γενοκτονία ή εθνοκάθαρση; ο λόγος στους αποστασιοποιημένους ειδικούς

 

Οι πολιτικοί δεν μπορούν να βάλουν τέλος στον αδιέξοδο
φαύλο εθνοκεντρικό κύκλο αλληλοκατηγοριών σχετικά με το ποντιακό ζήτημα

Αλέξης Ηρακλείδης

 

Με ευκαιρία το ζήτημα που προέκυψε προς το τέλος του προηγούμενου έτους στη χώρα μας με την έκφραση γνώμης περί της τύχης των Ελλήνων (Ορθόδοξων) Ποντίων το 1918-1922 από τον υπουργό Παιδείας, θα διατυπώσω ορισμένες σκέψεις, συμβάλλοντας, ελπίζω, σε μια πιο νηφάλια συζήτηση όταν πρόκειται για τέτοια ευαίσθητα θέματα.

Κατ’ αρχάς οι όροι «γενοκτονία» και «εθνοκάθαρση» είναι πρόσφατοι νεολογισμοί. Ο πρώτος προέκυψε αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στον απόηχο των φρικτών εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας της Χιτλερικής Γερμανίας σε βάρος των Εβραίων, των Ρομά, μερίδας των Σλάβων, κυρίως των Πολωνών και των Σέρβων, και άλλων θεωρουμένων ως «υπανθρώπων» (Untermenschen,κατά τον θεωρητικό του ναζιστικού ρατσισμού Alfred Rosenberg). Ο δεύτερος νεολογισμός προέκυψε στον απόηχο της αιματηρής διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας (1992-1995), κυρίως με τη συστηματική πολιτική των Σέρβων και των Κροατών στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Ωστόσο, η συστηματική στρατηγική αυτού που αργότερα ονομάστηκε εθνοκάθαρση λάμβανε χώρα επί αιώνες, ως συνειδητή πολιτική κυβερνήσεων, απελευθερωτικών (αποσχιστικών) ή επαναστατικών κινημάτων, σε βάρος άλλων εθνικών, εθνοτικών ή θρησκευτικών ομάδων, δίχως όμως να έχει λάβει αυτόν το χαρακτηρισμό.

Χάριν παραδείγματος, η τύχη των Αρμενίων στη Μικρά Ασία επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ακριβώς 100 χρόνια πριν, σήμερα θεωρείται, δικαίως, γενοκτονία (όπως και το Ολοκαύτωμα των Εβραίων) από τους περισσότερους σημαντικούς ιστορικούς,1 συμπεριλαμβανομένων διαπρεπών Τούρκων ιστορικών και κοινωνικών επιστημόνων.2 Από το 1915 μέχρι το 1947, οι ίδιοι οι Αρμένιοι αποκαλούσαν τα μαζικά εγκλήματα του 1915-16 εις βάρος τους ως «σφαγή» (chart), καταστροφή (aghed), ή Μεγάλη Καταστροφή, ή Μεγάλο Έγκλημα (Medz Yeghern). Ο όρος γενοκτονία, μεταφρασμένος και στα αρμενικά (ως tseghasbanutim), άρχισε να χρησιμοποιείται, σταδιακά, για την περίπτωσή τους από το 1947 και μετά.3

Δεύτερον, μέχρι το 1945 οι ειδεχθείς αυτές πράξεις δεν τύχαιναν της ίδιας διεθνούς καταδίκης και κατακραυγής, για την ακρίβεια πριν από την ανάπτυξη του διεθνούς δικαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (που προέκυψε από το Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και από την περίφημη Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του 1948). Εξαίρεση είχαν αποτελέσει για τις ευρωπαϊκές χώρες και τις ΗΠΑ οι περιπτώσεις σφαγών (κυρίως χριστιανικών πληθυσμών από Μουσουλμάνους) κατά την περίοδο 1821-1918, που έφεραν στην επιφάνεια τον όρο και το δόγμα της γνωστής ως «ανθρωπιστικής επέμβασης».4 Ο όρος «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας» υπάρχει στη διακοίνωση Βρετανίας, Γαλλίας και Ρωσίας (24 Μαΐου 1915) προς την Υψηλή Πύλη σε σχέση με τα εγκλήματα κατά των Αρμενίων. 

