η ιστορία ως έγκλημα και τιμωρία

 

ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ [strikes back]
...40 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

 

Χρειάζεται να συγκροτηθεί ένα πλαίσιο κατανόησης της Μεταπολίτευσης που δεν θα «φυλακίζει» το μέλλον στις ιδεολογικές αγκυλώσεις αλλά και τις αμηχανίες της περιόδου της πενταετούς σήμερα πια κρίσης

Ιωάννα Λαλιώτου

 

Οι όροι με τους οποίους συζητάμε και κατανοούμε σήμερα την ιστορία της Μεταπολίτευσης αναπόφευκτα προσδιορίζονται από την οικονομική, πολιτική και κοινωνική κρίση που βιώνουμε στην Ελλάδα τα τελευταία πέντε χρόνια. Τα βιώματα της κρίσης έχουν διαμορφώσει ένα πλαίσιο στοχασμού στο εσωτερικό του οποίου αναπτύσσεται ένα μεγάλο εύρος απόψεων από τη συνολική καταδίκη και απόρριψη των πολιτικών επιλογών του πρόσφατου παρελθόντος μέχρι την κριτική αποτίμηση των ιστορικών διαδικασιών που εξελίχτηκαν τα τελευταία σαράντα χρόνια. Η θέαση της μεταπολιτευτικής περιόδου μέσα από το φίλτρο των βιωμάτων της κρίσης δεν είναι απαραίτητα μια γόνιμη επιλογή. Αφενός, γιατί μας παρασύρει να ανασυνθέσουμε τη Μεταπολίτευση ως μια «προβληματική» περίοδο, δηλαδή ως ένα σύνολο επιλογών και διαδικασιών που οδήγησε σε ένα «λάθος», σε μια αποτυχία αποτέλεσμα της οποίας αποτελούν τα σημερινά δεινά. Πρόκειται για ένα αφηγηματικό μοτίβο σύμφωνα με το οποίο η ιστορία νοείται ως έγκλημα και τιμωρία: όσα παθαίνουμε σήμερα είναι αποτέλεσμα των συλλογικών κακών επιλογών μας στο παρελθόν. Αυτό το ιστορικό αφήγημα έχει βέβαια και μια σωτηριολογική διάσταση, αφού ευαγγελίζεται ότι η διόρθωση των λαθών του παρελθόντος, η τιμωρία της ιστορίας, θα επιφέρει τον σωτήριο μετασχηματισμό της κοινωνίας, την άφεση των αμαρτιών και τη λύτρωση από τα σημερινά δεινά.

Αφετέρου, η θέαση της Μεταπολίτευσης μέσα από τα βιώματα της κρίσης μας παρασύρει να κατανοήσουμε την ιστορική διαδικασία ως μια αναπόδραστη αλυσιδωτή αντίδραση μεταξύ αιτίων και αποτελεσμάτων: συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές θεωρείται ότι αναπόφευκτα οδήγησαν σε συγκεκριμένα αποτελέσματα. Παραγνωρίζεται έτσι ο ρόλος της ενδεχομενικότητας στην ιστορία, η συνθήκη κατά την οποία ένα γεγονός ή μια διαδικασία θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια πληθώρα κατευθύνσεων που καθορίζονται κάθε φορά από τη συγκυρία και παραμετροποιούνται με βάση σύνθετες και πολύπλοκες συναρτήσεις σε βαθμό που είναι σχεδόν αδύνατη η ανασύνθεση ενός πλήρους «δέντρου» πληροφορίας που θα απαντούσε στο ερώτημα «Τι θα μπορούσε να είχε συμβεί αν…». Η ιστορική κατανόηση της Μεταπολίτευσης μέσα από το αφήγημα του «εγκλήματος και της τιμωρίας» μας αναγκάζει να δούμε το παρελθόν ως ένα κλειστό και άρα ελεγχόμενο σύστημα παραγόντων και πρωταγωνιστών, ως τετελεσμένη ιστορία. Όπως όμως οι ιστορικοί πολύ καλά γνωρίζουν, το παρελθόν –και κυρίως η γνώση μας γι’ αυτό– παραμένει διαρκώς ατελές, καθώς εμπεριέχει επιμέρους ιστορίες, λανθάνουσες διαδικασίες, τάσεις, δυνητικότητες που διαφεύγουν της προσοχής μας, πόσο μάλλον αν κρίνουμε τα όσα συνέβησαν με αποκλειστική πυξίδα τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα.

