατατρεγμένοι και εντέλει μη ισότιμοι πολίτες, αλλά και ως μη δυνάμενοι να καταστούν ισότιμοι πολίτες, αφού δεν είναι υποκείμενα. Δηλαδή οι πράξεις τους και οι πρακτικές τους που είναι αξιακά ή νομικά επιλήψιμες είτε «δεν υπάρχουν», είτε δικαιολογούνται λόγω της θέσης τους. Δεν πρόκειται για κάποια ανάλυση που θα μας διαφώτιζε γιατί κάποιες ομάδες του πληθυσμού διακρίνονται για μεγαλύτερη παραβατικότητα ή εγκατάλειψη του σχολείου, επί παραδείγματι. Πρόκειται για μια εξίσου άστοχη αντιστροφή τού «οι γύφτοι πουλάνε τα παιδιά τους». Όπως όμως πράγματι πρέπει να δεχθούμε, εάν και εφόσον έχουμε στοιχεία, ότι κάποιοι «γύφτοι» από συγκεκριμένες ομάδες «γύφτων» πουλάνε τα παιδιά τους σε αισθητά διαφοροποιημένο ποσοστό από την άλλη κάθε φορά συγκρινόμενη ομάδα,15 έτσι και η παραδοχή τού ότι οι (άθλιες) συνθήκες οδηγούν μια ομάδα να έχει κάποιες συγκεκριμένες τάσεις και συμπεριφορές, δεν αρκεί. Δεν μας λέει δηλαδή πώς συμπεριφορές ομάδων αναπαράγονται ως πιο συμφέρουσες και πώς ακόμη και αυτές παρουσιάζουν ποικιλία.16 Διότι επίσης, άλλο το να κλέβω και κανένα αντικείμενο από χαλκό πού και πού, άλλο το να ξηλώνω οργανωμένα εγκαταστάσεις του ευρύτερου δημοσίου ή ιδιωτών για τον χαλκό, άλλο το να κλέβω κανένα ποδήλατο, και άλλο να δημιουργώ δίκτυο διακίνησης ναρκωτικών.

 

Ε. Η λογική της αγγαρείας: η πλήρης αδιαφορία για την τύχη των Ρομά. Δύσκολα μπορεί να βρει κανείς στέλεχος σε κάθε επίπεδο της διοίκησης ή αιρετό που να ενδιαφέρεται πραγματικά για την τύχη αυτής της ομάδας. Όπως προαναφέρθηκε, με τη λογική τού «δεν αλλάζουν» και της χαμένης υπόθεσης, η αδιαφορία επενδύεται ενίοτε και ιδεολογικά. Όλες οι δράσεις, κυρίως τα προγράμματα, γίνονται με τη λογική της αγγαρείας, του «να τελειώνουμε», παρά με τη λογική τού να μείνει κάτι στην ομάδα και μέσω αυτής και στην τοπική κοινωνία, η οποία όντως δεν είναι λίγες οι φορές που βιώνει, όχι φαντασιακές, αλλά πραγματικά δύσκολες καταστάσεις από τη συμβίωση με ορισμένες ομάδες Ρομά.

 

Οι αδυναμίες των προγραμμάτων για τους Ρομά

Η αδιαφορία έχει ως αποτέλεσμα τα προγράμματα, οι δράσεις για τους Ρομά να παρουσιάζουν:

 

Α. Έλλειψη προγραμματισμού και θέσπισης στόχων. Οι μέχρι σήμερα δράσεις για τους Ρομά, με εξαιρέσεις τοπικού κυρίως χαρακτήρα, διακρίνονται για την έλλειψη προγραμματισμού και συγκεκριμένων στοχεύσεων. Αν και αυτό σχετίζεται με την ανυπαρξία μιας πραγματολογικής βάσης δεδομένων, δεν αρκεί αυτό για να εξηγήσει την έλλειψη. Η έλλειψη προγραμματισμού μπορεί να αγγίζει και πολύ πιο «απλά» ζητήματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι εμβολιασμοί των παιδιών Ρομά σε πολλές περιοχές της χώρας που εξακολουθούν να μην εκτελούνται κανονικά, καθώς σε περιφερειακό και δημοτικό επίπεδο δεν υπάρχει κάποιο σχέδιο εκτέλεσης των εμβολιασμών. Συνήθως ο εμβολιασμός επαφίεται σε πρωτοβουλίες άλλων φορέων ή εντάσσεται σε κάποιο εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Όταν ελλείπουν τα προγράμματα αυτά, οι εμβολιασμοί καταρρέουν. Αντίστοιχα παραδείγματα σχετίζονται με την εκπαίδευση.

