οι νεολογισμοί ως στοιχείο ύφους στο μυθιστόρημα Μαριάμπας του Γιάννη Σκαρίμπα

 

Ελένη Κόλλια

 

Το ιδιόρρυθμο και καθαρά προσωπικό ύφος του αιρετικού πεζογράφου της γενιάς του ’30 Γιάννη Σκαρίμπα ανιχνεύεται ήδη από την πρώτη εμφάνισή του στη νεοελληνική λογοτεχνία, το 1929.1 Η αναρχική του γλώσσα, αν και δεν είχε εξαρχής την τόλμη των μεταγενέστερων έργων του, ήταν ένα από τα σημεία όπου εξαρχής επικεντρώθηκε το ενδιαφέρον της σύγχρονής του κριτικής. Ο ρυθμός της πρόζας του, η παρωδία συγκεκριμένων υφολογικών πραγματώσεων (λ.χ. του υπερρεαλισμού), η μείξη λόγιων και αγοραίων εκφράσεων, καθαρεύουσας και δημοτικής, τοπικών ιδιολέκτων και ξένων λέξεων, όρων της ναυτικής ζωής αλλά και τύπων πλασμένων από τον ίδιο, δημιούργησαν σύγχυση στην κριτική, όσον αφορά τα όρια του ύφους του και την ειδολογική ταυτότητα συγκεκριμένων έργων του.

Στο μυθιστόρημα Μαριάμπας (1935) «το αλλόκοτο μεταφέρεται και στον τρόπο του γράφειν, στη λέξη, τη σύνταξη, το ρυθμό της φράσης, στον τρόπο της εκφράσεως […]. Αλλ’ ο τρόπος αυτός παρμένος καθ’ εαυτόν δεν είναι παρά σχεδόν υπερραλιστικός […]»,2 όπως υποστηρίζει ο Π. Σπανδωνίδης. Πρόκειται για το πρώτο μυθιστόρημα του Γιάννη Σκαρίμπα που, λόγω της ιδιότυπης γραφής του, εγκαινιάζει το ελληνικό Αντιμυθιστόρημα.3 «[…] ο αναγνώστης καλείται όχι μόνο να αποκαταστήσει το σπασμένο νήμα της αφήγησης, αλλά και να νοηματοδοτήσει την άλογη ή πολύσημη ενορχήστρωση των επεισοδίων. Στην πραγματικότητα, η πλοκή του είναι σαφής και λογική, δίνεται όμως με συνεχείς ανακολουθίες και υπονομεύεται κάθε τόσο από ηθελημένες αντιφάσεις, των οποίων την απόλυτη συνέπεια μόνο στο τέλος του έργου αναγνωρίζει ο αναγνώστης».4 Η κριτική της εποχής υποδέχεται το έργο, στην πλειονότητά της, ευνοϊκά· επικεντρώνεται στην υπονόμευση της πραγματικότητας, στην ποιητικότητα του κειμένου και στη γλώσσα του. «Ο συγγραφέας έχει μια τέτοια άμεση σχέση με τις λέξεις που μεταχειρίζεται, που θαρρείς πως ζούνε, πως υπάρχουνε μοναχές τους. Ήχοι που σαν “περιστατικά” επηρεάζουνε την πραγματικότητα. Λέξεις που κάνουνε (δίχως να νοιώθεις αν με την έννοια ή με τον ήχο) ό,τι και μια πέτρα που θα πετύχαινε τον ήρωα στο κεφάλι»,5 παρατηρεί ο Νίκος Γρυπάρης. Ο Σκαρίμπας πλάθει νέες λέξεις με ποικίλους στόχους: άλλοτε οι νεολογισμοί αυτοί φανερώνουν πως η πραγματικότητα και η μυθοπλασία υπερβαίνουν τον λόγο, άλλοτε θεματοποιούν κάποιο μοτίβο σημαντικό για το συγκεκριμένο έργο και άλλοτε, πάλι, επιτείνουν την παρουσία του συγγραφικού εγώ. Σε ένα μυθιστόρημα όπου η μεταγλωσσική λειτουργία της γλώσσας είναι αρκετά συχνή, ο συγγραφέας επιχειρεί τη δημιουργία μιας γλώσσας που δεν υπακούει σε κανέναν κανόνα, που δεν γνωρίζει κανένα όριο. Μοιάζει έτσι με τον πρωταγωνιστή του έργου και επίδοξο συγγραφέα Ιωάννη Πιττακό.