Αυτής της μορφής ο παροντισμός μάλλον αποκρύπτει παρά διαφωτίζει τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές της πρόσφατης ιστορίας. Θα μπορούσαμε μάλιστα να υποστηρίξουμε ότι η κατανόηση της Μεταπολίτευσης μέσα από τα σύγχρονα βιώματα της κρίσης όχι μόνο δεν εξυπηρετεί τη διαφώτιση του παρελθόντος, αλλά αντίθετα αποτελεί ένα εργαλείο ελέγχου και πειθάρχησης της δημόσιας μνήμης των όσων συνέβησαν τα τελευταία σαράντα χρόνια: πρόκειται για μια απόπειρα ελέγχου της επιθυμίας και της προσδοκίας, της δυνατότητάς μας να φανταστούμε το μέλλον ως ανοικτό και όχι ως προδιαγεγραμμένη τιμωρία μας για τα «εγκλήματα» της προηγούμενης περιόδου. Με αυτή την έννοια η επεξεργασία ενός πλαισίου κατανόησης, μελέτης και ερμηνείας της ιστορίας της μεταπολιτευτικής περιόδου αποτελεί σήμερα ένα βαθιά πολιτικό ζήτημα και συχνά ένα πεδίο αντιπαράθεσης με στόχο την ιδεολογική ηγεμόνευση, όπως θα έλεγε και ο Γκράμσι, τόσο του παρόντος όσο και του τρόπου με τον οποίο φανταζόμαστε και σχεδιάζουμε το μέλλον.

Προς την κατεύθυνση της συγκρότησης ενός πλαισίου κατανόησης της Μεταπολίτευσης που δεν θα «φυλακίζει» το μέλλον στις ιδεολογικές αγκυλώσεις αλλά και τις αμηχανίες της περιόδου της πενταετούς σήμερα πια κρίσης θα ήθελα να διατυπώσω δύο σκέψεις:

 

1. Μπορεί τελικά η κρίση να αποτελέσει ευκαιρία για τη συγκρότηση ενός γόνιμου πλαισίου κατανόησης της Μεταπολίτευσης; Και αν ναι, με ποιον τρόπο; Σχολιάζοντας τη σχέση μεταξύ κρίσης και ελπίδας, η Gayatri Chakravorty Spivak έχει υποστηρίξει ότι η διαδικασία κατά την οποία οδηγείται μια κατάσταση ή μια έννοια σε κρίση προκαλεί τη διάβρωση των στεγανών ορίων μεταξύ του δυνατού και του αδύνατου.1 Αποτέλεσμα αυτής της κρίσης είναι η ανασημασιοδότηση των ορίων μεταξύ δυνητικού και πραγματικού, και άρα η παραγωγή ενός χώρου που επιτρέπει την ανάδυση της ελπίδας και της προσδοκίας. Συνεχίζοντας αυτόν τον συλλογισμό θα μπορούσαμε να σκεφτούμε τη σημερινή κρίση ακριβώς ως έναν παράγοντα διάβρωσης των ορίων μεταξύ του δυνατού και του αδύνατου. Πρόκειται για μια διαβρωτική διαδικασία που επιφέρει δεινά: για παράδειγμα, συχνά αναρωτιόμαστε σήμερα: «Ποιος θα φανταζόταν πριν πέντε χρόνια ότι θα μπορούσε να έχει συμβεί αυτό…;». Όμως η διάβρωση δημιουργεί ταυτόχρονα έναν κενό χώρο στο εσωτερικό του οποίου θα μπορούσε δυνητικά να αναπτυχθεί ένας κριτικός λόγος τόσο για το παρόν και το μέλλον όσο και για το παρελθόν. Ο Αντώνης Λιάκος έχει περιγράψει αυτό το είδος οραματισμού που διαπερνά τις ποικίλες μορφές της χρονικότητας ως μια απορητική μορφή της ουτοπίας που εκφράζεται ως κριτική.2 Είναι αλήθεια ότι η απορητική διάθεση μπορεί να αποτελέσει ένα καλό αφετηριακό σημείο για τη συγκρότηση κριτικών προσεγγίσεων τόσο στον χώρο της πολιτισμικής ανάλυσης όσο και στον χώρο της ιστοριογραφίας: σίγουρα η συνθήκη της απορίας αποτελεί πιο φιλόξενο περιβάλλον για την ανάπτυξη της κριτικής σε σχέση με το θριαμβολογικό πλαίσιο αναφοράς της περιόδου πριν την κρίση που ενθάρρυνε μάλλον την άκριτη αυτοεπιβεβαίωση των εθνικών μας βεβαιοτήτων και επέτρεπε στα κομματικά επιτελεία να υπόσχονται το περίφημο «πάρτι-πάρτι στις 7 του Μάρτη» κατά την εκλογική αναμέτρηση του ελπιδοφόρου όσο και καταστροφικού έτους 2004.

