για ένα νέο εκπαιδευτικό και πολιτιστικό μοντέλο ανάπτυξης

 

Ιωάννα Λαλιώτου

 

«Ζούμε ιστορικές στιγμές!» Είναι μια φράση που ακούγεται από πολλά στόματα στις μέρες μας, αρθρώνεται από διαφορετικά χείλη, παίρνει διαφορετικό νόημα και περιεχόμενο ανάλογα με το ποιος μιλάει, και διαχέεται με διαφορετικούς τρόπους ανάλογα με το ποιος ακούει. «Μα όλες οι στιγμές είναι ιστορικές» είναι η αυτόματη σχεδόν απόκριση αρκετών από μας που ασχολούμαστε πιο εξειδικευμένα και συστηματικά με τη μελέτη της ιστορίας, δηλαδή με τη μελέτη του τρόπου με τον οποίο άνθρωποι και κοινωνίες μετασχηματίζονται στον χρόνο. Εντούτοις, το συναίσθημα της βαθιάς ιστορικότητας που μας έχει καταλάβει συλλογικά έχει και αυτό τη δική του σημασία και θα παίξει θεωρώ σημαντικό ρόλο τόσο στο αποτέλεσμα των επερχόμενων βουλευτικών εκλογών όσο και στη διαμόρφωση της επόμενης μέρας για όλους μας, εκλογείς και εκλεγμένους. Η κρίση, όχι μόνο η δημοσιονομική και οικονομική, αλλά κυρίως οι κοινωνικές, πολιτισμικές, αξιακές και ηθικές της συνεπαγωγές δημιούργησαν μια καταλυτικά νέα δομή της αίσθησης: αναστέλλοντας, προσωρινά έστω, τη συνέχεια μεταξύ παρελθόντος και παρόντος, συντρίβοντας βίαια τις βεβαιότητες και τον εφησυχασμό της ύστερης μεταπολιτευτικής περιόδου, συνθλίβοντας όνειρα, ελπίδες και προγραμματισμούς, η κρίση απελευθέρωσε πρόσκαιρα το μέλλον από τους προκαθορισμούς του παρελθόντος αλλά και του παρόντος. Βρισκόμαστε λοιπόν σε μια σημαντική ιστορική στιγμή που μας επιτρέπει προνομιακά να οραματιστούμε το μέλλον όχι ως μια προβολή των παθών του παρελθόντος αλλά ως έναν «τόπο» ριζικά διαφορετικό από τα εγνωσμένα.

Και εδώ κάπου αρχίζουν τα δύσκολα. Γιατί το μέλλον που ανοίγεται μπροστά μας είναι πολύγλωσσο και πολύτροπο. Και ο καθένας μας μπορεί και πρέπει να το οραματιστεί από τη θέση στην οποία βρίσκεται και μέσα από τα βιώματα, τις εμπειρίες, το γνωστικό απόθεμα που έχει συσσωρεύσει και κυρίως με βάση τις δυνατότητες που ο καθένας έχει για να συμβάλει στην οικοδόμηση της επόμενης ημέρας. 

Μπορούμε για παράδειγμα να σκεφτούμε το μέλλον αυτού του τόπου αν δεν συνυπολογίσουμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τις ανάγκες και κυρίως τις δυνατότητες του ανθρώπινου δυναμικού; Ζούμε σε μια χώρα με ένα ιδιαίτερα υψηλό για τα διεθνή δεδομένα ποσοστό νέων ανθρώπων πανεπιστημιακής μόρφωσης, με υψηλή εξειδίκευση, με κατακτημένες ερευνητικές δεξιότητες και με αναπτυγμένες δημιουργικές δυνατότητες. Η διεύρυνση της πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση κατά τις πρόσφατες δεκαετίες και η επένδυση της ελληνικής οικογένειας στη μόρφωση των νεότερων μελών της δημιούργησαν ένα απόθεμα ανθρώπινου δυναμικού με ιδιαίτερα υψηλά προσόντα. Η πεποίθηση των μεσαίων και κατώτερων στρωμάτων ότι η μόρφωση αποτελεί για όσες και όσους από μας δεν ανήκαμε ποτέ στις κοινωνικές ελίτ τη μοναδική δυνατότητα ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας και παράλληλα μια επένδυση στην προκοπή του τόπου υπήρξε μία από τις ανθεκτικότερες σταθερές της μεταπολιτευτικής περιόδου. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή ακριβώς η πεποίθηση δέχθηκε λυσσαλέα επίθεση από τις «δυνάμεις του σκότους» κατά την περίοδο της μνημονιακής δομικής απορρύθμισης που βιώσαμε πρόσφατα: συστηματική απαξίωση του έργου των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και των ερευνητικών κέντρων της χώρας, διασυρμός των πανεπιστημιακών δασκάλων και ερευνητών, υπονόμευση της λειτουργίας όλων των εκπαιδευτικών δομών μέσω της υποχρηματοδότησης και με τη διαρκή απειλή της απόλυσης και της «διαθεσιμότητας», σκανδαλώδης παρακώλυση του εκπαιδευτικού έργου σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης μέσω της υποστελέχωσης ή και της κατάργησης επιμέρους εκπαιδευτικών δομών που παρείχαν δυνατότητες προόδου και ευκαιρίες στους κοινωνικά ασθενέστερους (Αθλητικά και Μουσικά Σχολεία κτλ.). Με άμεσους και έμμεσους τρόπους η ελληνική κοινωνία πιέστηκε να αποδεχθεί την απαξίωση της μόρφωσης ή στην καλύτερη περίπτωση να θεωρήσει ότι για όσους δεν έχουν την κατάλληλη οικονομική επιφάνεια η μόρφωση είναι μια πολυτέλεια που μπορεί κανείς να αποκτήσει μόνο σε ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, σε ακριβοπληρωμένες αίθουσες φροντιστηριακής εκπαίδευσης, σε ξένα πανεπιστήμια κτλ. Σχεδόν πιστέψαμε ότι η εισαγωγή μεγάλου σχετικά ποσοστού των μαθητών της μέσης εκπαίδευσης στα δημόσια Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι. της χώρας ήταν ένα ανοσιούργημα για το οποίο έπρεπε όλοι να τιμωρηθούμε.

