η Δύση μπροστά στον σπασμένο καθρέφτη της

 

Τιεν-αν-μεν, το μήνυμα(;) μιας –άλλης– πλατείας

 

Άγγελος Βλάχος

 

Ποιος θυμάται άραγε την Τιεν-αν-μεν;

Συνηθίζουμε να θυμόμαστε το μακρινό(;) 1989 για τα γεγονότα στην Ανατολική Ευρώπη που έδωσαν τη χαριστική βολή στα καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης ή ίσως για την καινοφανή «συγκυβέρνηση» στις αρχές εκείνου του καλοκαιριού που αναδιαμόρφωσε τον ελληνικό πολιτικό χάρτη.

Ίσως ακριβώς γι’ αυτό, χωμένοι στις δικές μας μέριμνες, να μην έχουμε χώρο στη μνήμη μας για τις συγκλονιστικές εξελίξεις στην Κίνα τις ίδιες εκείνες ράθυμες μέρες στο έμπα του καλοκαιριού εκείνης της χρονιάς. Έμεινε μόνο το όνομα μιας πλατείας –της κεντρικής στο Πεκίνο– ως μετωνυμία για τα γεγονότα εκείνα που σφράγισαν ανεξίτηλα την πορεία της Λ.Δ.Κ. μέχρι σήμερα.

Τελικά, τι απόμεινε από την Τιεν-αν-μεν; Μια εικονιστική αποτύπωση που συγκράτησε ο φακός ενός Δυτικού φωτορεπόρτερ, λίγο μετά τη μεγάλη σφαγή: ένας νεαρός πολίτης (δεν ξέρουμε/δεν μάθαμε ποτέ αν υπήρξε φοιτητής…) να στέκεται όρθιος μπροστά στο πρώτο άρμα μιας ίλης τεθωρακισμένων που περιπολούσε στην πλατεία. Προσπαθώντας να σταματήσει τους ελιγμούς του άρματος, με τίμημα προφανές.

files/chronosmag/contentVOL14/VOL14-diafora/TienanmenIV.png

Μια φωτογραφία που προκάλεσε σοκ στη Δύση, πυροδότησε θυελλώδεις αντιδράσεις –ρητορικές ασφαλώς, μιας και η Κίνα επί της ουσίας πέφτει μακριά– και τροφοδότησε τη δημόσια συζήτηση για τα κομμουνιστικά εγκλήματα.

Έχοντας ζήσει για ένα διάστημα στην κινεζική πρωτεύουσα λίγα χρόνια πριν, σε μια απόσταση λιγότερο από 10 χλμ. από την Τιεν-αν-μεν, επανειλημμένα αναρωτήθηκα για το πέπλο της απόλυτης σιωπής που κάλυπτε οτιδήποτε ξεπερνούσε τη γεωγραφική μνεία της πλατείας. Περπάτησα αρκετά σε γειτονιές, συζήτησα, όσο και όπως μπορούσα. Πιστεύοντας(!) πως ήξερα τα «πραγματικά» περιστατικά, δοκίμασα, διακριτικά είναι η αλήθεια, να σκύψω πάνω από τις ουλές. Στη διαδικασία αυτή, τίποτα δεν μου θυμίζουν τα κείμενα που γράφονται στη Δύση για την Κίνα περισσότερο από αυτό που γράφει ο Edward Said στο τελευταίο μέρος του Οριενταλισμού του: η –συγκαλυμμένα– ψυχροπολεμικού τύπου ανάλυση δεν ρίχνει το βάρος σε κανονιστικές κατασκευές του Άλλου, αλλά αντίθετα η πληθωρική και λεπτομερής προσέγγιση προκρίνει το πλαίσιο του «εκμοντερνισμού» από εκείνο του «εξωτισμού». Και το κάνει σχεδόν μονοπωλιακά, αποκλείοντας έκκεντρες φωνές που –τυχόν– διαρρηγνύουν την ομοιομορφία συμπαγών αφηγημάτων που έχουν επικρατήσει.