 

Β. Μη βιωσιμότητα και μη παρακολούθηση των προγραμμάτων, απουσία ελέγχου και αναθεώρησης. Η κλασική παραδοχή, και αναφορικά με τις δράσεις στους Ρομά, είναι ότι «δυστυχώς τέλειωσαν τα λεφτά από το πρόγραμμα, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα». Όμως το περίφημο sustainability, η βιωσιμότητα, όσο και να πρόκειται για μια καραμέλα που βρίσκει κανείς σε κάθε ευρωπαϊκό πρόγραμμα, έχει να κάνει όντως με τον σχεδιασμό του προγράμματος. Πώς θα σχεδιαστεί δηλαδή και τι μηχανισμοί θα δημιουργηθούν ώστε να έχει κάποια συνέχεια και μετά την παύση της χρηματοδότησης. Μάλιστα, η δημιουργία των μηχανισμών αυτών δεν σημαίνει απαραίτητα και τη χρηματοδότηση από «ίδιους πόρους» ή αυτή μπορεί να είναι ελάχιστη. Παράλληλα αυτό που μπορεί να δει κανείς στις διάφορες δράσεις είναι η απουσία οποιουδήποτε ελεγκτικού μηχανισμού ή μετρήσιμων αποτελεσμάτων της δράσης ή του προγράμματος. Αυτή είναι μια καθολική διαπίστωση που διέπει σχεδόν κάθε δράση. Μάλιστα έχει ενδιαφέρον ότι ούτε καν προτάσσεται η δικαιολογία τού ότι κάποια μεγέθη είναι δύσκολο να μετρηθούν γιατί απλώς δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη για οποιαδήποτε μέτρηση. Και αν, για παράδειγμα, στην εκπαίδευση ή στη στέγαση οι μετρήσεις είναι εύκολες, υπάρχουν όντως άλλες δράσεις, όπως οι προσλήψεις πολιτισμικών διαμεσολαβητών που η αποτελεσματικότητα είναι πολύ πιο δύσκολα μετρήσιμη. Αν και κατά τη γνώμη μου και εκεί είναι υπάρχουν δυνατότητες μέτρησης.17 Αυτός που παρακολουθεί τις δράσεις, εύκολα μπορεί να υποθέσει ότι οι αυξημένες χρηματοδοτήσεις για προσλήψεις πολιτισμικών διαμεσολαβητών αφού το αναφέραμε ως παράδειγμα, μια πρακτική που θεωρείται διεθνώς επιτυχημένη, περισσότερο σχετίζονται με την ευκολία μιας τέτοιας πρόσληψης και την πολιτική κάποιοι μορφωμένοι Ρομά να βρίσκουν δουλειά παρά με τις ουσιαστικές παρεμβάσεις στις ίδιες τις κοινότητες.