Ο όρος νεολογισμόςλεξιπλασία) προσδιορίζει εκείνον τον γλωσσικό τύπο που εισάγεται στο λεξιλόγιο μιας γλώσσας από έναν ομιλητή, συνειδητά ή τυχαία, και στη συνέχεια υιοθετείται από το σύνολο της γλωσσικής κοινότητας. Ο τύπος αυτός δημιουργείται συνήθως «από σύνθεση, παραγωγή, αυτούσια μεταφορά ξένης λέξης ή προσαρμογή της στη γλώσσα υποδοχής». Άλλοτε πάλι ως «νεολογισμός» χαρακτηρίζεται μια νέα έννοια, η οποία αποδίδεται με τη χρήση μιας λέξης που έχει ήδη συγκεκριμένο περιεχόμενο. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για λέξεις που γίνονται κατανοητές από όλους τους φυσικούς ομιλητές μιας γλώσσας, καθώς τα επιμέρους συστατικά τους ανιχνεύονται σε άλλες υπαρκτές λέξεις.6 Γίνεται φανερό ότι ο όρος νεολογισμός εδώ χρησιμοποιείται καταχρηστικά, καθώς οι λέξεις του Σκαρίμπα δεν έχουν υιοθετηθεί «από το σύνολο της γλωσσικής κοινότητας», αλλά, στην καλύτερη περίπτωση, από τους θιασώτες του σκαριμπικού ύφους. Μάλιστα, συχνά τα ελάχιστα συστατικά τους δεν αποτελούν φορείς σημασίας. Στον Μαριάμπα οι νεολογισμοί εμφανίζονται με διάφορους τρόπους: α) με ηχοποίητες λέξεις, β) μέσω υιοθέτησης, με παραποίηση ξένων λέξεων, γ) μέσω παραγωγής ή σύνθεσης λέξεων από άλλες λέξεις, δ) με την καταχρηστική χρήση λέξεων που έχουν ήδη ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο, και ε) με λέξεις που δεν σημαίνουν τίποτα.

Στο σημείο αυτό ας σημειωθεί πως ο μηχανισμός που χρησιμοποιεί ο Σκαρίμπας για να πλάσει νέες λέξεις είναι ο ίδιος που χρησιμοποιείται και στον σχηματισμό των κύριων ονομάτων που εμφανίζονται στο έργο. Τα ονόματα αυτά δημιουργούνται με κάποιον από τους παραπάνω τρόπους που επισημαίνονται στις πέντε κατηγορίες· δηλώνουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά των προσώπων ή των άψυχων αντικειμένων και συνήθως θεματοποιούν κάποιο μοτίβο σημαντικό για το μυθιστόρημα αυτό. Έτσι, για παράδειγμα, το όνομα «Πιττακός» του ήρωα παραπέμπει στη λέξη ψιττακός, δηλαδή παπαγάλος. Μάλιστα, ένα βασικό πρόσωπο του έργου, η Ζαλούχου, μπερδεύει το επίθετο και αντί για «Πιττακός» τον αναφέρει ως «Ψιττακό».7 Ο Ιωάννης Πιττακός παριστάνει τον Ιωάννη Μαριάμπα (που είναι ψευδός) προκειμένου να βοηθήσει τον δεύτερο, ώστε να μην αυτοκτονήσει. Ο ίδιος υποστηρίζει πως «οι Πιττακοί ψιττακίζουν».8 Εκτός από το όνομα του Μαριάμπα, ο Πιττακός υιοθετεί και την ανάλογη συμπεριφορά, η οποία χαρακτηρίζεται ως «περίεργη» από το κοινωνικό του περιβάλλον· ψευδίζει και κουτσαίνει ψεύτικα, αλλάζει τον γραφικό του χαρακτήρα, μπερδεύει τη Νανά Κελαδή με τη μεγάλη της αδελφή Βιολέτα και ζητάει την πρώτη σε γάμο, εκείνη που ήθελε να παντρευτεί ο αληθινός Μαριάμπας. Έτσι, όταν αποκαλύπτεται η αληθινή ταυτότητα της Νανάς, ο Πιττακός σκηνοθετεί την αυτοκτονία του και πεθαίνει ως Μαριάμπας. Μάλιστα, στο γράμμα του προς τον αληθινό Μαριάμπα, λίγο πριν αυτοκτονήσει, υπογράφει ως Μαριάμπας·9 αλλά και για τους υπόλοιπους μυθιστορηματικούς ήρωες η αυτοκτονία του Πιττακού από τα χέρια της Μύριαμ Χόπκινς-λάι ισοδυναμεί με τον θάνατο του Μαριάμπα, ώστε ο τελευταίος είναι αναγκασμένος να οικειοποιηθεί μια νέα ταυτότητα, εκείνη του Πιττακού, ή να οδηγηθεί στην ανωνυμία. Μοιάζει σαν να έχει παπαγαλίσει τη ζωή, τις επιθυμίες του άλλου προσώπου, εκείνου του Μαριάμπα, σαν να έχει αρνηθεί το δικό του παρελθόν και να έχει ενσωματωθεί πλήρως στο σώμα του τελευταίου. Ακόμα και το τέλος του Πιττακού μοιάζει να ικανοποιεί την αρχική επιθυμία του Μαριάμπα να αυτοκτονήσει για να λυτρωθεί.

