μαύρο σώμα, λευκός θόρυβος

 

Χιουζ, Μπάλντουιν, Μόρρισον: μια περιδιάβαση στα κομβικά λογοτεχνικά κείμενα που ενέπνευσαν τα αντιρατσιστικά συνθήματα μετά τη δολοφονία του Αφροαμερικανού Μάικλ Μπράουν στο Φέργκιουσον

 

Νίκος Κουρμουλής

 

Το 1865 ο πρόεδρος Αβραάμ Λίνκολν, πάνω στις στάχτες του εμφυλίου πολέμου, είναι αποφασισμένος να περάσει την 13η Τροποποίηση του αμερικανικού Συντάγματος που αφορά την κατάργηση της δουλείας. Κύριος στόχος είναι η αυτονόμηση της απόφασης για την κατάργηση της ανθρώπινης ιδιοκτησίας και κατ’ επέκταση του ρατσισμού (ένα λογικό άλμα του προέδρου, που εδράζεται σε μια ηθική επαγωγικότητα), αποσυνδέοντας την από τη λήξη του αιματηρού πολέμου. Έτσι θα στεριώσει στη συνείδηση των πολιτών ως κατάκτηση και όχι ως μικροκομματική τακτική.

Φυγόκεντρος ελιγμός, με μεγάλο κόστος. Οι συντηρητικοί του Βορρά θέλουν να τελειώσει αμέσως ο πόλεμος. Έχουν ανάγκη από φτηνά εργατικά χέρια. Η κατάργηση της δουλείας από την άλλη προσβάλλει το νομικό πλαίσιο της Συνομοσπονδίας του Νότου. Ο Λίνκολν δωροδοκεί, κινείται αυταρχικά, συμμαχεί και με τον διάβολο για να περάσει ο σκοπός. Στους αυριανούς υπηκόους της Ομοσπονδίας έχει τρωθεί για τα καλά το περί δικαίου αίσθημα. Ο Βορράς κινείται κατά των ακίνητων περιουσιών του Νότου. Η πείνα μαστίζει. Οι Νότιοι θέλουν να προστατέψουν τις γαίες τους. Για τους λευκούς προβλέπονται πολιτικά δικαιώματα· για τους μαύρους, όχι. Αν επικρατήσει αυτό, αμφότεροι Βόρειοι και Νότιοι φοβούνται γενικευμένες εξεγέρσεις... Η Αμερική της μεθοδευμένης ανισότητας. Στην Ομοσπονδία πνοή θα δώσει το σιβυλλικό πνεύμα του προέδρου και ο Θεός, αφού ξεπεραστεί ο σκόπελος των συνόρων. Έκτοτε μεταξύ αγνότητας και σκοπιμότητας, η νέα κοινωνία των Η.Π.Α θα ταλανίζεται στους «κακόφημους δρόμους» της από τις αντιπαραθέσεις του χρώματος, ως προσδιοριστικό σημάδι μιας τσαλακωμένης συλλογικής συνείδησης. Νέα Υόρκη, Ντητρόιτ, Ώκλαντ, Καλιφόρνια, Μιζούρι, όπως και σε τόσα γκέτο ανά την επικράτεια.

Τις μέρες που ακολούθησαν τη δολοφονία του Μάικλ Μπράουν από πυρά αστυνομικού στο Φέργκιουσον του Μιζούρι (9.8.2014) ξέσπασε μια καταιγίδα πολιτιστικών κινήσεων μεγάλης κλίμακας, που έχει δει αμυδρά το φως της δημοσιότητας. Διαβάστηκαν σχεδόν παράλληλα από εκατομμύρια διαδικτυακούς χρήστες (ανάμεσά τους πολλοί από το Μιζούρι), τα εξής έργα: το σπάνιο ποίημα του Λάνγκστον Χιουζ «Let America be America again», η συλλογή διηγημάτων του Τζέημς Μπάλντουιν Notes of Native Son, με έμφαση στο αιχμηρό κείμενο «Stranger in the village», όπως και Το τραγούδι του Σόλομον της Τόνι Μόρρισον. Η ανακάλυψη τέτοιων κομβικών λογοτεχνικών κειμένων (χωρία των οποίων έγιναν συνθήματα στο Φέργκιουσον) δείχνει το μέτρο μιας πνευματικής δίψας που ξεπερνά κατά πολύ τον υποχρεωτικό καταναλωτισμό των κειμένων διαμαρτυρίας και της «αντι»πληροφορίας.