Εύλογα λοιπόν μπορεί να ισχυριστεί κανείς, από όποια πλευρά και να το εξετάσει, ότι αδυνατεί καταρχήν να κατανοήσει τι οδήγησε μία μάλλον υποδειγματική για την ελληνική πραγματικότητα μετεγκατάσταση Ρομά, αυτήν της Αγίας Σοφίας στη Θεσσαλονίκη, στην κατάσταση που είναι σήμερα. Οι λόγοι είναι η μη παρακολούθηση και η αδιαφορία, η απουσία ελέγχου και διορθωτικών παρεμβάσεων στον αρχικό σχεδιασμό. Συμπεριλαμβανομένης της πρόληψης και της καταστολής, που γίνεται όταν πλέον είναι «πολύ αργά». Ποιο είναι αλήθεια το κόστος της παρακολούθησης που δεν μπορεί να γίνει από κεντρικές ή περιφερειακές αρχές; Και αν ακόμη υπάρχει ένα (μικρό) κόστος, που θα επιβάρυνε τον «κάθε φορολογούμενο για χάρη των Γύφτων», ήδη αυτό έχει καταστεί υπερπολλαπλάσιο από όσα έχει επιβαρυνθεί αυτός ο φορολογούμενος από το τι χρωστάνε στη ΔΕΗ –κυρίως μέσω κλοπής ρεύματος–, στην ύδρευση χρόνια τώρα και ό,τι άλλο. 

 

Οι τρύπες της Εθνικής Στρατηγικής του 2011

Ας δούμε όμως πώς σχετίζονται τα παραπάνω με την «Εθνική Στρατηγική» (στο εξής: Ε.Σ.) για τους Ρομά και τα περιφερειακά σχέδια δράσης.

Εκπονήθηκε το 2011 και ανακοινώθηκε τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους.18 Στις 27 σελίδες της εξελίσσεται υποθετικά η πολιτική και οι δράσεις που θα ακολουθήσει η χώρα την περίοδο 2012-2020. Ίσως το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της είναι αυτό που εντοπίζει τις αδυναμίες του Ολοκληρωμένου Προγράμματος 2001-2008 και θέτει τους στόχους της Στρατηγικής έως το 2020 (σ. 2-3). Παρά το ότι πολλά από αυτά που αναφέρουμε εδώ εντοπίζονται ως προηγούμενες ελλείψεις ή ως μελλοντικοί στόχοι, στο κείμενο κανένα από αυτά δεν γίνεται προσπάθεια να ανασκευαστεί. Ας ανιχνεύσουμε τις βασικές αδυναμίες και αστοχίες αυτής της υποτιθέμενης στρατηγικής.

 

Α. Απουσία ελεγκτικού μηχανισμού. Κανένας σχετικός μηχανισμός ή διαδικασία δεν περιγράφεται στο κείμενο. 

 

Β. Απουσία πρόβλεψης σοβαρής καταγραφής. Είναι διάχυτη η απουσία της πρόβλεψης καταγραφής σε όλους τους τομείς παρέμβασης. Καμία μέριμνα για αποτύπωση, είτε πρόκειται για τον ίδιο τον πληθυσμό, είτε για την εκπαίδευση, είτε για την αστικοδημοτική του κατάσταση, είτε για την υγεία. Στις ελάχιστες περιπτώσεις που υπάρχει (π.χ. Άξονας προτεραιότητας 4: Εκπαίδευση, Μέτρα 3 και 6),19 πρόκειται πάλι για μια γενική, όπως το όλο σχέδιο δέσμευση: «Ανάπτυξη του μηχανισμού παρακολούθησης και καταγραφής» (της εγγραφής στο σχολείο). Δεν νοούνται σήμερα καταγραφές του τύπου «περίπου τόσοι πάνε σχολείο, περίπου τόσοι είναι τακτοποιημένοι δημοτολογικά». Φαίνεται βουνό, αλλά δεν είναι για τις περισσότερες ομάδες. Πρόκειται συνήθως για μια διαδικασία σε δύο στάδια, όπου χρειάζεται: αρχική καταγραφή από τις δηλώσεις και τα έγγραφα που διαθέτει η ίδια η ομάδα και διασταύρωση από την αρμόδια υπηρεσία (π.χ., σχολείο, ληξιαρχείο, δημοτολόγιο). Δυστυχώς χωρίς «φακέλωμα» δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική παρέμβαση.20 Ούτε χωρίς στοιχειώδη εκπαίδευση ή ειδίκευση αυτών που θα αναλάβουν να καταγράψουν τα δεδομένα.