Ταυτόχρονα με την υιοθέτηση του ρόλου του Μαριάμπα, ο Πιττακός μιμείται τα χαρακτηριστικά και τις συμπεριφορές κι άλλων ηρώων μέσα στο έργο. Πιο συγκεκριμένα, μιμείται τον Άγγλο Πρόξενο Χόπκινς-λάι, τον Γιάννη Μημίλια, τον γιατρό Εξαδάκτυλο. Παράλληλα, ο Πιττακός παριστάνει τον κουτσό στο λιμάνι βλέποντας μια κυρία πάνω στο κατάστρωμα του πλοίου «Σούθαμπτον» να κουτσαίνει λυπημένη, προκειμένου να την παρηγορήσει, όπως εξηγεί ο ίδιος στη Ζαλούχου. Το όνομα του βαποριού «Σούθαμπτον» αποτελεί παραποίηση της ξένης λέξης «Southampton», περιοχή της Αγγλίας και ταυτόχρονα παραπέμπει στο ρήμα θάβω. Σε μια προσπάθειά της να περιγράψει την περίεργη συμπεριφορά του ήρωα, η Ζηνοβία Ζαλούχου παρατηρεί απευθυνόμενη προς τον Μαριάμπα: «Αν το βαπόρι κείνο δεν τόλεγαν “Σούθαμπτον” σεις ίσως – να μην κουτσαίνατε – παρά να κάνατε τούμπες. Κάνετε σε ποικιλίες ατέλειωτες τη γελοιογραφία του κόσμου. Βλέπετε σαν μέσ’ απ’ ανάστροφο πρίσμα τα πράγματα και χτυπάτε στο πνεύμα μας, βαθειά τη σφήνα της τρέλλας».10 Εδώ το όνομα «Σούθαμπτον» μοιάζει με προαναγγελία του θανάτου του ήρωα. Αν η σύζυγος του Άγγλου πρόξενου δεν ήθελε να τρομοκρατήσει τον Πιττακό πυροβολώντας τον με άσφαιρα φυσίγγια, ώστε να σταματήσει να κλέβει τις βιολέτες από τον κήπο της, δεν θα μπορούσε ίσως να σκηνοθετήσει ο Πιττακός την αυτοκτονία του. Ο ήρωας δεν επιβιβάζεται στο «Σούθαμπτον» που τον προσκαλεί, έτοιμο να σαλπάρει προς το άγνωστο· επιλέγει και πάλι τη φυγή11 αλλά με άλλον τρόπο, ίσως τραγικό. Το καράβι έρχεται στη θύμησή του πηγαίνοντας προς το σπίτι της Αγγλίδας Μύριαμ Χόπκινς-λάι για να πεθάνει, καθώς ανησυχεί για τα γιάλινα πανιά του. Ένα καράβι βουβό, σιωπηλό που μεταφέρει ίσως «τη Λύπη» της κυρίας που κουτσαίνει στο κατάστρωμά του.12 Μοιάζει να ανησυχεί μήπως χαθεί κι αυτό μαζί του μέσα στο χάος, έχοντας ίσως για άλλη μια φορά την ανάγκη να ταξιδέψει στην πραγματικότητα της φαντασίας του, λίγο πριν το τέλος.

Έπειτα από αυτή τη συνοπτική παρουσίαση του τρόπου με τον οποίο σχηματίζονται τα κύρια ονόματα στον Μαριάμπα και της σύνδεσής τους με τους νεολογισμούς, εξετάζονται στη συνέχεια οι λέξεις που πλάθει ο Σκαρίμπας, ακολουθώντας την κατηγοριοποίηση που έγινε παραπάνω.

Ένα παράδειγμα της πρώτης κατηγορίας είναι, αρχικά, η λέξη ντίγκισμα που δημιουργείται από τον ήχο της χορδής ενός μουσικού οργάνου: «Πριν κι’ απ’ αυτό, της είχε μιλήσει αόριστα για κάτι λυγμούς που είχε αφήσει κάποτε ένα αλαργυνό οργανέτο ή για μια ανάμνησή του που ακόμα λέει πήδαε στο ντίγκισμα μιας χορδής πούσπασ’ άξαφνα – ντιγκ!».13 Η αναφορά γίνεται στο πρόσωπο της Ζηνοβίας Ζαλούχου, η οποία καλεί στον χορό που διοργανώνει στο σπίτι της τον Ιωάννη Πιττακό και όπου αργότερα η ίδια επαναλαμβάνει τη λέξη, αναφερόμενη στη Νανά Κελαδή: «…Έπειτα μη σκάνετε άδικα… Αυτή δεν έχει ούτε μάτια γλαρά στο παράθυρο, ούτε μύτη αετίσια… Δεν πηδάει στα ντιγκίσματα!...».14 Η τελευταία παρομοιάζει τον Πιττακό με τον απότομο ήχο «ντιγκ» που ακούγεται όταν σπάει ξαφνικά μια χορδή, θέλοντας ουσιαστικά να περιγράψει τον τρόμο που θα ένιωθε αν θα έσκαγαν ξαφνικά πάνω του τα δύο άσφαιρα φυσίγγια που έχει βάλει στο δίκαννό της η κυρία Προξένου: «Θάσαστε τότε σαν ’να ντίγκισμα (μιας χορδής πούσπασ’ άξαφνα) ή σαν ράγισμα διηγημένο στους τρόμους…».15 Αυτός ο ξαφνικός ήχος, αυτό το «ράγισμα», μοιάζει με τον ήχο που τελικά ακούγεται από τις αληθινές σφαίρες που σκάνε ξαφνικά πάνω στο σώμα του ήρωα, όταν τον πυροβολεί η Μύριαμ Χόπκινς-λάι: «Περίεργο… ήχησαν σαν δυο πάταγοι έξαλλοι ήταν σαν να τραντάχτηκ’ ο κόσμος!».16

Άλλη μια ηχοποίητη λέξη είναι το τρίγλυμα17 που μιμείται τον ήχο της πόρτας όταν ανοίγει ή κλείνει, όπως γίνεται φανερό κι από το απόσπασμα που ακολουθεί: «Σε λίγο ξεπόρτισε. Τριγιλίγξ ξανάκαμε η πόρτα ξωπίσω του καθώς αυτός δρασκελούσε. Σαν έντομο χτυπημένο νυχτόβιο φτερούγισε το λυγμικό τρίγλυμά της».18 Πρόκειται για το σημείο στο οποίο ο Πιττακός βγαίνει από το δωμάτιο της Μύριαμ, αφού έχει αλλάξει τα άσφαιρα φυσίγγια με κανονικά, προκειμένου να αυτοκτονήσει. Η επιλογή της συγκεκριμένης λέξης, σε συνδυασμό με τη λέξη τριγιλίγξ που προηγείται, μοιάζει να μεταφέρει τον αναγνώστη στον χώρο όπου βρίσκεται ο ήρωας, ώστε ακούγεται και στον πρώτο ο ήχος της πόρτας που τρίζει.