Η λυσσαλέα αυτή επίθεση ήταν αρκετά αποτελεσματική. Το μεγαλύτερο ίσως πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε σήμερα ως πανεπιστημιακοί δάσκαλοι είναι το καταρρακωμένο ηθικό των πρωτοετών φοιτητριών και των φοιτητών μας που σχεδόν ντρέπονται να πουν ότι πέρασαν στο πανεπιστήμιο, που είναι εξαρχής πεπεισμένοι ότι οι σπουδές τους δεν μπορούν να τους προσφέρουν αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης, που αισθάνονται ότι κυνηγούν χίμαιρες και που πιέζονται να αποδεχθούν ως φυσιολογική και αναπόφευκτη εξέλιξη την απορρόφησή τους ως ανειδίκευτο εργατικό δυναμικό σε μια ομιχλώδη αγορά εργασίας.

Και αν το μέλλον είναι όντως ανοιχτό σε διαφορετικούς σχεδιασμούς; Και αν θεωρήσουμε την υψηλή εξειδίκευση του ανθρώπινου δυναμικού μας όχι ως επιβλαβή πολυτέλεια για τα μεσαία και κατώτερα στρώματα, αλλά ως συγκριτικό μας πλεονέκτημα; Και αν η εκπαίδευση, και όχι αποκλειστικά ο τουρισμός, είναι στην πραγματικότητα η «βαριά βιομηχανία» της χώρας; Πώς μπορούμε να επινοήσουμε πρακτικές και πολιτικές αξιοποίησης αυτού του πλεονεκτήματος; Η πρόκληση είναι μεγάλη και η συγκρότηση ενός νέου εκπαιδευτικού και πολιτιστικού αναπτυξιακού μοντέλου ιδιαίτερα δύσκολη. Απαιτεί δύο τουλάχιστον σημαντικές προϋποθέσεις: αφενός μια γενναία ανακατεύθυνση διαθέσιμων πόρων προς την εκπαίδευση, την έρευνα και τον πολιτισμό, και αφετέρου έναν συστηματικό ανασχεδιασμό όλων των εκπαιδευτικών και ερευνητικών δομών που εμπλέκονται στη διαδικασία. Κεντρική αρχή αυτής της αναδόμησης δεν μπορεί παρά να είναι η συνέργεια μεταξύ όλων των μορφωτικών, ερευνητικών και πολιτιστικών φορέων, ιδιωτικών και δημόσιων, σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Και η συνέργεια δεν μπορεί παρά να αφορά όλα τα επίπεδα και τις πτυχές ενός νέου εκπαιδευτικού και πολιτιστικού αναπτυξιακού μοντέλου: σχεδιασμό, χρηματοδότηση, στελέχωση, εκπαιδευτική πράξη, ερευνητική δραστηριότητα, πολιτιστική δημιουργία κτλ.

Σε αυτή τη διαδικασία, τα ελληνικά δημόσια Α.Ε.Ι. καθώς και τα ερευνητικά κέντρα μπορούν και πρέπει να παίξουν τον ρόλο μιας πολυκεντρικής οργανωτικής πύλης ροής και αναδιανομής ανθρώπινου δυναμικού και πόρων: γιατί διαθέτουν την εμπειρία, τις δομές και το προσωπικό που μπορεί να διαχειριστεί αυτόν τον ρόλο. Από αυτή τη σκοπιά, είναι τόσο ανεπαρκές όσο και επιζήμιο να δούμε το μέλλον των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και των ερευνητικών κέντρων σαν μια επιστροφή στη χαμένη τάχα Εδέμ της προ του «νόμου Διαμαντοπούλου» εποχής. Αντίθετα, χρειάζεται να φανταστούμε την Ανώτατη Εκπαίδευση στην Ελλάδα δυνητικά σαν ένα σύνολο οργανωτικών δομών και θα κατευθύνει και θα εγγυηθεί την απρόσκοπτη ροή ανθρώπινου δυναμικού (νέων ερευνητών, δασκάλων και μαθητών) και πόρων (χρηματοοικονομικών, γνωστικών και πολιτισμικών) με σκοπό την επανεκκίνηση των παραγωγικών μηχανισμών της χώρας.

Η εκπαιδευτική αναδόμηση οφείλει να ανταποκριθεί στις ανάγκες και στα αιτήματα των αποκαρδιωμένων νέων φοιτητών και φοιτητριών, και στις προσδοκίες των νέων ερευνητών και ερευνητριών. Οφείλει επίσης να ανακόψει το σημερινό brain drain, δηλαδή την αναγκαστική μετανάστευση νέων επιστημόνων, με ένα νέο αναπτυξιακό εκπαιδευτικό και πολιτιστικό μοντέλο απελευθερωμένο από τις αγκυλώσεις του παρελθόντος και στραμμένο προς το μέλλον. Γιατί, αντί για «ξενοδοχείο» του αναπτυγμένου και αναπτυσσόμενου κόσμου, θα μπορούσαμε ίσως να γίνουμε και σχολείο του.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 21 (01.2015)