 

Γ. Ανυπόστατα δεδομένα βάσης για την άσκηση των πολιτικών. Αντί της παραδοχής ότι ξεκινάμε από το μηδέν, ή κοντά στο μηδέν από άποψη δεδομένων, εμφανίζονται δεδομένα που είτε δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα, είτε τη διαστρεβλώνουν. Το τραγικότερο παράδειγμα είναι αυτό του αριθμού των Ρομά: η Ελλάδα θεωρεί, και με βάση αυτά τα δεδομένα αναπτύσσει στρατηγική, ότι σε αυτήν κατοικούν 50.000 Ρομά, ας υποθέσουμε δε ότι εννοεί τους Έλληνες Ρομά, εκ των οποίων οι 2.500 στην Αττική!!! (βλ. Παράρτημα και εισαγωγή της Ε.Σ.). Δεν πρόκειται για κάποια «ποιοτική» καταγραφή, π.χ. των μετακινούμενων ή των περισσότερο αποκλεισμένων Ρομά, αλλά για αναπαραγωγή καταγραφών-μνημείων προχειρότητας, ανικανότητας και σκοπιμότητας.21 

 

Δ. Οι ποσοτικοί στόχοι βασίζονται σε δεδομένα βάσης ανύπαρκτα ή ψευδή. Όπως προαναφέρθηκε οι ποσοτικοί στόχοι που θέτονται αφορούν λίγες περιπτώσεις. Αλλά και όταν θέτονται πρόκειται, αντικειμενικά, για μια απάτη. Στην καλύτερη περίπτωση οι συντάκτες ήταν αναγκασμένοι να παραθέσουν κάποιες ποσοτικές αφετηρίες. Στη χειρότερη αυτός είναι ένας τρόπος να λέμε ό, τι θέλουμε, να παρουσιάζουμε «έργο», να μαγειρεύουμε αυτά που θα προκύψουν από τις παρεμβάσεις μας. 

Το πιο λυπηρό κομμάτι όμως είναι αυτό που αφορά την εκπαίδευση και η προσπάθεια παράθεσης είτε δεδομένων, είτε ποσοτικών στόχων πάνω σε δεδομένα που τα περισσότερα δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, όπως συμβαίνει εδώ και είκοσι χρόνια.22 

 

Όλα τα παραπάνω ήδη έχουν επισημανθεί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, τουλάχιστον τα περισσότερα, ακόμη και σχετικές προτάσεις έχουν γίνει.23 Παρά τις επιμέρους διαφωνίες για ελλείμματα ή δομικά προβλήματα στις πολιτικές της Ε.Ε., ιδίως όπως στη μεθοδολογία που ακολουθείται αλλά και στην προσήλωση («commitment») στους στόχους,24 η ελληνική αντίληψη εξακολουθεί να είναι αυτή τού «δεν γίνεται τίποτα» και της αγγαρείας αναφορικά με τα προγράμματα. Ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αφορά το ζήτημα των δημοτολογικών και ληξιαρχικών εγγραφών που αφορά εκείνους τους Ρομά που έχουν τέτοια ζητήματα, δηλαδή τμήμα όσων παρουσιάζουν χαρακτηριστικά ημιμετακινούμενης ομάδας. Παρά το ότι «συγκλόνισε» η περίπτωση της «μικρής Μαρίας», παρά το ότι ώς έναν βαθμό έγινε λόγος, με τον τρόπο που έγινε, στα Μ.Μ.Ε. για το προβληματικό νομικό πλαίσιο, παρά το ότι υπήρχε μια βάση συζήτησης για την αλλαγή του,25 η κατάσταση εξακολουθεί να είναι η ίδια. 

Προφανώς η Ε.Ε. έχει ήδη προβεί σε συστάσεις σχετικά με τις ελλείψεις των πολιτικών που ακολουθούνται από τα κράτη-μέλη,26 είτε ειδικότερα για την Ελλάδα, την Ε.Σ. της χώρας και τις πολιτικές που ακολουθήθηκαν.27 Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ευθύνες της Ε.Ε. είναι μικρές: στον τρόπο με τον οποίο βγάζει προκηρύξεις προγραμμάτων χωρίς ανίχνευση ιδιαιτεροτήτων, με προθεσμίες ασφυκτικές που οδηγούν σε πρόχειρα σχεδιασμένες/prokat προτάσεις. Μάλιστα θα μπορούσε κανείς να επιχειρηματολογήσει σχετικά με το κατά πόσο η Ε.Ε. ενδιαφέρεται να αναπτύξει πολιτικές για τις κοινωνικά αποκλεισμένες ομάδες ή αυτά τα προγράμματα απλώς «ξεπλένουν» την υποχώρηση του κράτους πρόνοιας και καθιστούν την αποδοχή των ανισοτήτων ως φυσικών και λογικών.