 

 Ο ποιητής του λαού

Το 1938, ένας από τους χαρισματικότερους ποιητές της «Αναγέννησης του Χάρλεμ», ο Λάνγκστον Χιουζ (1902-1967), κυκλοφορεί το «Let America be America again» (Selected Poems of Langston Hughes, Vintage Classics, 1990, 1η έκδ. Alfred A. Knopf , 1959).

Κοσμοπολίτης, ουμανιστής και διανοούμενος ο Λάνγκστον Χιουζ, γεννήθηκε στο Τζόπλιν του Μιζούρι το 1902. Τον επόμενο χρόνο οι αρχές συνέλαβαν έναν περιπλανώμενο άστεγο, τον Τόμας Γκίλιαρντ, που κατά το κατηγορητήριο σκότωσε έναν λευκό αστυφύλακα. Το εξαγριωμένο λευκό πλήθος έσυρε τον Γκίλιαρντ έξω από τη φυλακή και τον κρέμασε στον πλησιέστερο τηλεγραφικό στύλο. Στη συνέχεια ο όχλος κατευθύνθηκε προς τις περιοχές των μαύρων, λεηλατώντας σπίτια και σκοτώνοντας ανθρώπους. Σύμφωνα με τις αρχές, όσοι μαύροι επέστρεφαν, υπέγραφαν ένα νομικό χαρτί με το οποίο συμφωνούσαν να εκδιωχθούν από τις συνοικίες τους όλοι οι «κακοί χαρακτήρες». Τα ζοφερά γεγονότα του Τζόπλιν ήταν η καύσιμη ύλη του ποιήματος «Let America be America again», που πηγαίνει παρέα με την υποσημείωση του ποιητή («America never was America to me»). Ένας βλάσφημος ύμνος για τη διαρκή διχοτόμηση μιας χώρας. Για ένα έθνος που μέσα από τους στίχους του Χιουζ δεν σταματά να εκπληρώνει τις αυταπάτες του. Να φέρνει συνεχώς στο προσκήνιο τη μυθολογία της ηρωικής Ένωσης και την επί γης ειρήνη του (θρασύδειλου) αμερικάνικου ονείρου. Θρασυδειλία, φανατισμός, στιγματισμός, τα κύρια θεμέλια της εξοντωτικής δεισιδαιμονίας μας, έλεγε λίγο πριν το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου ο Λάνγκστον Χιουζ. Ο ποιητής του λαού, όπως ανακηρύσσεται από χιλιάδες νεαρούς Αφροαμερικανούς στις μέρες μας. Εξέφραζε το πνεύμα των ανθρώπων που διεκδικούσαν.

Το ποίημα μιλά για μια Αμερική που ήταν αόρατη για ένα συγκεκριμένο τμήμα του πληθυσμού. Για τον Λάνγκστον Χιουζ, η Αμερική θα έχει πάντοτε δύο είδωλα: των μειονοτήτων και των προνομιούχων. Στη γη της ευδαιμονίας και των ευκαιριών κάποιοι δεν θα έχουν πρόσβαση. «Είμαι αγρότης, δεμένος στο χώμα / Είμαι εργάτης πουλημένος στη μηχανή / Είμαι νέγρος, υπηρέτης όλων σας / Είμαι λαός, ταπεινός, πεινασμένος, σημαίνω».