Αλλά ας τα ονοματίσω: για τη Δύση, η ιστορία της σύγχρονης Κίνας περνάει μέσα από μια σειρά από σαφή δίπολα: κομμουνισμός-δημοκρατία, καπιταλισμός-κεντρικός σχεδιασμός, ελευθερία-δεσποτισμός κ.ά. Υποτίθεται πως η εξέγερση στο Πεκίνο και όχι μόνο, στα τέλη της άνοιξης του ’89, εικονογραφεί αυτά τα στερεότυπα. Αυτού του τύπου η μανιχαϊστική αντίληψη καθιστά σχεδόν αδύνατη την κατανόηση της κινεζικής πολυπλοκότητας για τον Δυτικό παρατηρητή. Έχουμε εδώ μια επανάληψη της κατά Said «άνισης γνώσης». Άνισης με την έννοια της μη ισορροπημένης και ιεραρχικής «γνώσης», υπό το πρίσμα ενός καθεστώτος λόγου (discourse) που μας λέει πιο πολλά για τις εμμονές της Δύσης σχετικά με τον Άλλο παρά για τις «πραγματικότητες» του «κεντρικού βασιλείου», όπως μπορεί να αποδοθεί η ονομασία της zhōngguó (中国), της καθ’ ημάς Κίνας.

http://newbooksineastasianstudies.com/2012/07/17/daniel-vukovich-china-and-orientalism-western-knowledge-production-and-the-p-r-c-routledge-2012/

Τα σχεδόν τριάντα χρόνια της μαοϊκής κληρονομιάς (1949-76) άφησαν πληγές στην Κίνα που ακόμη δεν έχουν τύχει διαπραγμάτευσης. Το Μεγάλο Άλμα και στη συνέχεια η Πολιτιστική Επανάσταση, μέρος της κομμουνιστικής ουτοπίας, προκάλεσαν με αριθμητικούς όρους τις οδυνηρότερες, πιθανότατα, συνέπειες στη ζωή των ανθρώπων που γνώρισε η οικουμένη από καταβολής κόσμου. Δεκάδες εκατομμύρια Κινέζων κατέληξαν να πεθάνουν από τον Μεγάλο Λιμό (1959-62), εκατομμύρια πολλά φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν, βασανίστηκαν ή και εκτελέστηκαν από τους Ερυθροφρουρούς, ιδιαίτερα την περίοδο 1966-76. Είναι ακριβώς αυτά τα βιώματα που ο σπουδαίος καλλιτέχνης Αi Weiwei, αναφερόμενος στη σύγχρονη κινεζική κοινωνία, έχει αποκαλέσει «οι ψυχικές διαταραχές βαθιά μέσα μας».

http://www.nybooks.com/blogs/nyrblog/2014/mar/31/tiananmen-25-years-money-ideas/

Αν όντως η Τέχνη συνιστά μια απόπειρα συνάντησης του ανθρώπου με την εποχή του και τους καημούς της, μια επίσκεψή μου στην γκαλερί μιας φίλης στην «Πολιτιστική Περιοχή 798», στο «Γκάζι» του Πεκίνου, κατέληξε πολύ πιο εύγλωττη για τις διαταραχές αυτές από κάθε ακαδημαϊκή ανάλυση. Ο τίτλος της έκθεσης, εύλογος: «μάτια ανοιχτά – μάτια κλειστά».

files/chronosmag/contentVOL14/VOL14-diafora/TienanmenΙΙΙ.png

Λεζάντα: Ένα –βασανισμένο– παιδί χωρίς φύλο, ντυμένο με τη χαρακτηριστική στολή των στρατοπέδων εργασίας, κοιτά με άψυχο βλέμμα, καθισμένο σε μια ντάνα από βιβλία (υπόμνηση στην «απαγορευμένη γνώση» που τέθηκε υπό διωγμό στα χρόνια της Πολιτιστικής Επανάστασης). 