Τα παραπάνω όμως δεν αναιρούν τη λογική της αδιαφορίας και της αγγαρείας η οποία κυριαρχεί στην Ελλάδα, ενδεχομένως και σε άλλες χώρες. Δεν αναιρεί ότι η κυριότερη σημασία των προγραμμάτων είναι ενός μηχανισμού απορρόφησης της ανεργίας νέων επιστημόνων και επαγγελματιών αλλά και λίγων Ρομά, του πλουτισμού «ειδικών», της συμπλήρωσης του εισοδήματος πανεπιστημιακών και της συγγραφής papers και ούτω καθεξής. 

Αν θέλουμε να γίνει κάτι για τους Ρομά θα πρέπει να κάτσουμε κάτω και να τα δούμε όλα απ’ την αρχή, να τα σχεδιάσουμε όλα εκ νέου και να τα πραγματοποιήσουμε με εντελώς διαφορετική αντίληψη. Ο σχεδιασμός και ο έλεγχος δεν μπορεί παρά να είναι κεντρικός, η προσέγγιση διαφοροποιημένη και οι τυχόν καλές τοπικές πρωτοβουλίες να «αμείβονται». Πόσο δύσκολο είναι να αλλάξουν νοοτροπίες και πρακτικές μιας εικοσαετίας όμως;

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Ως τέτοια ονομάζουμε κάθε ομάδα που αυτοπροσδιορίζεται στα ελληνικά ή οι άλλοι ονομάζουν συνήθως –αλλά όχι αποκλειστικά– ως Γύφτους (Γιούφτους), Τσιγγάνους και Κατσίβελους. Ευχαριστώ τον Γιώργο Μαυρομμάτη για την πολύτιμη ανταλλαγή ιδεών και τη Λίνα Βεντούρα για τις παρατηρήσεις της.

2. Όπως συνήθως, εμφανίζονται αρκετοί από αυτούς στα δημοτολόγια και τους εκλογικούς καταλόγους των πρώτων δεκαετιών μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους.

3. Βέβαια κάποιες άλλες πήραν ένα ακίνητο για το δάνειο και στην πραγματικότητα χρησιμοποίησαν τα χρήματα για να πάρουν άλλο, να χτίσουν ένα αυθαίρετο κ.λπ. Πάντως χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Νέας Αλικαρνασσού στην Κρήτη, όπου ουσιαστικά το σύνολο των Ρομά που πήραν στεγαστικά δάνεια (136 άτομα) παρέμειναν στον καταυλισμό (βλ. σχετικά την απάντηση σε ερώτηση του βουλευτή Π. Τατσόπουλου http://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/67715b2c-ec81-4f0c-ad6a-476a34d732bd/8172476.pdf). Τον Οκτώβριο του 2013 οι Ρομά αθωώθηκαν πρωτόδικα, αλλά ασκήθηκε έφεση από την αντιεισαγγελέα Εφετών Ανατολικής Κρήτης.

4. Από τα παραδείγματα πηγάζει και μια πρώτη υπόθεση ότι σε επίπεδο δήμων μικρή σημασία παίζει η τοποθέτηση των δημοτικών αρχών στο φάσμα Αριστερά-Δεξιά.

5. Βλέπε χαρακτηριστικά την απουσία ενδιαφέροντος από τους βουλευτές των δύο μονοεδρικών περιφερειών, που εμφανίζουν από τα υψηλότερα ποσοστά διαρροής, Ζακύνθου (ΣΥ.ΡΙΖ.Α.) και Λευκάδας (Ν.Δ.), όπως τουλάχιστον εμφανίζεται από το κοινοβουλευτικό τους έργο (http://www.hellenicparliament.gr/Koinovouleftikos-Elenchos/Mesa-Koinovouleutikou-Elegxou).