Οι λέξεις που πλάθει ο Σκαρίμπας και προέρχονται από ξένες λέξεις, προσαρμοσμένες στο ελληνικό γραμματικό σύστημα, παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Έτσι, στον Μαριάμπα εμφανίζεται το ρήμα παρλβουφρανσίζω, δηλαδή «μιλάω γαλλικά» (parlez-vous franҫais): «Έκανε κάτι τσιριμόνιες – φρίκη. Τάχας πως: ναι μεν… πλην εκτός και μερσί, δήθεν πως τώρα φεύγει και αντίο. Και μ’ ένα θάρρος που κανείς δεν του τόδωνε, νάσου και να παρλβουφρανσίζει μαζί μας. —Αλήθεια το λες; —Παρόλ ντονέρ μον αμί!».19 Ο Πιττακός στην προσπάθειά του να μιμηθεί τον αληθινό Μαριάμπα επιχειρεί να μιλήσει γαλλικά, δίχως όμως να τα καταφέρνει ιδιαίτερα, όπως δηλώνεται και μέσα στο έργο: «[…] διάβαζε φωναχτά – και τσατραπάτριζε προ παντός τα ξενόγλωσσα […]».20 Το ρήμα τσατραπατρίζω προκύπτει από το τουρκικό τσάτρα-πάτρα (ҫatra-patra) που σημαίνει «έτσι κι έτσι, ανεπαρκώς». Η σημασία του ρήματος αυτού (που χρησιμοποιείται για να δηλώσει ότι κάποιος δεν μιλάει σωστά)21 αφορά ένα μοτίβο που επανέρχεται σε όλο το έργο.22

Συχνά, ο Σκαρίμπας πλάθει νέες λέξεις, μέσω παραγωγής ή σύνθεσης από άλλες υπαρκτές λέξεις, στις οποίες ανιχνεύονται τα επιμέρους συστατικά των λέξεων αυτών. Για παράδειγμα, η λέξη αρχισφουρλακιστής σχηματίζεται από τον ιδιωματικό τύπο σφούρλα (βορειοελλαδίτικο ιδίωμα) που σημαίνει «σβούρα, στροφή»· εδώ χρησιμοποιείται για να δηλώσει αυτόν που γυρίζει τα πράγματα, τα ανατρέπει: «Είναι περίεργο λέει καθώς κάθιζαν, είναι περίεργο το πώς τα περιδινίζετε όλα, πώς τους δίνετε τον περιστροφισμό του στροβίλου… Με ζαβό διαβήτη την ύλη στα χέρια σας, ιχνογραφίζετε το θείο σχέδιο της λόξας! […] …Είστε ένας αρχισφουρλακιστής μέσ’ στα πράγματα».23 Η αναφορά γίνεται στο πρόσωπο του Ιωάννη Πιττακού, στον οποίο απευθύνεται η Ζηνοβία Ζαλούχου. Ωστόσο, το μοτίβο της ανατροπής της πραγματικότητας δεν αφορά μονάχα τον πρωταγωνιστή Πιττακό αλλά ολόκληρο το έργο.

Κατά τον ίδιο τρόπο, η λέξη αρθρόκνημα, που επαναλαμβάνεται αρκετές φορές μέσα στο έργο, προκύπτει ίσως από τις λέξεις άρθρωση και κνήμη και παραπέμπει στη λέξη αρθρόποδα (έντομα). Ωστόσο, εδώ η λέξη χρησιμοποιείται για να δηλώσει τα φυτά: «Τώρα τι είναι ένστικτο; Η έμφυτη ικανότητα των ζώων να ενεργούν όπως πρέπει για την προστασία της ύπαρξης. Υπάρχει και στα φυτά η ικανότητα αυτή. […] Ριζόποδα – ρεκόρ ευφυΐας. Επικόρυφη δε πηδητική ικανότητα – οπουφυγισμός στο σκοτάδι! Τα αρθρόκνημα τόσκασαν! Χρησιμοποιόντας την πηδητική τους αντίληψη, τόσκασαν κωλοτουμπηδόν μέσ’ στη νύχτα, αφήνοντας και τη λεγεώνα ακάλυπτη – ανύποπτη μέσ’ στην αφρικάνικη ασβόλη!».24 Ο αληθινός Μαριάμπας δημοσιεύει στο περιοδικό Επιστημολόγος ένα άρθρο του με τίτλο «Φυτονευρική Κυκλοθυμία». Ο Πιττακός, αναπτύσσοντας τις θεωρίες του «περί τηλετροπισμού των Φυτών», δημοσιεύει ως Μαριάμπας ένα βιβλίο με τίτλο Η Μάχη της Ζάμας ή Εισαγωγή στη Συναισθηματική Φυτολογία, το οποίο γίνεται η αιτία να απολυθεί από τη θέση του «Διευθυντή Αγροκηπίου» στη Χαλκίδα και στη συνέχεια να οδηγηθεί στην αυτοκτονία.25 Στο βιβλίο αυτό με τη λέξη αρθρόκνημα αναφέρεται στα φυτά που έχουν την ικανότητα να μετακινούνται, όπως τα αρθρόποδα, όταν νιώθουν πως απειλούνται.26