 

Το ζήτημα της πρόσβασης στη γνώση ξεπερνάει το αίτημα προσπέλασης στην πληροφορία. Αξίζει να σημειωθεί πως η Κίνα είναι ίσως η μόνη χώρα στον κόσμο που ενώ τυπικά διοικείται από ένα κομμουνιστικό κόμμα, πολύ δύσκολα βρίσκεις ένα έντυπο στα βιβλιοπωλεία της που να παραπέμπει στον μαρξισμό ως πολιτική θεωρία.

  

Ο δρόμος για την εξέγερση 

Για να κατανοήσουμε επομένως την πλατεία, πρέπει να πάμε πολύ πίσω – να μετρήσουμε την κληρονομιά του «τελευταίου αυτοκράτορα» (Μάο) και τα παρεπόμενά της· να δοκιμάσουμε, σε αδρές γραμμές έστω, μια απόπειρα ιστορικοποίησής της. Το 1976, μετά από μια ταραχώδη όσο και άγνωστη ιστορία ανελέητων εσωκομματικών μαχών, η χήρα του Μάο και η «Συμμορία των τεσσάρων» (http://en.wikipedia.org/wiki/Gang_of_Four) παρέδωσαν την εξουσία σε νέες πολιτικές συνομαδώσεις. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 ήταν σαφές για τις πολιτικές ελίτ του Κ.Κ.Κ. πως ο κλασικός μαοϊσμός είχε ηττηθεί ολοκληρωτικά. Ο ισχυρός Deng Xiaoping εξαπολύοντας το σύνθημα «είναι ένδοξο το να αποκτήσεις πλούτο» (1985), επανανομιμοποιούσε τον ατομικό πλουτισμό, η αποκολεκτιβοποίηση στην ύπαιθρο οδηγούσε σε παραγωγική ανάπτυξη, ενώ ταυτόχρονα όξυνε δραματικά το χάσμα μεταξύ πλούσιων και φτωχών στις παραδοσιακές κοινότητες. Στα τέλη εκείνης της δεκαετίας, ο πληθωρισμός άγγιζε το 30%, καθώς η διαφθορά στα κομματικά στελέχη απογειωνόταν, αποκτώντας έκτοτε σχεδόν ενδημικό χαρακτήρα. Στις αγροτικές κοινωνίες, δηλαδή στη συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού, η απογοήτευση δεν έβρισκε διέξοδο, ενώ στις πόλεις η απορρύθμιση των τιμών, η κερδοσκοπία στη γη και η αποθησαύριση εμπορευμάτων και αγαθών οδήγησαν σε κλιμακούμενο πανικό.

Prisoner of the State: The Secret Journal of Premier Zhao Ziyang, Simon & Schuster, 2009, σελ. 223

Γόνοι κομματικών στελεχών, τοπικοί αξιωματούχοι και συγγενικά δίκτυα πρωταγωνιστούσαν σε αυτή τη διαδικασία θεσμοποίησης της γραφειοκρατικής διαφθοράς. Μετά τις πληγές της μαοϊκής διακυβέρνησης, ο συβαριτισμός με κινεζικά χαρακτηριστικά, σε συνδυασμό με τη θρυλούμενη ατιμωρησία, εξόργισαν μεγάλα κοινωνικά ακροατήρια. Αντιδράσεις ασφαλώς υπήρξαν, αλλά έμειναν στο περιθώριο.

