Όξ’ απ’ τα όρια του κόσμου

 

Γιάννης Σκαρίμπας  (1893-1984) 

 

Λευτέρης Ξανθόπουλος

 

Στον φίλο και συνοδίτη

Μανόλη Καραγεωργάκη

 

«… Τότε –μονάχο βουβό σιωπηλό– σκέφτηκε ἕνα καράβι νά πηγαίνει. Ἕνα καράβι πού νἄχει  γ ι ά λ ι ν α   π α ν ι ά  καί νά λικνίζεται ὄξ’ ἀπ’ τά ὅρια τοῦ κόσμου…»

(Μαριάμπας, Νεφέλη, 1992)

 

Τον Ιούλιο του 1972, στο πατρικό μου σπίτι στην Αθήνα, λαμβάνω με το ταχυδρομείο φάκελο αλληλογραφίας, που μου αποστέλλει ο Γιάννης Σκαρίμπας από την οδό Γκομίνη 8, στην Χαλκίδα. Μέσα στον φάκελο υπάρχει κάρτα διαστάσεων 13,5 x 8,5 εκ. (δελτάριο), με τυπωμένο επάνω αριστερά, με καλλιγραφικά στοιχεία πλάγια το όνομα του αποστολέα, με στοιχεία «της κάσας» όπως λέγανε και οι παλιοί τυπογράφοι. Από κάτω ακριβώς, κεντραρισμένη και με μικρότερα τυπογραφικά στοιχεία σε αραίωση, η λέξη Χαλκίδα.

Η λιγόλογη επιστολή του Σκαρίμπα με ημερομηνία 24.6.72 ήταν η απάντηση του Χαλκιδαίου συγγραφέα, με καταγωγή από την Αγία Ευθυμία Παρνασσίδος, στην αποστολή του πρώτου μου βιβλίου, που μόλις πριν από λίγες εβδομάδες είχα τυπώσει με δικά μου έξοδα, «ιδίοις αναλώμασιν» όπως λέγαμε τότε, στο τυπογραφείο Μαυρογεώργη-Πουρνατζή, Αβέρωφ 31, και είχε τον τίτλο Αντίψυχα.

Το γράμμα που μου απευθύνει ο Σκαρίμπας κινείται ανάμεσα στον ενικό της οικειότητας και τον πληθυντικό της ευγένειας, είναι γραμμένο με μπλε μελάνι διαρκείας, εκτείνεται σε δέκα αράδες, αριθμεί 72 λέξεις συνολικά μαζί με την υπογραφή του και είναι το παρακάτω:

 

Ἀγαπητέ φίλε καί ἀληθινέ ποιητή κ.

Λεφτέρη Ξανθόπουλε

Πολύ μοῦ ἄρεσε ἡ ποίησή σας. Οἱ στίχοι σας (μέ ποδήματα βαρειά) εἶναι σάν ἀνθρώπου πού – μόλις – ἔχει ἔρθει ἀπό τά ρίγη. Σέ ἀκουρμάστηκα περίτρομος, ὅτι ἔχω γιάλινο τό στῆθος· καί (μέσα) φαίνονται τά σπλάχνα μου… Θά σᾶς ἔλεγα ἕνα μπράβο, ἄν λέγαν μπράβο καί στά πένθη. Στή νύχτα τῆς παρηγοριᾶς (τῶν πεθαμένων μας χαρῶν μας) μόνο σιωπᾶνε καί προσεύχονται…

γειά τουλάχιστον

Γιάννης Σκαρίμπας

 

Στην πίσω όψη του φακέλου και κάτω από τη διεύθυνση του αποστολέα, ο Σκαρίμπας σημειώνει τον αριθμό τηλεφώνου του: 2.31.03. Μου φάνηκε παράξενο, δεν συνηθιζόταν. Αισθάνθηκα ότι κάτι ζητούσε από μένα ο επιστολογράφος της Χαλκίδας, ειδικότερα εκείνο το «τουλάχιστον» στην αποφώνηση μου φάνηκε σαν ένα άνοιγμα καρδιάς, σαν μια έκφραση επιθυμίας του να με συναντήσει από κοντά και να με γνωρίσει, και με τον τρόπο του με καλούσε.