Η διεθνής προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων καθιερώθηκε, πρώτον, με το Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών (1945), που αναφέρεται ρητά στα ανθρώπινα δικαιώματα ως έναν από τους κύριους σκοπούς της νέας μεταπολεμικής διεθνούς κοινωνίας: «στον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών χωρίς διάκριση με βάση τη φυλή, το φύλο, τη γλώσσα ή τη θρησκεία» (Άρθρο 1, παράγραφος 3). Στη συνέχεια έλαβε χώρα η περίφημη Δίκη της Νυρεμβέργης, που εισήγαγε την ιδέα των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας και τιμώρησε τους κύριους Γερμανούς ενόχους για τέτοια εγκλήματα (άλλο αν τυπικά η δίκη φαντάζει ως ex post facto δικαιοσύνη των νικητών ελλείψει σχετικής διεθνούς νομοθεσίας πριν από το 1948, πλην όμως είχε εδραιωθεί ήδη το ανθρωπιστικό δίκαιο και, το κυριότερο, οι πράξεις των Ναζί ήταν τερατώδεις). Λίγο μετά υιοθετήθηκαν δύο θεμελιώδη κείμενα, και τα δύο τον Δεκέμβριο του 1948, με διαφορά μίας μέρας: η Σύμβαση του ΟΗΕ κατά της Γενοκτονίας (9 Δεκεμβρίου) και η Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (10 Δεκεμβρίου). Το 1975, με την περίφημη Έβδομη Αρχή της Τελικής Πράξης του Ελσίνκι, ο σεβασμός και η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατέστη πλέον και βασική παράμετρος της ειρήνης και των φιλικών σχέσεων μεταξύ των κρατών.

Τρίτον, στον απόηχο της γενοκτονίας στη Ρουάντα (από τους Χούτου σε βάρος των Τούτσι), της τύχης των Κούρδων στο Ιράκ στις αρχές της δεκαετίας του 1990, της ανθρωπιστικής κρίσης στη Σομαλία και στο Κόσοβο (την πλέον διαφιλονικούμενη περίπτωση το 1999), ο ΟΗΕ υιοθέτησε, στο ανώτερο δυνατό πολιτικό επίπεδο, το Καταληκτικό Κείμενο της Παγκόσμιας Διάσκεψης Κορυφής (15 Σεπτεμβρίου 2005), μια νέα αρχή του διεθνούς δικαίου και της διεθνούς κοινωνίας, την αρχή της «Ευθύνης Προστασίας» (Responsibility to Protect). Κατά το Καταληκτικό Κείμενο, αν μια κυβέρνηση έχει προκαλέσει την ανθρωπιστική κρίση, τότε το Συμβούλιο Ασφαλείας καλείται να παρέμβει, εν ανάγκη και με τη χρήση ένοπλης βίας. Το Συμβούλιο Ασφαλείας πρέπει να παρέμβει, ειδικά αν έχουν διαπραχθεί ένα ή περισσότερα από τα εξής τέσσερα μεγάλα εγκλήματα που καταγράφονται από την παράγραφο 138 του Καταληκτικού Κειμένου της Διάσκεψης Κορυφής: (α) γενοκτονία, (β) εγκλήματα πολέμου, (γ) εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, (δ) εθνοκάθαρση. Σημειωτέον ότι δεν γίνεται ιεράρχηση μεταξύ αυτών των μεγάλων διεθνών εγκλημάτων, πλην όμως είναι σαφές ότι η γενοκτονία είναι το βαρύτερο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Η γενοκτονία, μαζί με τα εγκλήματα πολέμου, τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, αλλά και την εθνοκάθαρση, μπορεί να εκδικαστούν από τα εθνικά δικαστήρια και στις μέρες μας και στο πλαίσιο του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (που ιδρύθηκε το 2002), ή των ειδικών διεθνών ποινικών δικαστηρίων, όπως το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία και το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για τη Ρουάντα. 