Maurice Meisner, Mao’s China and After: A History of the People’s Republic Third Edition, (The Free Press, 1998), σελ. 458

Maurice Meisner, Mao’s China and After: A History of the People’s Republic Third Edition, (The Free Press, 1998), σελ. 458

Αντίθετα με μια διαδεδομένη στη Δύση άποψη, οι φοιτητικές κινητοποιήσεις που ξέσπασαν μετά την κηδεία του μετριοπαθούς Γενικού Γραμματέα του Κόμματος Hu Yaobang τον Απρίλιο του 1989, κάθε άλλο παρά πρωτοφανείς ήταν. Παρά την κατάρρευση του ύστερου μαοϊσμού, ένας τεράστιος αριθμός απλών ανθρώπων παρέμεινε με την ελπίδα ενός καλύτερου μέλλοντος το οποίο θα εξασφάλιζε το Κόμμα. Ειδικά, η φοιτητιώσα νεολαία συντηρούσε αυτή την εικόνα. Στους κόλπους της φαίνεται να είχαν διαμορφωθεί δύο τάσεις που μεταγενέστερα η καταγραφή τους εξαλείφτηκε: αυτοί που ζητούσαν αλλαγές στην κατεύθυνση των ενεργειών-ανοιγμάτων του ρεφορμιστή Hu Yaobang (προσέγγιση με την Ιαπωνία, αυτονομία του Θιβέτ κ.ά.) και εκείνοι που επιζητούσαν την επανευθυγράμμιση με τις αρχές του μαοϊσμού που κατά τη γνώμη τους είχαν προδοθεί. Κοινός παρονομαστής και των δύο ρευμάτων ήταν η καταγγελία της διαφθοράς, του νεποτισμού και αυτό που θεωρούσαν ως διολίσθηση της χώρας σε έναν φραξιονισμό δίχως πολιτική νομιμοποίηση. Στην πολιτική παράδοση της Κίνας του 20ού αιώνα, οι φοιτητές διαδραμάτιζαν ιστορικά έναν καθοριστικό ρόλο, ήδη από τη μεσοπολεμική περίοδο ως αιχμή του Κ.Κ.Κ. Ως ελίτ μιας ελίτ, φοιτητές ήταν επικεφαλής της Νεολαίας που στελέχωναν τους Ερυθροφρουρούς του Μάο τη δεκαετία του ’60 και έφεραν την «ιστορική» ευθύνη για την πορεία της Επανάστασης. Αργότερα, συνέχισαν την ισχυρή παράδοση της απόκλισης από τις κομματικές επιλογές, με αποκορύφωμα τη διαμαρτυρία στα 1986-87.

https://libcom.org/library/meaning-tiananmen

Αντιλαμβανόμενοι τους εαυτούς τους ως θεματοφύλακες, διεκδικούσαν λόγο για τις «εκτροπές». Δεν είναι τυχαίο πως ο Deng στα τέλη του Απριλίου του 1989 αποκάλεσε την επεκτεινόμενη φοιτητική διαμαρτυρία dongluan («αναταραχή», «στάση»), κάνοντας ευθέως αναφορά στις θηριωδίες της Πολιτιστικής Επανάστασης. Εγκλωβισμένη στην ίδια της τη ρητορική, η κινεζική πολιτική ηγεσία με πρωτοβουλία του Li Peng, καθώς ο «εύθραυστος» Γενικός Γραμματέας Zhao Ziyang παραμερίστηκε, επέλεξε την ευθεία σύγκρουση.

files/chronosmag/contentVOL14/VOL14-diafora/Tienanmen.png

Απέναντί της συνασπίστηκαν όχι πια μόνο φοιτητές αλλά ευρείες κοινωνικές ομάδες: εργάτες, επιστήμονες, ακόμη και νοικοκυρές – ενώ η κοινωνική αντίδραση που είχε πια εξελιχτεί σε ανοιχτή αμφισβήτηση, ξέσπασε σε περίπου διακόσιες-τριακόσιες πόλεις στην επικράτεια (Σανγκάη, Ουρούμτσι, Χ’σιάν, Τιαντζίν κ.ά.). Θέτοντας το Πεκίνο σε καθεστώς στρατιωτικού νόμου, η κομμουνιστική ηγεσία της εποχής αντιπαρατέθηκε με χρήση θανατηφόρου πυρός σε δεκάδες χιλιάδες πολιτών, όχι τόσο στην Τιεν-αν-μεν (880x550 μ. ανοιχτή πλατεία) αλλά κυρίως στους γύρω δρόμους.