 

Με αρκετή συστολή, του τηλεφώνησα για να τον ευχαριστήσω και αμέσως με προσκάλεσε να τον επισκεφτώ στη Χαλκίδα. Το πρώτο Σάββατο που βρέθηκε μπροστά μου, πήρα το τρένο, σύμφωνα με την προτροπή και επιθυμία του, και πήγα.

Μου είχε ορίσει ως τόπο συνάντησης ένα ταπεινό καφενεδάκι κοντά στη γέφυρα, είχα φέρει μαζί μου ένα δίλιτρο μπουκάλι ούζο εκλεκτό, εκείνος έβαλε τον μεζέ, «Πάντα με το τρένο να έρχεσαι» μου λέει και κάπως έτσι άρχισε αυτή η ιστορία.

Τον συνάντησα αρκετές φορές στο επόμενο διάστημα, μέχρι που λίγο αργότερα και την ίδια χρονιά εγκατέλειψα οριστικά την Ελλάδα για να ζήσω, για περισσότερο από δέκα χρόνια, στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη, στην Αγγλία και τη Γερμανία κυρίως.

Σήμερα, δεν θυμάμαι πια λεπτομέρειες από αυτά που λέγαμε, όμως και τι δεν λέγαμε· από την περίφημη γενιά του ’30 και τους νέους ποιητές μέχρι, και ιδίως αυτό, τους τρόπους ψησίματος στη σχάρα και τις μεθόδους ψαρέματος τής παλαμίδας –του– στα καθαρά νερά του Ευρίπου! Εκεί μου ήρθε στον νου και το απόσπασμα από το έργο Το θείο Τραγί, βιβλίο του που είχε κυκλοφορήσει την προηγούμενη χρονιά, μόλις που είχα απολυθεί από μια ασφυχτική στρατιωτική θητεία και το είχα φάει κυριολεκτικά με το κουτάλι: … Τί τούς ἤθελε αὐτούς τούς νομοταγεῖς καί φιλόνομους καί τούς ἔπλασε ὁ Πανάγαθος; Δέν τούς ἔκανε παλαμίδες τουλάιστο, πού… στή σκάρα λεμονόλαδο εἶναι κανενός νά μή δίνεις;

 

Το 1972, που συναντηθήκαμε για πρώτη φορά, ο Σκαρίμπας είναι 79 χρονών, έχει δώσει το σύνολο σχεδόν του συγγραφικού του έργου, το όνομά του ακούγεται πια αρκετά έντονα στις λογοτεχνικές και αναγνωστικές πιάτσες της Αθήνας και ο υποφαινόμενος, δηλαδή εγώ ο υπογράφων, νέος ποιητής τότε, με την καρδιά μου να φτεροκοπάει μπροστά στον γέροντα της Χαλκίδας, όπως τον αποκαλούσαν, με την πρώτη μου ποιητική συλλογή φρεσκοτυπωμένη, των τριών τυπογραφικών ή 48 μόλις σελίδων, είμαι 27 ετών.

Σε αυτές τις συναντήσεις μας, εκείνος μιλούσε λιγότερο, στύλωνε τα υγρά μάτια του, πέρα στα νερά του πορθμού που έτρεχαν και θαρρούσες πως χανόταν στα χάη· και όμως άκουγε και άκουγε. Ο Σκαρίμπας ήθελε να ακούει, ναι, και ήξερε να ακούει!

Δεν ήταν τότε στις προθέσεις μου να καταγράψω τίποτα απ’ ό,τι κουβεντιάζαμε, δεν κράτησα σημειώσεις, μου αρκούσε η μαγεία της στιγμής, τα λόγια του, η λοξή ματιά του πάνω στα πράγματα και τους ανθρώπους και η σοφία του. Αυτά τα λίγα που έλεγε, αυτό το απόσταγμα ζωής που εισέπραττα, ήταν ένας ολόκληρος κόσμος, που βυθιζόταν μέσα μου και τον αποθησαύριζα σαν πολύτιμο περιουσιακό στοιχείο και εκεί βρίσκεται καλά προφυλαγμένος μέχρι σήμερα.