 

Το μαύρο πρόβατο, το μαύρο κίνημα και το ανεπούλωτο τραύμα

Νά όμως που η Ιστορία βάζει στις ψηφίδες που τη συναπαρτίζουν τη δική της πινελιά. Το 2014 για τη Νέα Υόρκη είναι έτος Τζέημς Μπάλντουιν. Ο συγγραφέας που μετουσίωσε στα κείμενά του την ηθική οδύνη από τη μια μεριά και την αψηφισιά από την άλλη τού να είσαι νέγρος στην Αμερική του ’50 και του ’60. Στις 2 Αυγούστου ήταν τα γενέθλιά του. Γενέθλια που έμελλε να σημαδευτούν από μια γενικευμένη ανυπακοή στο «λίκνο της κληρονομιάς μας» όπως ονόμαζε ο ίδιος το Μιζούρι. Τότε, το 1951 πήρε το τρένο από το Παρίσι και πήγε στη Νότια Ελβετία και συγκεκριμένα στη λουτρόπολη Λούκερμπαντ. Έζησε τρεις μήνες εκεί, στο σπίτι του εραστή του και ζωγράφου Λουσιέν Χαπερσμπέργκερ, παλεύοντας με την κατάθλιψη. Κάτω από τη σκιά των Άλπεων έγραψε το διήγημα «Stranger in the village», που πρωτοδημοσιεύτηκε στο περίφημο HarperMagazine (1953) και επανεμφανίστηκε με τη συλλογή διηγημάτων Notes of Native Son (Beacon Press, 1955). Ένα κείμενο βαθιάς πνοής, που πραγματεύεται την εμπειρία τού να είσαι μαύρος σε χωριό λευκών. Κουνούπι σε άσπρο τοίχο. Μια δίνη που τραβά τον αναγνώστη στο ρατσιστικό παρανάλωμα των αρχών της δεκαετίας του ’50. Κουβαλώντας και τις αντίστοιχες στενότητες στις προσλήψεις της εποχής. Ένα οργισμένο, αλληγορικό και συνάμα στοχαστικό κείμενο για τις υπόγειες ρωγμές της αμερικανικής κοινωνίας.

«Ο Αμερικανός νέγρος έφτασε στη Νέα Γη με μια ταυτότητα αγνή και χειραγωγημένη. Διέφευγε της επίγνωσης του η απόλυτη αποξένωση από το παρελθόν», έγραφε ο Μπάλντουιν που ήθελε να αποκαλείται άνθρωπος και μόνο. Η έννοια της διαφορετικότητας ως πολιτισμικό σημείο αποκλεισμών και ταυτοτικής συνέχειας αποτελούσε και την κύρια διαλεκτική αφορμή του συγγραφέα. Στο ελβετικό χωριό όπου και διέμεινε, επεξεργάστηκε το θέμα της αντιπαράθεσης μεταξύ του ευρωκεντρισμού των εννοιών ως κατακτητικής δύναμης με τη μαύρη κουλτούρα της Αφρικής. Σήμερα βέβαια ουδείς θεωρεί ότι η ποίηση των Γιορούμπα είναι κατώτερη από τα σονέτα του Σαίξπηρ. Αλλά αυτό είναι το δώρο του χρόνου. Για τον Μπάλντουιν η βρισιά «αράπης», όπως και η περιέργεια των νεαρών Ελβετών για τα μαλλιά του και το χρώμα του, χαμένη στις δεισιδαιμονίες αλλά και στην αποικιοκρατική ταξικότητα, ήταν η φυσική συνέχεια του μοντέρνου κόσμου. Μέχρι να χτυπήσει το τυφλό μίσος των αρχέγονων προτύπων. Που με τον τρόπο τους εξακολουθούν να εμφανίζονται ανά τις εποχές στο μαλακό υπογάστριο των συλλογικών ενστίκτων. «Οι άνθρωποι που κλείνουν τα μάτια τους στην πραγματικότητα, απλώς προσκαλούν την καταστροφή τους. Καθείς που επιμένει καθηλωμένος σ’ ένα πεδίο αθωότητας, όταν η αθωότητα έχει παρέλθει, μετατρέπεται σε τέρας».