Ο όρος genocide, που εισήγαγε στο τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ο Πολωνο-εβραίος νομικός Raphael Lemkin έχοντας κατά νου τη μαζική δολοφονία εκατομμυρίων ανθρώπων από το φρικτό καθεστώς των Ναζί, αποτελεί συνδυασμό της ελληνικής λέξης γένος με τη λατινική λέξη cide (σκοτώνω), εξού και η ελληνική απόδοση γενοκτονία. Γενοκτονία, με βάση τη Σύμβαση του ΟΗΕ κατά της Γενοκτονίας (1948), είναι οι πράξεις που απευθύνονται εναντίον εθνικών, εθνοτικών, φυλετικών ή θρησκευτικών ομάδων, είτε πρόκειται για πολίτες της εν λόγω χώρας είτε όχι, σε καιρό πολέμου ή σε καιρό ειρήνης (Άρθρο 2 της Σύμβασης). Σε αυτές συμπεριλαμβάνονται ο φόνος, η σοβαρή βλάβη της σωματικής ή της διανοητικής ικανότητας, η σκόπιμη υποβολή της ομάδας σε συνθήκες διαβίωσης που μπορούν να επιφέρουν πλήρη ή μερική καταστροφή της, μέτρα που αποβλέπουν στην παρεμπόδιση των γεννήσεων στο πλαίσιο της ομάδας και η αναγκαστική μεταφορά παιδιών από τη μια ομάδα στην άλλη.

 

Ο όρος εθνοκάθαρση έχει τις ρίζες του ως προς τη λέξη «κάθαρση» κυρίως στη Σερβία του 19ου αιώνα, στη Σοβιετική Ένωση επί Στάλιν (1930-1945) και στον Χίτλερ σε σχέση με τους Εβραίους (κατά τη δική του ορολογία). Δηλαδή η εθνοκάθαρση υποδηλώνει τον «αποκαθαρισμό» της πατρίδας από θεωρούμενους ως ξένους ή εχθρικούς πληθυσμούς. Ο σημερινός, μετά το 1992, όρος που υιοθετήθηκε ως εθνοκάθαρση (ethnic cleansing, purification ethnique), όρος ομολογουμένως περίεργος και, θα λέγαμε, σαρκαστικός, σημαίνει την αναγκαστική μετακίνηση πληθυσμών εκτός του εθνικού εδάφους (σε ένα ανεξάρτητο κράτος, ή από μια περιοχή που θέλει να γίνει ανεξάρτητη ή να ενωθεί με τη «μητέρα πατρίδα»). Μπορεί να υπάρξει και σχετικά ειρηνική μη βίαιη μαζική μετακίνηση εκτός συνόρων, που πάλι λογίζεται ως απαράδεκτη και μεγάλο διεθνές έγκλημα. Πλην όμως πρακτικά, σε σχεδόν όλες τις περιπτώσεις, η μετακίνηση αυτή, για να καταστεί αποτελεσματική, συνδυάζεται με έντονο εκφοβισμό (κρατική ή επαναστατική τρομοκρατία) του εν λόγω πληθυσμού, επιλεκτικούς ή εκτεταμένους φόνους, αυθαίρετες μαζικές συλλήψεις, πυρπολήσεις αγροτικών και αστικών περιοχών, βασανιστήρια, βιασμούς, στρατιωτικές επιθέσεις ή απειλές επιθέσεων, η δε μαζική εκδίωξη γίνεται συνήθως με τέτοιον τρόπο ώστε υπάρχει μεγάλος αριθμός θυμάτων λόγω των συνθηκών της μαζικής μετακίνησης (λόγω ασιτίας, έλλειψης νερού, φοβερού κρύου, υπερβολικής ζέστης, κ.λπ.)˙ ο Στάλιν π.χ. έστειλε τους Τσετσένους και άλλους λαούς του Καυκάσου στην παγωμένη Σιβηρία (εκεί πέθανε τουλάχιστον ένα εκατομμύριο από το κρύο) και οι Οθωμανοί τους Αρμενίους που δεν είχαν εξολοθρεύσει στη συριακή έρημο.

Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά την περίπτωση των Ποντίων, το 1918-1922 οι Πόντιοι Ορθόδοξοι (ελληνόφωνοι και τουρκόφωνοι), οι οποίοι αποτελούσαν το ένα τρίτο του πληθυσμού στον Πόντο, διχάστηκαν σε δύο μέρη. Το δυτικό τμήμα, υπό την ποδηγέτηση του εθνικιστή μητροπολίτη Αμισού (Σαμψούντας) Γερμανού Καραβαγγέλη, τάχθηκε υπέρ της απόσχισης από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και την ένωση με την Ελλάδα. Έτσι, ξεκίνησε αγώνας προς το σκοπό αυτόν, με αποτέλεσμα την ένοπλη εθνοτική σύγκρουση Ελλήνων και Τούρκων στην περιοχή του δυτικού Πόντου. Το ανατολικό τμήμα, υπό τον μητροπολίτη της Τραπεζούντας Χρύσανθο, τάχθηκε (περισσότερο ρεαλιστικά, θα λέγαμε, με δεδομένη την αριθμητική υπεροχή των Τούρκων/Μουσουλμάνων στον Πόντο και την τεράστια απόσταση από την Ελλάδα) υπέρ της συνεννόησης με τους Τούρκους, που τότε αγωνιζόντουσαν υπό τον Κεμάλ για την επιβίωση της χώρας τους και την εκδίωξη του ελληνικού στρατού, που κατευθυνόταν προς την Άγκυρα. Δεν θα εξιστορήσω την εξέλιξη των γεγονότων, αλλά είναι σαφές ότι η τουρκική επιθετικότητα στην προσπάθεια αποφυγής της απόσχισης και οι διάφορες ωμότητες από την πλευρά τους έπληξαν κυρίως τους εξεγερθέντες υπό τον Γερμανό. 

Για μια αντικειμενική και νηφάλια παρουσίαση των γεγονότων όπως εξελίχθηκαν στον Πόντο, συνιστώ το Κεφάλαιο 5 του γλαφυρού βιβλίου του Bruce Clark, Δύο φορές ξένος: οι μαζικές απελάσεις που διαμόρφωσαν την σύγχρονη Ελλάδα και Τουρκία (Αθήνα, 2007) και τις σελίδες 227-65 του αποκαλυπτικού βιβλίου του Τάσου Κωστόπουλου, Πόλεμος και εθνοκάθαρση: η ξεχασμένη πλευρά μιας δεκαετούς εθνικής εξόρμησης, 1912-1922 (Αθήνα, 2007). Το βέβαιο είναι ότι, σε αντίθεση με την περίπτωση των Αρμενίων το 1915-1916 (υπό τους Εμβέρ και Ταλάτ), δεν στοιχειοθετείται σχέδιο ή εντολή μαζικής εξολόθρευσης και εκδίωξης των Ορθόδοξων Ποντίων από πλευράς των Τούρκων υπό τον Κεμάλ. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχαν ωμότητες, το δε τελικό αποτέλεσμα ήταν όντως η εκδίωξη των Ορθόδοξων του Πόντου (ελληνόφωνων και τουρκόφωνων), η οποία όμως προέκυψε όχι βάση προμελετημένου σχεδίου, όπως στην περίπτωση των Αρμενίων, αλλά κυρίως ως συνέπεια της Συμφωνίας της Λοζάνης περί υποχρεωτικής ανταλλαγής πληθυσμών (1923). Επίσης είναι σαφές (βλ. π.χ. το βιβλίο του Clark) ότι, στη Διάσκεψη Ειρήνης της Λοζάνης, στόχος τόσο του Κεμάλ (και του Ισμέτ Ίνονου) όσο και του Βενιζέλου ήταν η δημιουργία όσο γίνεται εθνοτικά-εθνικά ομοιογενών πληθυσμών στις δύο χώρες. Σε αυτήν τη λογική είχαμε, αν θέλετε, αμοιβαία αποδεκτή «ειρηνική εθνοκάθαρση» όσων δεν είχαν ήδη εκδιωχθεί κακήν κακώς κατά την περίοδο 1912-13 και 1914-1922. Ειδικά κατά την περίοδο 1914-1918, όταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία βρισκόταν στα χέρια της τριανδρίας Εμβέρ, Ταλάτ και Τζεμάλ, και παράλληλα με την αρμενική γενοκτονία, έλαβαν χώρα πολλές πράξεις βίας και ωμότητες του όχλου αλλά και των οθωμανικών αρχών εναντίον των Ελλήνων στα παράλια της Μικράς Ασίας και στον Πόντο, που οδήγησαν το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης στο να χαρακτηρίσει την πολιτική αυτή «διωγμό». Οι αποτρόπαιες αυτές πράξεις (αρμενική γενοκτονία και διωγμός Ελλήνων) συζητήθηκαν και καταδικάστηκαν από το Οθωμανικό Κοινοβούλιο όταν συνήλθε το 1919 στην υπό κατοχή Κωνσταντινούπολη. 