Φανατικός καπνιστής μέχρι τέλους της ζωής του, έκοβε με ξυραφάκι το τσιγάρο στη μέση και το έβαζε σε χάρτινη πίπα, με επιστόμιο απομίμηση από φελλό. Δεν του άρεσε το πλαστικό πλακέ επιστόμιο, μου έλεγε, και δεν μπορούσε να βρει στα περίπτερα της Χαλκίδας τις κοντούλες χάρτινες πίπες που τον βόλευαν. Από την πρώτη μας συνάντηση, καθώς έφευγα, μου έδωσε μια διεύθυνση στο κέντρο της Αθήνας και μου παρήγγειλε να βρω και να του στείλω αυτές τις πολύ φτηνές χάρτινες πίπες με το ενσωματωμένο φίλτρο.

Στο υπόγειο της στοάς Φέξη, με τα μικρά μαγαζάκια το ένα δίπλα στο άλλο, πολύ κοντά στην Πλατεία Κάνιγγος, στην οδό Βερανζέρου, αγόραζα κατά διαστήματα σε χονδρική, έναντι ευτελούς τιμήματος, τις πίπες που ήθελε και τις έπαιρνα μαζί μου στο επόμενο ταξίδι μου στη Χαλκίδα, μαζί με το απαραίτητο μπουκάλι ούζο.

Από το εξωτερικό που ζούσα αργότερα, συνεχίσαμε αραιά την αλληλογραφία μας, όμως οι επιστολές του της Γερμανίας ξέμειναν πίσω στο σπίτι που έμενα τότε, μαζί με άλλα προσωπικά μου είδη, αφού εγώ δεν ξαναγύρισα στη Χαϊδελβέργη όπου έζησα το τελευταίο διάστημα, για να τα μαζέψω όπως υπολόγιζα, και έτσι τα πράγματά μου δυστυχώς απαλλοτριώθηκαν, απωλέσθησαν δηλαδή διαπαντός θέλω να πω. Το μόνο που σώθηκε, σαν από θεία τύχη, είναι αυτό το ολιγόλογο σημείωμα που παρουσιάζω παρακάτω και που το είχα αφήσει πίσω μου στην Αθήνα, ανάμεσα στις σελίδες από το Θείο Τραγί, στην περίφημη έκδοση του 1971, από τον ιστορικό πλέον εκδοτικό οίκο Κείμενα, του Φίλιππου Βλάχου.

 

Ας προχωρήσουμε τώρα στην τεκμηρίωση της επιστολής. Ο Σκαρίμπας υπήρξε δεινός και παθιασμένος επιστολογράφος. Αλληλογραφούσε με επώνυμους, ανώνυμους, εφημερίδες, περιοδικά, οργανισμούς, δημόσιες υπηρεσίες με τρόπο συχνά καυστικό, επιθετικό και απρόβλεπτο. Δεν δίσταζε να τοποθετείται και να σχολιάζει τα κακώς κείμενα, ιδίως σε ό,τι προσωπικά τον αφορούσε και συχνά, κάποτε και αναίτια, να τα βάζει με όλους και με όλα. Η ανάγκη του να εκφράζει γραπτώς την καθημερινή του συγκίνησή και η επιθυμία του για επικοινωνία κυριαρχούσαν στη ζωή του.

Στον φάκελο επάνω δεξιά, το δίχρωμο γραμματόσημο, αναμνηστικό των πέντε χρόνων της δικτατορίας, εμφανίζει τις δύο όψεις χρυσού μεταλλίου που γράφει:

1967-1972 – 5 ἔτη προόδου, εὐημερίας, οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως.

Στην άλλη όψη διαβάζουμε:

Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος – 21 Ἀπριλίου 1967.

Η σφραγίδα του ταχυδρομείου Χαλκίδας γράφει: 5 VII 72.