Από τα βασικά σημεία αναφοράς της εξέγερσης του Φέργκιουσον, ο Τζέημς Μπάλντουιν (1924-1987) κόντεψε στα νιάτα του να χάσει την όρασή του από πισώπλατο χτύπημα κάποιων λευκών στη γειτονιά του. Όταν πέθανε ο πατέρας του, εκείνος βγήκε στη «γύρα» για δουλειά. Τον απέρριπταν σωρηδόν, λόγω χρώματος. Αν και έκανε παρέα με λευκούς, στα εστιατόρια και στα μπαρ δεν τον σέρβιραν. Έζησε στο πετσί του την αστυνομική βία και κάλλιστα, όπως λένε παλιοί του φίλοι, θα μπορούσε να καταλήξει σαν τον δολοφονημένο Μάικ Μπράουν. Η συλλογή διηγημάτων Notes of Native Son έχει ως αφορμές τον θάνατο του πατέρα του συγγραφέα και τις αιματηρές ταραχές στο Χάρλεμ (1943). Σαφώς και υπάρχουν τοπογραφικές διαφορές ανάμεσα στα τότε γεγονότα και το Φέργκιουσον. Κατ’ αρχάς το Χάρλεμ είναι συνοικία μέσα σε πόλη και το Φέργκιουσον ένα προάστιο που καθρεφτίζει τις δημογραφικές αλλαγές που συντελέστηκαν στον αφροαμερικανικό πληθυσμό τα τελευταία 60 χρόνια. Υπάρχουν όμως και πολλές ομοιότητες. Οι παρατηρήσεις του συγγραφέα αφορούν την προαιώνια συναλλαγή της υποκειμενικότητας με τη συνθήκη του αντικειμενισμού. Στο Χάρλεμ εκείνο το καλοκαίρι ένας μαύρος άντρας πέφτει νεκρός από χέρι λευκού. Αν και τα κίνητρα φαίνονται θολά, οι φήμες δεν είναι. Οι φήμες σκορπίζονται σε όλο το Χάρλεμ σαν φωτιά. Ταιριάζουν απόλυτα με τα μίση και τους φόβους των ανθρώπων. Τότε και τώρα ένας εδαφικός πόλεμος μεταξύ λευκών και μαύρων αναδύεται. Περιοχές, σφαίρες επιρροής που δεν μοιάζουν με καταλήψεις χώρων ανάλογα με τη διακύμανση της ισορροπίας δυνάμεων, αλλά παίρνουν τη μορφή εθνοτικών διενέξεων. Στο βιβλίο είναι διάχυτη η απελπισία. Η έλλειψη προσανατολισμού, το «αλάθητο» κέντρισμα του μίσους στην κατάλληλη στιγμή. Οι εσωτερικές διεργασίες που δεν ανεβαίνουν στην επιφάνεια και παίρνουν τη μορφή βεντέτας ή εκδίκησης. Τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται. Ο Μπάλντουιν δεν τρομάζει από το μέγεθος της σωματικής βίας που εκλύει το ρατσιστικό μίσος. Ο χειρότερός του φόβος είναι η πληγή στην ψυχή. Το τραύμα που δεν επουλώνεται και καθορίζει την ανθρώπινη κατάσταση. Ο συγγραφέας έδινε μεγάλη σημασία στο ηθικό βάρος του δυτικού κόσμου, και της Αμερικής ειδικότερα. Το θεωρεί θεμέλιο λίθο για την επιβίωση της κοινωνικής συνθήκης. Υποστηρίζει ότι το σώμα των συλλογικών υποκειμένων, παρ’ όλες τις επιμέρους διαφοροποιήσεις, θα πρέπει να επανεξετάσει τις θεσμοποιημένες ιερότητές του σε άλλες βάσεις. Να απορρίψει τις εικασίες, τα μυθεύματα που κρατούν δέσμιο το κοινωνικό σώμα και δικαιολογούν εγκλήματα εντός κοινωνικού ιστού.