files/chronosmag/contentVOL14/VOL14-diafora/TienanmenΙΙ.png

Ο πραγματικός αριθμός των νεκρών, που υπολογίζεται σε λίγες χιλιάδες, δεν ανακοινώθηκε ποτέ. Η κρατική καταστολή που ακολούθησε οδήγησε στη συλλογική αμνησία, όπως την περιγράφει η Louisa Lim στο πρόσφατο βιβλίο της The People’s Republic of Amnesia: Tiananmen Revisited (Oxford University Press, 2014). Φυλακές, εξορίες, δραπέτευση στο εξωτερικό, αλλά και σιωπηρή αντίσταση – στο παρασκήνιο, ήταν οι συνέπειες για τους γνωστούς, αλλά ακόμη περισσότερο, τους αφανείς πρωταγωνιστές του «Περιστατικού της 4ης Ιουνίου», όπως περιγράφονται τα γεγονότα της πλατείας στο ιδιόμορφο κινεζικό ιδιόλεκτο. Ο βαθμός πολιτικών και κοινωνικών ελευθεριών στη Λ.Δ.Κ. περιγράφεται έξοχα από ένα λεκτικό σχήμα νεοκομφουκιανικής έμπνευσης – από εκείνα που οι Κινέζοι υιοθετούν για να οπτικοποιήσουν την εμπειρία. Σας το μεταφέρω: «η βρύση που ανοίγει και η βρύση που κλείνει»· ανάλογα με τη συγκυρία, συμπεριφορές, πρακτικές, στάσεις και θέσεις, γίνονται ανεκτές (άνοιγμα) ή εξοβελίζονται (κλείσιμο) από τη δημόσια σφαίρα… με περισσή αποτελεσματικότητα, σας ομολογώ, καθώς έχω συγκεκριμένα παραδείγματα στο μυαλό μου.

 

Πίσω από την ισοπεδωτική ομοφωνία

Τρία, τουλάχιστον, πράγματα, σύμφωνα με τους διεθνείς netiquettes (κώδικες δεοντολογικής συμπεριφοράς) μαθαίνει κάθε Δυτικός επισκέπτης ότι αποτελούν no-go areas στις συζητήσεις στην Κίνα: ο Μάο, το Θιβέτ και η Τιεν-αν-μεν. Την εικοσιπενταετία που ακολούθησε την εξέγερση, η οικονομική απογείωση συγκάλυψε –σχεδόν– τα πάντα. Όταν τελείωνα το σχολείο (την εποχή ακριβώς της εξέγερσης), θυμάμαι ότι στο μάθημα της γεωγραφίας μαθαίναμε πως οι Κινέζοι οδηγούν ποδήλατα, φοράνε ομοιόμορφες ενδυμασίες (σακάκια τύπου μάο) και τρώνε ρύζι· στα αστικά στρώματα που γνώρισα (τώρα πλέον λίγες εκατοντάδες εκατομμύρια) ταξιδεύοντας στην αχανή επικράτεια η προτίμηση πέφτει σε ακριβά αυτοκίνητα κατασκευασμένα στη Λ.Δ.Κ. και ρούχα με δυτικά brands, ενώ στα περισσότερα τραπέζια δεν σερβίρεται καν ρύζι. Για έναν ντόπιο που λείπει από το Πεκίνο για πάνω από δέκα-δεκαπέντε χρόνια είναι εξαιρετικά δύσκολο να προσανατολιστεί στον πλήρως αναδομημένο, πολυδαίδαλο αστικό ιστό («μη πόλη» μου την ονομάτισε εύστοχα ένας φίλος πριν πάω εκεί). Ολόκληρες παραδοσιακές γειτονιές (hu tong) εξαφανίστηκαν, δίνοντας τη θέση τους σε μεγαλοπρεπή συγκροτήματα κατοικιών και ουρανοξύστες. Η μνήμη της πόλης, σε λιγότερο από μισή γενιά, έχασε τα περισσότερα περιφερειακά τοπόσημά της.