Ανατρέχοντας σήμερα, για πολλοστή φορά στην επιστολή του, αναλογίζομαι πώς μπορεί να χωρέσει ολόκληρη η ποιητική του Σκαρίμπα σε ένα κείμενο των εβδομήντα λέξεων; Διότι περί αυτού πρόκειται. Ο πυρήνας και η ψυχή του έργου του βρίσκονται ακριβώς μέσα σε αυτό το ολιγόλογο απαντητικό σημείωμα, δηλαδή στο ιδιωτικό κείμενο που δεν φέρει αφ’ εαυτού την πρόθεση δημόσιας ανάγνωσης ή αναγνώρισης και δεν επιδιώκει, συνειδητά τουλάχιστον, να επιζήσει ως λογοτεχνικό τεκμήριο.

files/chronosmag/contentVOL10/VOL10-diafora/Skaribas4.png    files/chronosmag/contentVOL10/VOL10-diafora/Skaribas5.png     files/chronosmag/contentVOL10/VOL10-diafora/Skaribas6.png    files/chronosmag/contentVOL10/VOL10-diafora/Skaribas7.png

1. Ἀγαπητέ φίλε καί ἀληθινέ ποιητή κ. Λεφτέρη Ξανθόπουλε.

Το Λευτέρη εδώ είναι γραμμένο με φι, ενώ στον φάκελο αποστολής κανονικά με ύψιλον. Είναι φανερό ότι δεν πρόκειται για ορθογραφικό λάθος και ότι το γράμμα φι ήταν αυτό που προτιμούσε, αυτό που ταίριαζε στο εντελώς προσωπικό και ιδιότυπο γλωσσικό του αισθητήριο. Η διεύθυνση στον φάκελο αποστολής, πριν το γράμμα καταλήξει στον παραλήπτη, απευθύνεται κατ’ αρχάς στο ταχυδρομικό γραφείο, κατά δεύτερον στον ταχυδρομικό διανομέα, ενδεχομένως δε και στους λογοκριτές της χούντας, που άνοιγαν και λογόκριναν τα γράμματα εκείνη την εποχή.

 

2. Οἱ στίχοι σας (μέ ποδήματα βαρειά) εἶναι…

Στα σύμβολα-φετίχ που διατρέχουν το έργο του Σκαρίμπα, κυρίαρχη θέση έχει το υπόδημα, το παπούτσι, η γόβα, το τακούνι, κυρίως το γυναικείο αλλά και το αντρικό και κατ’ επέκτασιν ο βηματισμός, το περπάτημα, η περπατησιά, και έτσι διαβάζουμε: Περπατᾶ, συνεχῶς περπατᾶ, κουτσαίνει ψεύτικα, πέφτει, σηκώνεται, / (Ἔχει) βαρύ περπάτημα, / Ἡ μαθητευομένη τῶν τακουνιῶν, / Τά φωτεινά γοβάκια (τῆς Κλαίρης Δεπάνου), / Ἔβγαλε ἀπό τήν τσέπη του ἕνα παπούτσι, / Τοῦ γνωστοῦ τακουνοβιομήχανου τῆς πόλεώς μας, / Ἄς σημείωνε δέ ὅτι ἔχει καί βαρύ πάτημα αὐτός, / Πάταε ὅλο πάταε, / Τήν ἀγάπησε ἀπ’ τά κομψά της τακούνια, / Ναί ἔχω βαρύ πάτημα, τοῦ λέει, / Ἔχασκε μπρός στῶν παπουτσιῶν της τ’ ἀχνάρια… / Θά φόραε τά ἴδια τριζάτα σκαρπίνια.

 

3. εἶναι σάν ἀνθρώπου πού μόλις ἔχει ἔρθει ἀπό τά ρίγη.