6. Πρώτα απ’ όλα οι πολλοί κάποτε Ρομά που βρίσκονται σε διαδικασία ή πλέον έχει ολοκληρωθεί η ταύτισή τους με την κυρίαρχη ομάδα, σε βαθμό που η τελευταία αγνοεί το «παρελθόν» κάποιων που δεν ξεχωρίζει ως μη δικούς της.

7. Αρχείο του γράφοντος.

8. Βλ. http://ec.europa.eu/eurostat/tgm/table.do?tab=table&init=1&language=en&pcode=tsdde220&plugin=1.

9. Βλ. εντελώς ενδεικτικά http://www.dailymail.co.uk/news/article-2246104/Unemployed-single-mother-benefits-spends-2-000-Christmas-20-presents-children.html.

10. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι διάφορες καταγραφές δεν εμφανίζουν ποιοτικές διαφοροποιήσεις ή ότι δεν υπάρχουν αξιόλογες τοπικού χαρακτήρα προσπάθειες.

11. Για παράδειγμα, αυτό θα αναρωτηθεί εύλογα ο επισκέπτης αλβανικών βάσεων δεδομένων για τους Ρομά όπως η http://www.sidalbania.org/.

12. Μια προσεκτική ανάγνωση δείχνει ότι και άλλες απαντήσεις συνιστούν αδρές (και συνολικές) εκτιμήσεις. Το σχέδιο είναι διαθέσιμο στο http://ppel.gov.gr/wp-content/uploads/2014/11/%CE%95%CE%A0%CE%99%CE%A7%CE%95%CE%99%CE%A1%CE%97%CE%A3%CE%99%CE%91%CE%9A%CE%9F-%CE%A3%CE%A7%CE%95%CE%94%CE%99%CE%9F-%CE%A1%CE%9F%CE%9C%CE%91-%CE%A0%CE%95%CE%A1%CE%99%CE%A6%CE%95%CE%A1%CE%95%CE%99%CE%91%CE%A3-%CE%A0%CE%95%CE%9B%CE%9F%CE%A0%CE%9F%CE%9D%CE%9D%CE%97%CE%A3%CE%9F%CE%A5_NOE-2014.pdf. Για παράδειγμα, ανατρέξτε τα εκπαιδευτικά στις εγκαταστάσεις Πόρτο Χέλι, Τζίβα, Ποτάμι. Ανάλογα παραδείγματα υπάρχουν και σε άλλες περιφέρειες, παρά τις ποιοτικές διαφορές μεταξύ τους τόσο ανά περιφέρεια, όσο και ανά νομό.

13. Σε κάποιες περιπτώσεις με σημαντική διαφοροποίηση εντός της ομάδας.

14. Χωρίς να θέλουμε να υποβαθμίσουμε τη σημασία τους απέναντι στην εκφρασμένη αδιαφορία και πολλές φορές εχθρότητα των περισσότερων εμπλεκόμενων αρχών.

15. Εδώ βέβαια μπαίνει ένα ζήτημα ποιους συγκρίνουμε και γιατί.

16. Όπως μας εξηγεί μια έρευνα, για να γίνει κατανοητή η αναφορά, οι εξαθλιωμένοι Αλβανοί Ρομά ενός καταυλισμού στην Αττική, στέλναν τα παιδιά τους σχολείο σε αντίθεση με Έλληνες Χαλκιδαίους Ρομά (βλ. Ι. Δασκαλάκη, «Το «Παράδοξο του Σχολείου» και η διαπραγμάτευση της διαφορετικότητας των Τσιγγάνων ενός καταυλισμού στην Αθήνα», Αριάδνη 13 (2007), σ. 193-222, όπου και η προσπάθεια ανίχνευσης των λόγων που οδηγούν σε αυτή τη στάση απέναντι στο σχολείο).