Ως προς τα σημαίνοντα που χρησιμοποιούνται στο έργο καταχρηστικά, η λέξη σβίγκος στην έκφραση «σβίγκοι των γύρων» αποτελεί ένα παράδειγμα της κατηγορίας αυτής: «…Είστε ένας αρχισφουρλακιστής μέσ’ στα πράγματα. Τους ξαπολάτε τους σβίγκους των γύρων. Ποιος μπορεί να ξέρει τι σκέφτεστε; Ποιος ξέρει τι είστε καλός να σκαρώστε; Ώς και μια βίδα στον άνεμο…».27 Εδώ η λέξη δεν δηλώνει το γλύκισμα που έχει τη μορφή βόλου· το σχήμα, ωστόσο, συνδέεται με τη λέξη γύρος που ακολουθεί και ταυτόχρονα παραπέμπει στον ήχο που ακούγεται όταν ένα αντικείμενο στριφογυρίζει (σβιγκ), όπως και «μια βίδα στον άνεμο». Η επιλογή της συγκεκριμένης λέξης γίνεται ίσως για να υπογραμμίσει πως κάτι όμορφο και γλυκό μπορεί να ανατρέψει τα πάντα· τα λόγια και οι φαινομενικά αθώες πράξεις του Πιττακού δημιουργούν παρεξηγήσεις στο κοινωνικό του περιβάλλον και τελικά αποκτά πρόβλημα και ο ίδιος.

Συχνά, ο συγγραφέας πλάθει νέες λέξεις που δεν σημαίνουν τίποτα, ικανοποιούν, ωστόσο, την επιθυμία του να δημιουργήσει έναν ιδιαίτερο κώδικα επικοινωνίας και συγχρόνως να καταγγείλει εκείνους που «στενεύουν» τη γλώσσα, που περιορίζουν τις λέξεις σε συγκεκριμένες σημασίες. Μια τέτοια περίπτωση είναι η λέξη μπάλια:28 «Το ποίημα αυτό, μαζί σαχλό κι’ ανισόρροπο (όπου έξ’ απ’ τα λοιπά σάλια μπάλια, έλεγε και τον εαυτό του –θεός φυλάξοι!– ωραίον (!)) ήταν ετούτο κ’ έφερνε ημερομηνία 15 του Μάρτη 1934».29 Ο γλωσσικός τύπος μπάλια που σχηματίζει ο Σκαρίμπας ομοιοκαταληκτεί με τη λέξη που προηγείται σάλια, αν και δεν αποτελεί στίχο του ποιήματος που ακολουθεί. Μοιάζει να επαναλαμβάνει έτσι τη σημασία της λέξης σάλια, δηλαδή «χωρίς ουσία», ώστε να υπογραμμίσει τους χαρακτηρισμούς «σαχλό κι ανισόρροπο» που αφορούν το ποίημα «Χαλκίδα».

Κατά τον ίδιο τρόπο λειτουργούν και οι ξένες λέξεις-φράσεις δίχως νόημα που επιχειρεί να σχηματίσει ο ήρωας: «—Γιες! Και τούρθε σαν αργυρό λουλούδι το γιές της. —Γιές! λέει κι’ αυτός όλος φλέγμα Αλαμαμπίτς Ιρλαντάν; (Ω οι Εγγλέζοι… οι Εγγλέζοι. Τι λαός! Θ’ αργούσε πολύ να τους μάθει η Νανά του… Αυτός, μίλαε στην τρίχα τα εγγλέζικα)».30 Η φράση επαναλαμβάνεται δύο φορές λίγο πριν την αυτοκτονία του Πιττακού, γραμμένη λίγο διαφορετικά (Αλαμαμπίς / Αλαμπαμπίτς Ιρλαντάν): «Είχε πει όμως εκείνο το “Αλαμαμπίς Ιρλαντάν!” κι’ ήταν πολύ ωραίο πράμα», «Τότε εσκέφτη τη Μύριαμ. Πέρασε από το νου του και πέταξε –όνειρο αφρισμένο– η μορφή της. Πουλάκι περιπαθητικό κι’ η ψυχούλα του, φλετούρισε στου παραθυριού της το τζάμι. Αλαμπαμπίτς Ιρλαντάν;».31 Πρόκειται ουσιαστικά για μια φράση που δεν σημαίνει τίποτα και η οποία αρχικά ακούγεται (από τον Πιττακό προς τη Μύριαμ Χόπκινς-λάι) προκειμένου να ανατρέψει τη δήλωση του ήρωα πως μιλάει άριστα αγγλικά· στη συνέχεια αποτυπώνεται με διαφορετικές καταλήξεις στην πρώτη λέξη, δίχως όμως να ακούγεται, καθώς η φράση έρχεται στον νου του ήρωα που βρίσκεται σε σύγχυση. Η γραφή μοιάζει να ακολουθεί τη σύγχυση αυτή, η οποία τον οδηγεί στο τραγικό τέλος, σε μια προσπάθεια ίσως να σπάσει τα όρια της εξωτερικής του πραγματικότητας· σε μια προσπάθεια του ίδιου του Σκαρίμπα, ίσως και του αναγνώστη του, να ξεπεράσει τους φραγμούς της λογικής, του κοινωνικού του περιβάλλοντος αλλά και τις συμβάσεις της γραφής.