Κανείς από τους λογοτεχνικούς ήρωες του Σκαρίμπα δεν έρχεται από τα ρίγη και δεν φεύγει στα ρίγη, όλοι έρχονται συνήθως από τα χάη και ξαναγυρνούν στα χάη. Δεν έχω συναντήσει στο έργο του Σκαρίμπα κανέναν χαρακτήρα που να επιστρέφει από τα ρίγη. Η λέξη ρίγη χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη φειδώ από τον συγγραφέα και μόνον στις παρακάτω φράσεις: Μοῦ ’φερνε ρίγη ἡ τρυφερότητά μου, / Ἔκανε σάν κάτι ρίγη πού ἔτρεχαν…, / Ἄ… ἦταν πολύ προσεχτική καί μιμόζ! Ἄ… ἔπαιζε ὅλα τά ρίγη.

 

4. Σέ ἀκουρμάστηκα περίτρομος…

Ακρουμάζομαι και ακουρμάζομαι: ακούω με προσοχή, αφουγκράζομαι, στήνω αυτί. Ρήμα ιδιαίτερα εύχρηστο στη γλώσσα των δημοτικών τραγουδιών. Απαντάται συχνά σε ιδιώματα της Στερεάς Ελλάδος, στη Ρούμελη ιδίως (όπου και ο τόπος καταγωγής του Σκαρίμπα), και της Πελοποννήσου. Ετυμολογικά η λέξη συνδέεται με το ακρόαμα, παράγωγο του ακροώμαι.

Ο Σκαρίμπας γεννήθηκε μέσα στην πλούσια και κρυστάλλινη βρυσομάνα του δημοτικού τραγουδιού της ημιορεινής πατρίδας του. Το δημοτικό τραγούδι, η θεματογραφία του, το παράλογο και ανιστορικό του δημοτικού τραγουδιού όπως και η προφορική παράδοση του μαγικού παραμυθιού, όλα αυτά βρίσκονται πολύ βαθιά μέσα στο αίμα του, αποτελούν μία από τις βασικές συνιστώσες του έργου του. Γράφει ο Σκαρίμπας στο Θείο Τραγί: Ὅταν ἡ νύχτα σκεπάσει, τότε εἶναι πού μιλᾶνε τά πράγματα· πού συμφωνοῦνε τά ὄντα· μέσ’ στό σκοτάδι δέν ἔχει ὅρια ἡ σκέψη μου· στένω ἀφτί καί ἀκουρμάζομαι τήν ἀναπνοή τῆς ἐρήμου, και αλλού, Ἔστεν’ ἀφτί, ἀκουρμάζομαν τό τριζοβολητό τῶν παραθύρων, / Πάταγα λοιπόν κι ἀκουρμάζομαν δυό φορές.

 

5. Ὅτι ἔχω γιάλινο τό στῆθος· καί (μέσα) φαίνονται τά σπλάχνα μου…

Στον Σκαρίμπα, γιάλινα είναι τα πανιά των ιστιοφόρων και, ενίοτε, τα μάτια των ανθρώπων: Γιά ἕνα μέ γιάλινα πανιά πλοῖο πού πάει, / Ἕνα καράβι πού νἄχει γιάλινα πανιά, / Ἀνησυχοῦσε γιά τά πανιά του τά γιάλινα, / Ἀκίνητος μέ τά μάτια γιαλένια.

Το γυαλί του παραθύρου, οι καθρέφτες, το αρυτίδωτο νερό (επιφάνεια που αντικατοπτρίζει) ή οτιδήποτε διάφανο ή ακόμα και θολό μεσολαβεί (ομίχλη, σύννεφο, ατμός, καπνιά) ανάμεσα στο υποκείμενο που παρατηρεί και την πραγματικότητα μπροστά του, που με αυτό τον τρόπο αλλοιώνεται, παραμορφώνεται ή αναδιπλασιάζεται γοητεύουν ιδιαίτερα τον Σκαρίμπα: (Στό παράθυρο) μετράω τούς διαβάτες. Εἶναι ὡραῖο - λέω - νά εἶναι κανείς στό παράθυρο καί νά κοιτάει ἀπ’ τό τζάμι. Βλέπει τότε - λέω - ὅ,τι φαίνεται. Βλέπει βλέπινα…, Σκεφτεῖτε τίς διασκεδαστικές ἰδιότητες ἑνός καθρέφτη μπροστά σας. Νά σᾶς δείχνει ἀκριβῶς τ’ ἀντικείμενα, νά κάνει ὅ,τι κάνεις ὁ ἴδιος – νά σέ μιμιέται ἀπαράλλαχτα!… Ἄα μασκαραντζίκο καθρέφταρε. […] Ἄ!… θεοτούμπαρε. / Καθρεφτίζομαι στά βιτρώ τῶν μπακάλικων […] καί βλέπω τήν καρικατούρα μου ἐπίσημη νά, (καί σπασμωδική) φεύγει ὡς βέλος.