Λίγοι άνθρωποι κάτω από τα σαράντα γνωρίζουν κάποια εκδοχή των γεγονότων της πλατείας, όπως είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω. Και ακόμη λιγότεροι ενδιαφέρονται να μάθουν οτιδήποτε. Οι σχετικές λέξεις είναι αποκλεισμένες από κάθε μηχανή δικτυακής αναζήτησης, η δε συζήτηση για τα σχετικά ζητήματα διαμορφώνεται με όρους εξωτερικούς προς το βίωμα και την αντίληψη των συμμετεχόντων. Κι όμως, η Κίνα, αντίθετα με αυτό που φαντάζεται κάποιος χωρίς προσωπική εικόνα για τη χώρα, δεν είναι –σε μια πρώτη ματιά– μια σκληρά ολοκληρωτική κοινωνία. Ολοκληρωτικά προσηλωμένη σε οικονομικούς στόχους, θάβει τραυματικές μνήμες χτίζοντας το δύσκολο παρόν. Αν αναζητά κανείς μια καπιταλιστική μητρόπολη, χωρίς αμφιβολία θα τη βρει στη Βορειοανατολική Ασία. Ο χρόνος σε κατοικημένες ζώνες, όπως το Πεκίνο, τρέχει μόνο μπροστά. Γεγονότα που έλαβαν χώρα ελάχιστα χρόνια πριν, αφορούν για τους πολλούς τη μακρινή ιστορία, ενώ η ιστορία της Τιεν-αν-μεν βρίσκεται στα όρια της κοινωνικής αρχαιολογίας.

http://books.google.gr/books/about/Governing_China.html?id=M7qAQgAACAAJ&redir_esc=y

http://books.google.gr/books/about/Governing_China.html?id=M7qAQgAACAAJ&redir_esc=y

Η ώσμωση με τις δυτικές αντιλήψεις και ιδανικά είναι δεδομένη, αλλά όχι με τους ρυθμούς και τα αιτούμενα που εμείς φανταζόμαστε. Όπως χαρακτηριστικά μου είπε κάποια βραδιά μια φίλη καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης εκεί, «όσο κι αν εσάς σας φαίνεται περίεργο, η ανεπεξέργαστη αποδοχή από εμάς των δικών σας κυρίαρχων αξιών ισοδυναμεί με προσυπογραφή της εξουσίας σας». Και εδώ έγκειται το κομβικό σημείο της αμφιθυμίας. Τα αιτήματα του «πολιτικού φιλελευθερισμού» και του «αγώνα για δημοκρατία», με τα οποία συνυφάνθηκαν τα δραματικά γεγονότα της Τιεν-αν-μεν για το σύνολο σχεδόν της Δύσης, αποτελούν διανοητικές κατασκευές, φίλτρα πρόσληψης της αιματηρής εξέγερσης αλλά και a posteriori μνημονικά τεχνάσματα, συχνά νομιμοποιητικά της πορείας των πρωταγωνιστικών στελεχών που δραπέτευσαν στη Δύση. Φαίνεται ακραίο, αλλά δυσκολευόμαστε εξαιρετικά να προσπελάσουμε την πολωμένη περίοδο πίσω από τη μονοσήμαντη, σχεδόν ισοπεδωτική ρητορική με την οποία έχει επενδυθεί. Και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς: η συζήτηση για τα γεγονότα διεξάγεται πίσω από τους παραμορφωτικούς φακούς γεωπολιτικών διακυβευμάτων του σήμερα. Στην ερμηνεία του κεφαλαίου αυτού πάντως δεν έχει μπει τελεία.

Ο Alexis de Tocqueville υποστήριζε πως «σε μια επανάσταση, όπως και σ’ ένα μυθιστόρημα, το πιο δύσκολο πράγμα να εφεύρεις είναι το τέλος»…

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 14 (06.2014)