«Γελαστός και μαζί τρομαλέος, αφήνοντάς μας μέσ’ στους “αταξισμούς” του ανύποπτους, έπαιξε τέλος μπρος στο κατάπληχτο βλέμμα μας το σπαραχτικό του αστείο, τέτοιο που να μας μείνει αξέχαστο σαν μια εξαίσια πληγή. Μολαταύτα είναι παντοδύναμος ο ρυθμός της ζωής. Το μεγαλόπρεπο αυτό πλοίο που είναι ο κόσμος, πηγαίνει (αφημένο) μονάχο του στην ατελευτότητα του χώρου, στην εφήμερη αιωνιότητα, μαζί τόπων και καιρών»,32 δηλώνει ο συγγραφέας στο τέταρτο μέρος του μυθιστορήματος Μαριάμπας, αναφερόμενος αρχικά στον πρωταγωνιστή του, Ιωάννη Πιττακό ή Μαριάμπα. Η ανατροπή του ρόλου του, από κωμικό σε δραματικό, συμβαδίζει με την ανατρεπτική διάθεση του Σκαρίμπα και την αναρχική γλώσσα του έργου· η πραγματικότητα μοιάζει να αλλάζει κάθε φορά, πλάι στις μεταμορφώσεις των ηρώων και των λέξεών του. Ο ίδιος ο συγγραφέας, απευθυνόμενος προς τον αναγνώστη του, στο κείμενό του με τίτλο «Περί τέχνη – υπό κλίμακα», σχολιάζει τη σημασία που έχει η διατύπωση ενός νοήματος: «Τι προστέθηκε; Τίποτα. Τι έλειψε; Σχεδόν πάλι τίποτα. Μα κάτι έγινε. Αχτινοβόλησε η έκφραση. Πήρε απήχηση ο λόγος. Και πάλθηκε –λες ώς τα έσχατα μόρια– το μικροσκοπικό αυτό “σύμπαν”. Πώς λέγεται αυτό μες στην τέχνη; Ύφος λέγεται. Φόρμα, στυλ ή μορφή».33 Στο πλαίσιο αυτό, εξετάστηκαν ορισμένες από τις λέξεις που πλάθει ο ίδιος ο συγγραφέας, σαν ένας άλλος «βασιλιάς των λέξεων», όμοιος με τον ήρωά του· εκείνες που θεωρήθηκαν αντιπροσωπευτικές της ιδιότυπης και καθαρά προσωπικής του αισθητικής.

 

ΝΕΟΛΟΓΙΣΜΟΙ34

αγριογυιός (σ. 97): (άγριος + γιος) σύνθετο ουσιαστικό όπου το πρώτο συνθετικό της λέξης προσδιορίζει το δεύτερο.

αεροκρέμομαι (σ. 126): (αέρας + κρέμομαι) σύνθετο ρήμα που σημαίνει αιωρούμαι.

Αλαμαμπίτς / Αλαμαμπίς / Αλαμαμπίτς Ιρλαντάν (σ. 103, 105 και 153 αντίστοιχα): φράση χωρίς συγκεκριμένο νόημα.

αλληλοϋποκαθίσταμαι (σ. 138): (αλληλο + υποκαθίσταμαι) σύνθετο ρήμα. Το πρώτο συνθετικό δηλώνει μια σχέση αμοιβαιότητας ανάμεσα σε δύο πρόσωπα, πράγματα ή καταστάσεις ως προς ό,τι δηλώνει το ρήμα.

αρετολόγιο (σ. 125): (αρετή + λόγος) σύνθετο ουσιαστικό που δηλώνει το βιβλίο για την καταχώριση των αρετών κάποιου.

αρθρόκνημο (σ. 21, 68, 69, 70, 139): (άρθρωση + κνήμη) σύνθετο ουσιαστικό που δηλώνει το φυτό που μετακινείται μόνο του και παραπέμπει στο αρθρόποδο (έντομο).

αρκουδόσκαγα (σ. 141): (αρκούδα + σκάγια) σύνθετο ουσιαστικό, όπου το πρώτο συνθετικό προσδιορίζει το δεύτερο.

αρχισφουρλακιστής (σ. 27, 103): ουσιαστικό που σχηματίζεται από τον ιδιωματικό τύπο σφούρλα (βορειοελλαδίτικο ιδίωμα), δηλαδή «σβούρα, στροφή»· εδώ χρησιμοποιείται για να δηλώσει αυτόν που γυρίζει τα πράγματα, τα ανατρέπει. Το πρώτο συνθετικό (αρχι-) προσδίδει στο δεύτερο συνθετικό τη σημασία της υπεροχής, της αρχηγίας (προέρχεται από τον αρχ. ελληνικό τύπο ἄρχω).

αταξισμός (σ. 161): ουσιαστικό που σχηματίζεται από το ρήμα ατακτώ και την παραγωγική κατάληξη -ισμός. Χρησιμοποιείται για να δηλώσει συμπεριφορά ή τάση που χαρακτηρίζεται από ό,τι δηλώνει το θέμα (αταξ-ισμός). Εδώ παραπέμπει στο επίθετο αταξικός και στο ουσιαστικό αταξία ταυτόχρονα.