Σε μία και μοναδική περίπτωση, στο έργο Το Βατερλώ δύο γελοίων (σ. 257, Νεφέλη), συναντάμε το γιάλινο στήθος στην παρακάτω φράση, της οποίας το σημαινόμενο φτάνει προφητικά μέχρι την εποχή μας, που χαρακτηρίζεται κατά κόρον από τα «απόρρητα προσωπικά δεδομένα»: Ἔχετε παιδιά ποτέ σας σκεφτεῖ, τί ἔκθεσις ἀπορρήτων σας εἶναι νά σᾶς κοιτάξουν στήν ὄψη; τό νἆταν τό στῆθος μας γιάλινο καί νά μᾶς φαινόσαν τά σπλάχνα, θἆταν πολύ πιό λίγο ἀδιάκριτο, ἀπό τό νά μᾶς βλέπουν στά μοῦτρα…

Εδώ, τολμώ προς στιγμήν να παρεκκλίνω και να ανατρέξω σε σχόλιο τού Βίτολντ Γκομπρόβιτς, (Μαθήματα φιλοσοφίας σε έξι ώρες και ένα τέταρτο, Πατάκη, μτφρ. Κ. Σχινά), που και εκείνος με τη σειρά του παραπέμπει στον Σαρτρ: Υποκείμεθα στο βλέμμα των άλλων. Το βλέμμα των άλλων μας αφαιρεί την ελευθερία, μας ορίζει. Για τον άλλο είμαστε ένα πράγμα, ένα αντικείμενο, έχουμε ένα χαρακτήρα. Αυτό το βλέμμα των άλλων είναι αντίθετο στην ελευθερία μας…

Τα σπλάχνα, στον Σκαρίμπα, είναι το κέντρο του κόσμου του. Ζει, ερωτεύεται, θυμώνει, παθιάζεται και γράφει από τα σπλάχνα και για τα σπλάχνα του. Ο Σκαρίμπας ζει έντονα, ζει με όλες του τις αισθήσεις σε εγρήγορση, όραση, αφή, γεύση, όσφρηση, ακοή, ζει αποκλειστικά για τα (κρυφά και ανομολόγητά του) αισθήματα και πάθη και όλα τα βλέπει και τα ακούει με τα σπλάχνα του: Ὁ Μαριάμπας δέν μίλησε παρά γιόμισε ἀπό ἄγρια σιγή. Ἔνοιωσε νά τοῦ βράζει τά σπλάχνα ἡ ὀργή του. 

Το 1976, στην τιμητική εκδήλωση της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών στον κινηματογράφο «Ορφεύς» της Χαλκίδας, ο τιμώμενος Σκαρίμπας επιχειρεί από χειρογράφου, ενώπιον πλήθους κόσμου, έναν απολογισμό της ζωής του: Τί ἔκαμα;… Περπάτησα, τραγούδησα καί χάρηκα τήν πᾶσα μου χαρά καί πᾶσα λύπη. Ἔπινα ΔΙΨΙΝΑ νερό καί ἔβλεπα ΒΛΕΠΙΝΑ τόν κόσμο… Γέλασα κι ἔκλαψα. Ὅποιον δέν γνοιαζόμουν τόν ἄφηνα ἥσυχον καί πρᾶον κι ὅποιον ἀγάπαγα, ἄν καί χριστιανός, δέν τοῦ ’βγαζα τό μάτι… Ἔ, τελοσπάντων, μέ χαιρόταν καί τή χαίρομαν τή μάνα φύση, πού μέ γέννησε, κάνοντας από μικρό παιδί πολλές τοῦμπες στό γρασίδι…