17. Π.χ., πόσες γυναίκες Ρομά μιας συγκεκριμένης κοινότητας προσέρχονταν, έστω κατά προσέγγιση, για ΠΑΠ-τεστ πριν και μετά την πρόσληψη πολιτισμικού διαμεσολαβητή,αφού συνυπολογιστούν και οι άλλοι σχετιζόμενοι παράγοντες.

18. Διαθέσιμη σε http://www.ekka.org.gr/files/roma3414.pdf

19. Βλ. σ. 16-17.

20. Μάλιστα η δυνατότητα συσχέτισης των δεδομένων, για να δει κανείς περιοδικότητες, αποκλίσεις κ.λπ. είναι απαραίτητο εργαλείο.

21. Πέρα από την απουσία πολλών ομάδων, άλλες ενταγμένες ομάδες εμφανίζονται σε αυτές και άλλες όχι, κάτι που συμβαίνει και με τις λιγότερο ενταγμένες ομάδες. Άλλες αριθμητικές απεικονίσεις θα παραμείνουν ανεξήγητες.

22. Επιτρέψτε μου εδώ να αναφέρω τις περίφημες διακηρύξεις του τότε καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων Α. Γκότοβου ότι το πρώτο πρόγραμμα για την εκπαίδευση έφερε τεράστιες αλλαγές στη μείωση της μαθητικής διαρροής. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα από συνέδριο όπου ισχυρίστηκε ότι η διαρροή στο δημοτικό έπεσε από το 75% στο 20%. Βέβαια όταν ρωτήθηκε από πού προκύπτουν αυτά τα στοιχεία, είχε αποχωρήσει, και οι συνεργάτες του δεν μπορούσαν να απαντήσουν (βλ. «Αντιγόνη» [Έκθεση], Πρακτικά εθνικής στρογγυλής τράπεζας «Καταπολεμώντας τις διακρίσεις, τον ρατσισμό και την ξενοφοβία: Η ενσωμάτωση των νέων Κοινοτικών Οδηγιών στο Εθνικό Δίκαιο», Αθήνα, 2-3 Δεκεμβρίου 2002, σ. 111-122, 135-138, 146-147.

23. Για παράδειγμα, βλ. τη θεματική «Κοινωνική ένταξη τσιγγάνων» στις προτάσεις του Συνηγόρου του Πολίτη προς τον υπουργό των Εσωτερικών, 25.7.2013 ή ακόμη παλαιότερα [Χ. Παπαδοπούλου] Ε.Ε.Δ.Α., Έκθεση και προτάσεις για ζητήματα σχετικά με την κατάσταση και τα δικαιώματα των Τσιγγάνων στην Ελλάδα, 2009, διαθέσιμο στο http://www.nchr.gr/images/pdf/apofaseis/roma/Apofasi_EEDA_Tsigganoi_2009_FINAL.pdf

24. Για μια πρόσφατη κριτική προσέγγιση των πολιτικών της Ε.Ε. βλ. Andreas Takis, «EU Roma Strategy: Missing the Essential», unpublished paper.

25. Βλ. Συνήγορος του Πολίτη, «Δημοτολογική τακτοποίηση των Ελλήνων Τσιγγάνων», Ειδική Έκθεση, Αύγουστος 2009, διαθέσιμο στο http://www.synigoros.gr/resources/dhmotologhsh-roma-ek8esh_teliko.pdf

26. Βλ. τη Σύσταση στα τέλη του 2013: «Council recommendation on effective Roma integration measures in the member states», διαθέσιμο στο http://www.consilium.europa.eu/uedocs/cms_data/docs/pressdata/en/lsa/139979.pdf, «Guidance on Ex ante Conditionalities for the European Structural and Investment Funds PART II», σ. 268 (http://ec.europa.eu/regional_policy/sources/docgener/informat/2014/eac_guidance_esif_part2_en.pdf), 

27. «The E.U. and Roma –Factesheet Greece», διαθέσιμο στο http://ec.europa.eu/justice/discrimination/files/roma_country_factsheets_2014/greece_en.pdf.

 files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 24 (04.2015)