ατελευτότητα (σ. 161): ουσιαστικό που σχηματίζεται από το επίθετο ατελεύτητος.

αχνοθαμπίζω (σ. 145): (αχνός + θαμπίζω) σύνθετο ρήμα όπου το πρώτο συνθετικό ενισχύει τη σημασία του δεύτερου.

γαβριάζω (σ. 94): ρήμα που σχηματίζεται από τη λέξη γαβριάς, η οποία σημαίνει «έξυπνος και ζωηρός αλήτης». Πρόκειται για εξελληνισμό του γαλλικού ονόματος Gavroche, ήρωα του μυθιστορήματος Οι Άθλιοι του V. Hugo.

γραμματοκολλητής (σ. 24, 132): (γράμμα + κολλάω) σύνθετο ουσιαστικό που δηλώνει αυτόν που κολλάει τα γράμματα ή τα γραμματόσημα.

εαυτούλαρος (σ. 154): υπερθετικός βαθμός της λέξης εαυτούλης. Εδώ χρησιμοποιείται ειρωνικά.

εκειδούλια (σ. 35): σχηματίζεται από το επίρρημα εκειδά και λειτουργεί ως υποκοριστικό.

καταποπάνω (σ. 137): (κατά + από + πάνω) επίρρημα που σημαίνει «ακριβώς από πάνω».

κωλοτουμπηδόν (σ. 70, 139): επίρρημα που σχηματίζεται από τη λέξη κωλοτούμπα και σημαίνει «κάνοντας κωλοτούμπες».

λυκόσκαγα (σ. 141, 143): (λύκος + σκάγια) σύνθετο ουσιαστικό, όπου το πρώτο συνθετικό προσδιορίζει το δεύτερο.

μαστρομουτζουρωτής (σ. 34): σύνθετο ουσιαστικό, όπου το πρώτο συνθετικό (μαστρο-) δηλώνει επιδεξιότητα ως προς το δεύτερο συνθετικό. Εδώ χρησιμοποιείται για να δηλώσει αυτόν που κάνει καλές μουτζούρες, αντί να ζωγραφίζει (μαστροχαλαστής στη ζωγραφική).

Μηλαίδη (σ. 101): (μη + λαίδη) η λέξη παραπέμπει σε κάποια που δεν είναι κυρία ή αποτελεί παράφραση της αγγλικής φράσης «Μάϊ Λέϊντ» (που απαντά κι εδώ με αυτή τη μορφή, βλ. σ. 135), έπειτα από τη μεταφορά της στην ελληνική γλώσσα. Εδώ χρησιμοποιείται ειρωνικά.

μπάλια (σ. 149): λέξη χωρίς συγκεκριμένο νόημα.

μπρουμουτίζω (σ. 156): το ρήμα σχηματίζεται από το επίρρημα μπρούμυτα.

νινίστικα (σ. 137): επίρρημα που σχηματίζεται από το ουσιαστικό νινί. Χρησιμοποιείται για να δηλώσει τον τρόπο συμπεριφοράς κάποιου (εδώ του φεγγαριού) που μοιάζει με τις κινήσεις ενός μωρού ή μικρού παιδιού.

ντίγκισμα (σ. 30, 75, 90): ηχοποίητη λέξη που δημιουργείται από τον ήχο της χορδής ενός μουσικού οργάνου (ντιγκ).

ονειριάρικα (σ. 99): επίρρημα που σχηματίζεται από τον λαϊκό τύπο ονειριάζομαι και ονείριασμα. Δηλώνει πως κάτι συμβαίνει με τρόπο ονειρικό.

οπουφυγισμός (σ. 70): ουσιαστικό που σχηματίζεται από την έκφραση «όπου φύγει φύγει» και σημαίνει άτακτη φυγή.

πανωγράφω (σ. 19, 43, 126): (πάνω + γράφω) σύνθετο ρήμα όπου το πρώτο συνθετικό προσδιορίζει το δεύτερο. Σημαίνει «γράφω στο πάνω μέρος».

παρλβουφρανσίζω (σ. 17): ρήμα που σχηματίζεται από τη γαλλική φράση «parlez-vous franҫais» και σημαίνει «μιλάω γαλλικά».

περιθαλάσσι (σ. 35): (περί + θάλασσα) σύνθετο ουσιαστικό που σχηματίζεται κατ’ αναλογία με τις λέξεις ακρογιάλι και περιγιάλι (ακροθαλάσσι / περιθαλάσσι).

πισωστέκομαι (σ. 150): (πίσω + στέκομαι) σύνθετο ρήμα, όπου το πρώτο συνθετικό προσδιορίζει το δεύτερο. Σημαίνει «σταματώ για λίγο να περπατώ και στρέφομαι προς τα πίσω».

πουπουλίζω (σ. 81): ρήμα που σχηματίζεται από το ουσιαστικό πούπουλο και σημαίνει «αναδεύομαι όπως το πούπουλο».

προστυχομπογιατζής (σ. 76, 94): (πρόστυχος + μπογιατζής) σύνθετο ουσιαστικό όπου το πρώτο συνθετικό προσδιορίζει το δεύτερο.