 

6. Θά σᾶς ἔλεγα ἕνα μπράβο, ἄν λέγαν μπράβο καί στά πένθη. Στή νύχτα τῆς παρηγοριᾶς (τῶν πεθαμένων μας χαρῶν μας) μόνο σιωπᾶνε καί προσεύχονται…

γειά τουλάχιστον

Γιάννης Σκαρίμπας

 

Στις δύο αυτές καταληκτικές αράδες συμπυκνώνεται ακριβώς η αντίληψη του Σκαρίμπα για το ποίημα και την ποιητική τέχνη, εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του σκαριμπικού σύμπαντος. Η βαθύτατη έννοια του ποιήματος ορίζεται από την τελετουργία: της νύχτας της παρηγοριάς των πεθαμένων μας χαρών μας, όπου μόνο σιωπάνε και προσεύχονται.

Το ποίημα, κατά Σκαρίμπα, είναι το ξενύχτι δίπλα στον νεκρό. Η ποίηση είναι θρήνος και μοιρολόι: κάτι λυγμοί τῆς απωλεσμένης χαρᾶς μου τῆς ὁμιχλώδικης ἐκείνης λαχτάρας νά πέθαινα. / Εἰπέ μου ἀγάπη μου γιά ἕνα καράβι θολό πού ὁλομόναχο πάει. / Στά λόγια μου αὐτά ἀνακάθισε καί μ’ εἶδε ἐρευνητικά καταπρόσωπο. Ὕστερα γέλασε! Γέλασε; Ναί, μά γελάει κανείς καί τό πένθος; Τόσο πολύ πιά στήν ὄψη του χόρεψε – σάν καμμιά ξετσίπωτη – ἡ λύπη…

Και τέλος, η υπογραφή του, εκεί όπου κανείς δεν μπορεί να κρυφτεί όπως ισχυρίζονται οι γραφολόγοι. Η υπογραφή του κουβαλάει όλη την παιχνιδιάρικη διάθεση, το κέφι, τη σκανδαλιά μικρού παιδιού, που καταλύει με το παιχνίδι του το στερεότυπο και το καθωσπρέπει, ακυρώνοντας τον κόσμο των μεγάλων· η υπογραφή του Σκαρίμπα, ιστορημένη όπως στην αγιογραφία με στροφές, πλουμιά, φιοριτούρες, τσακίσματα, διακλαδώσεις, σκέρτσα, γυρίσματα – ιδιότητες και συμπεριφορές με τις οποίες εφοδιάζει τους λογοτεχνικούς χαρακτήρες του, ήρωες που τόσο πολύ έχει αγαπήσει…

Και ο Σκαρίμπας αγαπάει τους ήρωές του, τους καταλαβαίνει, τους συμπονάει, τους παραστέκεται: ἕνα σειστή, ἕναν λυγιστή, ἕναν κοντυλοφρύδη, ἕναν ψηλόν, ἕναν όμορφο…, / ἕνας πού σειότανε καί λυγιότανε μέσα στίς μπυραρίες. / Κ’ ἤμουν ὄλος κουνηματάκι καί σκέρτσο. / Ἄχ τί τσακίσματα ποὔκανα! Τί κωλοκουνιστά τσαλιμάκια!… Τόν γαργαλοῦσα, τόν κάψωνα! / Ἕνας κοντός, ἕνας ξανθός, ἕνας γαλανομάτης. / Μορφόπαιδο, καγκελοφρύδης, σπαθάτος.