 

2. Ποια είναι όμως τα εναλλακτικά χαρακτηριστικά του πλαισίου κατανόησης της Μεταπολίτευσης που μπορούμε να φανταστούμε μέσα από το βίωμα της κρίσης ως κριτικής; Όπως ήδη ανέφερα, η κυρίαρχη τάση σήμερα είναι να δούμε τη Μεταπολίτευση ως μια ιστορία εγκλήματος και τιμωρίας. Αυτό το αφήγημα δεν επιτρέπει τη θέαση της ενδεχομενικότητας στο ιστορικό παρελθόν, καθώς ο γεγονοτολογικός ορίζοντας της Μεταπολίτευσης αναδεικνύει εμφατικά τα συμβάντα και τις διαδικασίες που οδήγησαν θεωρητικά στην κρίση του 2009. Αντίθετα, η προσέγγιση της ιστορίας ως ατελούς παρελθόντος θα απαιτούσε τη διερεύνηση των «ησσόνων ουτοπιών»3 της περιόδου, των εγχειρημάτων που δεν ευοδώθηκαν, των έκκεντρων τάσεων, προσωπικοτήτων και κινημάτων, όσων εκ των υστέρων χαρακτηρίζουμε ως ανεκπλήρωτες υποσχέσεις και προσδοκίες. Δεν προτείνω εδώ μια ιστορία των περιθωρίων, αλλά αντίθετα μια επαναπροσέγγιση της κεντρικής πολιτικής σκηνής, των κύριων κοινωνικών μετασχηματισμών, των μεγάλων πολιτισμικών διεργασιών της μεταπολιτευτικής περιόδου, και ιδιαίτερα των δεκαετιών του 1980 και του 1990, που να μην προσδιορίζεται από τα δεδομένα της σημερινής κρίσης υιοθετώντας ως ένα είδος υπόθεσης εργασίας το ερώτημα «Τι θα μπορούσε να είχε συμβεί αν…». Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η θεώρηση του παρελθόντος ως ατελούς διαδικασίας δεν αποτελεί μια απλή διανοητική άσκηση, αλλά μια προσπάθεια ανάδειξης των λανθανουσών δυναμικών της ιστορίας που συχνά παραγνωρίζονται από τις εμπειριστικές προκαταλήψεις ενός μέρους της σύγχρονης κοινωνικής και πολιτικής ιστορίας. Η μελέτη της ιστορίας της Μεταπολίτευσης ως ατελούς παρελθόντος έχει συγκεκριμένα προαπαιτούμενα: προϋποθέτει την ενδελεχή μελέτη των μηχανισμών παραγωγής νοήματος που σημασιοδότησαν τις κοινωνικές εμπειρίες και τις πολιτικές διαδικασίες σε μια περίοδο όπου ο ιστορικός μετασχηματισμός πήρε συχνά τη μορφή σημασιολογικών και εννοιολογικών πολέμων και αντιπαραθέσεων. Για παράδειγμα, πώς συγκροτήθηκαν τα μικροαστικά στρώματα της ελληνικής κοινωνίας, πώς αρθρώθηκε ο λόγος τους και πώς μεταλλάχθηκαν οι πρακτικές του καθημερινού βίου, οι πολιτισμικές αναφορές και ο ορίζοντας των προσδοκιών στο εσωτερικό της μικροαστικής ελληνικής οικογένειας που αναπτύχθηκε γενεαλογικά από το 1974 έως σήμερα; Ποιος ήταν ο ρόλος της μαζικοποίησης της ανώτερης και της ανώτατης εκπαίδευσης, μέσα από ποιες διαδικασίες μετασχηματισμού των πρακτικών πολιτισμικής παραγωγής και κατανάλωσης αναπτύχθηκε ο δημώδης κοσμοπολιτισμός των μεσαίων στρωμάτων και πως διαπαιδαγωγήθηκαν και εκφράστηκαν οι επιθυμίες του περίφημου αγνοούμενου σήμερα «μεσαίου χώρου»; Η λίστα των ερωτημάτων είναι πολύ μακριά. Το σίγουρο είναι ότι αυτή η μορφή διερεύνησης απαιτεί αναλυτικά εργαλεία που να επιτρέπουν την ανάλυση του πολιτισμού και της κουλτούρας όχι ως αστικού φολκλόρ αλλά ως ενός μεταεπιπέδου του κοινωνικού και ως ενός κατεξοχήν πεδίου επιτέλεσης της πολιτικής.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 15 (07.2014)