πρωτόφυτο (σ. 66): (πρώτο + φυτό) σύνθετο ουσιαστικό που σχηματίζεται από το αριθμητικό επίθετο πρώτος και το ουσιαστικό φυτό. Η λέξη δηλώνει ότι το δεύτερο συνθετικό δημιουργήθηκε πρώτο ή βρίσκεται πρώτο σε μια σειρά.

ριζόποδο (σ. 70): (ρίζα + πόδι) σύνθετο ουσιαστικό όπου το ουσιαστικό ρίζα προσδιορίζει το ουσιαστικό πόδι. Δηλώνει αυτόν που έχει ρίζα αντί για πόδι, δηλαδή το φυτό.

σβαρνοπόδης (σ. 75): (σβαρνίζω + πόδι) σύνθετο ουσιαστικό όπου το δεύτερο συνθετικό προσδιορίζει το πρώτο. Δηλώνει αυτόν που σέρνει τα πόδια του.

σβίγκος των γύρων (σ. 103): η λέξη σβίγκος χρησιμοποιείται καταχρηστικά. Δεν δηλώνει το γλύκισμα που έχει τη μορφή βόλου· το σχήμα, ωστόσο, συνδέεται με τη λέξη γύρος που ακολουθεί και ταυτόχρονα παραπέμπει στον ήχο που ακούγεται όταν ένα αντικείμενο στριφογυρίζει (σβιγκ). Η φράση δηλώνει τα λόγια ή τις πράξεις που ανατρέπουν την πραγματικότητα.

σκαρφατσαλώνω (σ. 154): ρήμα που σχηματίζεται από το ρήμα σκαρφαλώνω και έχει την ίδια σημασία.

σπαθόφυτο (σ. 67): (σπαθί + φυτό) ουσιαστικό σύνθετο όπου το πρώτο συνθετικό προσδιορίζει το δεύτερο. Δηλώνει το φυτό που το σχήμα του μοιάζει με σπαθί.

σπασμικός (σ. 83): επίθετο που σχηματίζεται από το ουσιαστικό σπάσμα ή σπασμός. Εδώ χρησιμοποιείται για να δηλώσει τις συσπάσεις που δημιουργούνται γύρω από το στόμα.

στρατιωτικοφυτικός (σ. 66): (στρατιωτικός + φυτικός) σύνθετο επίθετο που εδώ προσδιορίζει το ουσιαστικό τακτική (στρατιωτικοφυτική τακτική). Δηλώνει την τακτική που ακολουθούν οι στρατιωτικοί ως προς τα φυτά.

στριγγλοκατσαρώνω (σ. 26): (στριγγλίζω + κατσαρώνω) σύνθετο ρήμα που σημαίνει «βγάζω οξείες και διαπεραστικές μπερδεμένες κραυγές».

στριγγλολαρυγγίζω (σ. 18): (στριγγλίζω + λαρυγγίζω) σύνθετο ρήμα που σημαίνει «βγάζω οξείες και διαπεραστικές κραυγές που σχηματίζονται κατευθείαν στον λάρυγγα».

συνμονομαχητής (σ. 27): (συν + μονομάχος) σύνθετο ουσιαστικό, όπου το πρώτο συνθετικό (συν-) δηλώνει ότι το δεύτερο συνθετικό συντελείται από κοινού με άλλο πρόσωπο. Εδώ σημαίνει «αντίπαλος στη μονομαχία».

σφυριχτερός (σ. 18, 26): επίθετο που σχηματίζεται από το ρήμα σφυρίζω και σημαίνει πως κάτι ακούγεται σαν συριστικός παρατεταμένος ήχος.

τηλεφυϊσμός (σ. 70): σύνθετο ουσιαστικό όπου το πρώτο συνθετικό (τηλε-) προσδίδει σε αυτό που δηλώνει το δεύτερο συνθετικό την έννοια της μεγάλης απόστασης. Η λέξη αναφέρεται ίσως στην εξυπνάδα των φυτών, χάρη στην οποία μπορούν να διανύουν αποστάσεις όταν νιώθουν πως απειλούνται.

τρίγλυμα (σ. 147): ηχοποίητη λέξη, η οποία μιμείται τον ήχο της πόρτας που τρίζει όταν ανοίγει ή κλείνει.

τσατραπατρίζω (σ. 22): το ρήμα προκύπτει από το τουρκικό τσάτρα-πάτρα (ҫatra-patra) που σημαίνει έτσι κι έτσι, ανεπαρκώς. Εδώ χρησιμοποιείται για να δηλώσει ότι κάποιος δεν μιλάει σωστά.

φουσκομαγουλάτος (σ. 26): (φουσκώνω + μάγουλο) σύνθετο επίθετο που δηλώνει αυτόν έχει φουσκωτά μάγουλα.

φυσολογώ (σ. 101): (φυσώ + λόγος) σύνθετο ρήμα που σημαίνει μιλάω φυσώντας.

φυτένστικτο (σ. 70, 139): (φυτό + ένστικτο) σύνθετο ουσιαστικό που δηλώνει το ένστικτο των φυτών.

φυτονευρικός (σ. 40): (φυτό + νευρικός) σύνθετο επίθετο που χρησιμοποιείται για να δηλώσει τα νεύρα των φυτών.

φυτοπηδητικός (σ. 68): (φυτό + πηδητικός) σύνθετο επίθετο που αναφέρεται στην ικανότητα των φυτών να μετακινούνται μόνα τους.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 10 (02.2014)