Με τον τρόπο που σχηματίζει την υπογραφή του ο Σκαρίμπας είναι σαν να εκτοξεύει χρωματιστές σερπαντίνες και κομφετί στον αέρα, σε κάποιον από τους πολλούς χορούς μεταμφιεσμένων, τους μπαλ μασκέ των αστών της επαρχίας του Μεσοπολέμου, που τόσο του άρεζε λογοτεχνικά να περιδιαβάζει, να αλλάζει μάσκες, να ειρωνεύεται, να αερίζεται…, να μας κλείνει το μάτι και να τους φέρνει όλους αυτούς τους μασκαράδες κωλοτούμπα, όπως το χαρτονόμουτρο ο Καραγκιόζης, τα πάνω-κάτω…

Πρέπει ακόμα να αγάπησε πάρα πολύ και να δέθηκε με την χρυσή περίοδο του αμερικάνικου κινηματογράφου, ιδίως της μαυρόασπρης εποχής και του βωβού: Οἱ τόποι, οἱ ἐποχές γυροφέρνανε σάν ἄξαφνο κάνα φίλμ στό σκοτάδι, / Ἔμεινε σταματημένη κι ἀδιανόητη, ἐκεῖ, σάν φίλμ πού κόπηκε - χ ρ ά π! - στό σκοτάδι.

Οι λογοτεχνικοί του ήρωες κατάγονται απευθείας από αυτούς τους τραγικούς, γελοίους, αδέξιους και θλιμμένους και βαθιά ανθρώπινους ασπρόμαυρους χαρακτήρες καί μάλιστα μέ τό μελόν πομπέ καπέλο, που ενσαρκώνουν οι Τσάρλι Τσάπλιν, Μπάστερ Κήτον, Χοντρός-Λιγνός, Χάρολντ Λόυντ, Τρίο Στούτζες, Άμποτ και Κοστέλο και πόσοι άλλοι ακόμα, τις ίδιες ακριβώς φιγούρες πάνω στις οποίες ακούμπησε λίγο αργότερα (και τότε βέβαια ακούστηκε να βροντάει όλο σχεδόν) το μεγαλειώδες παράλογο του Σάμιουελ Μπέκετ.

Και για να κλείσουμε· ο Σκαρίμπας, από φύση του εξαιρετικός θεατρίνος και ικανότατος σκηνοθέτης του εαυτού του αλλά και θεατρώνης και κλόουν και λυπημένος παλιάτσος και πιερότος και μίμος, έχει βαθύτατα ανεπτυγμένο το αίσθημα του μάταιου, του αναίτιου, της τραγικότητας, της πολλαπλής φύσης της ανθρώπινης ύπαρξης, του κλαυσιγέλωτος, της χαρμολύπης, της φαρσοκωμωδίας εντέλει που με τη γέννησή μας καλούμαστε (και ερήμην μας) να παίξουμε σε ετούτη τη σύντομη και άχαρη ζωή: Εἴμαστε κοῦκλες πού μᾶς κινοῦν ἀόρατα χέρια ἀπό σπάγγους, εἴμαστε φιγοῦρες, / Δέν μοὖπαν πώς θἄκλαιγα καί ἀντί κωμωδία θά παίξω σέ δράμα.

Όλα του τα ποιήματα οδηγούν σε ένα και μοναδικό ποίημα, το ίδιο πάντα, με δύο όψεις, την καλή και την ανάποδη, τη μέσα και την έξω, την μπρος και την πίσω, την πάνω και την κάτω γιατί ο Σκαρίμπας γράφει πάντα, με λεπτές παραλλαγές, το ίδιο (νοσταλγικό και μελαγχολικό) ένα και μοναδικό –του– ερωτικό ποίημα. Επιλέγω για φινάλε, από τη συλλογή Ουλαλούμ, την τελευταία στροφή από το

 

ΜΟΝΟ ΔΥΟ ΣΤΙΧΟΥΣ

Μόνον ἐγώ, μόνον ἐγώ, ποτέ δέν ἤμουν πλοῖο,

μήτε ἀέρινο ὄνειρο, μήτε πουλί σέ ἀνθό,

ἦρθα στόν κόσμο μέ πλατύ μέτωπο, ὀρθό καί λεῖο,

μόνο δυό στίχους μου σκληρούς νά πῶ καί νά χαθῶ…

Λευτέρης Ξανθόπουλος

27 Ιουλίου-17 Αυγούστου 2012

 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 10 (02.2014)