Καταλήγοντας, ο όρος γενοκτονία είναι πολύ βαρύς και πολύ βεβαρημένος για να αποφασίζεται από κοινοβούλια, πολιτικούς και άλλους μη σχετικούς. Πρόκειται για κατεξοχήν ζητήματα προς εξέταση, με νηφάλιο και αποστασιοποιημένο τρόπο, από έγκυρους ειδικούς με βαθιά γνώση των εθνικών, εθνοτικών και θρησκευτικών συγκρούσεων. Το ίδιο ισχύει και για τον νεότερο όρο εθνοκάθαρση. Επίσης, σε όλες τις εθνικές, εθνοτικές, θρησκευτικές ή άλλες έντονες ένοπλες συγκρούσεις υπάρχουν εκατέρωθεν ωμότητες. Αν μια πλευρά μετά από χρόνια χαρακτηρίσει μια πράξη ως γενοκτονία ή εθνοκάθαρση, το ίδιο μπορεί να κάνει και η άλλη πλευρά για άλλες πράξεις, και θα περιπέσουμε σε έναν αδιέξοδο φαύλο εθνοκεντρικό κύκλο αλληλοκατηγοριών χωρίς τέλος.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Π.χ. Erik Zürcker, Ronald Grigor Sunny, Donald Bloxham, Raymond Kevorkian, κ.ά. Βλέπε το εξαιρετικό πρόσφατο βιβλίο του Ronald Grigor Suny, A History of the Armenian Genocide, Princeton University Press, Πρίνστον 2015.

2. Π.χ. Taner Akçam, Fatma Müge Göçek, Halil Berktay, Murat Belge, Mete Tunçay, Baskın Oran, Ahmet Insel, Cengiz Aktar, Ayhan Aktar, κ.ά.

3. Thomas de Waal, Great Catastrophe: Armenians and Turks in the Shadow of Genocide, Oxford University Press, Οξφόρδη 2015, σ. 136-40.

4. Βλέπε Gary J. Bass, Freedom’s Battle: The Origins of Humanitarian Intervention, Vintage Books, Νέα Υόρκη 2009˙ Davide Rodogno, Against Massacre: Humanitarian Intervention in the Ottoman Empire, 1815-1914. The Emergence of a European Concept and International Practice, Princeton University Press, Πρίνστον & Οξφόρδη 2012˙ Alexis Heraclides & Ada Dialla, Humanitarian Intervention in the Long Nineteenth Century: Setting the Precedent, Manchester University Press, Μάντσεστερ 2015.  

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 33 (1.2016)