Ο Τζέημς Μπάλντουιν δεν εμπιστευόταν την πολιτική ελίτ των Η.Π.Α., κρατούσε απόσταση από τις ιστορικές μορφές του μαύρου κινήματος: τον Μαλκολμ Χ και τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, ιδιαίτερα την ταραγμένη δεκαετία του ’60. Με τον Μάλκολμ Χ διαφωνούσε στο θέμα του απόλυτου φυλετικού-ταξικού διαχωρισμού (σεπαρατισμού) που πρότεινε ο ηγέτης του Μαύρου Ισλάμ, ενώ εν συνεχεία υπήρξε κάθετα αντίθετος με τη μιλιταριστική νοηματοδότηση και δράση του αγώνα των μαύρων, από την οργάνωση των Μαύρων Πανθήρων. Είναι χαρακτηριστικό πως ο Έλντριτζ Κλήβερ, ένας από τους πρώτους επικεφαλής της οργάνωσης, στις ομιλίες του απευθυνόταν συχνότατα στον Τζέημς Μπάλντουιν ως «έναν διανοούμενο ξεπουλημένο στους λευκούς». Εκεί που ο Μπάλντουιν συνέκλινε με τον Μάλκολμ Χ ήταν στο ζήτημα της οικοδόμησης του αξιακού συστήματος των μαύρων, όπως και των λοιπών μειονοτήτων, χωρίς να περιμένουν από κανένα κυρίαρχο σύστημα τι θα πράξει ή τι νόμους θα σκαρφιστεί. Δηλαδή πάνω στη βάση της ταυτότητας και των κοινωνικών ρόλων και όχι πάνω σε μια εξαρχής τεχνικιστική βάση. Με τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ διαφωνούσε στον τομέα της a priori ενσωμάτωσης, μη υπολογίζοντας τις παραμέτρους της διαφορετικότητας. Παίζοντας με τα μίντια και στηλιτεύοντας τα ηθικά «λάθη» του λευκού συστήματος, ο δρ Κινγκ, κατά τα λεγόμενα του Μπάλντουιν, είχε την εντύπωση ότι θα πιεστούν οι κυβερνήσεις να γιατρέψουν το πρόβλημα. Ο Μπάλντουιν, όπως και πολλοί συνάνθρωποί του σήμερα, δεν είχε πειστεί για τη «γιατρειά» και πριμοδοτούσε την ανάγκη ριζικών μεταρρυθμίσεων στο Σύνταγμα. Οι συμφωνίες τους ήταν περισσότερο συναισθηματικού επιπέδου, καθώς υιοθετούσαν την αφήγηση της αδελφοσύνης και της συνύπαρξης, δίνοντας έμφαση στο αποτράβηγμα της λευκής και της μαύρης κυριαρχικότητας γύρω από την περιχαράκωση «καθαρών» εδαφών και ιδεοληψιών. Για τον Μπάλντουιν, οι στρεβλώσεις που πλήττουν μαζικά τους πολίτες είναι απόρροια της τάσης για κατάκτηση τόσο των λευκών ελίτ όσο και των μαύρων.

Στην εποχή του, αυτός ο καινοτόμος διανοητής ήταν το μαύρο πρόβατο για τις αντιμαχόμενες φράξιες εντός μαύρου κινήματος. Οι μεν τον θεωρούσαν συμβιβασμένο και οι δε, στοιχείο ανατροπής. Στον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ αναγνώρισε την επίδραση που είχε στις ευρύτερες μάζες των λευκών να αλλάξουν γνώμη για τις διακρίσεις, ενώ στον Μάλκολμ Χ τον σημαίνοντα παιδευτικό ρόλο του στον εξαθλιωμένο και αναλφάβητο πληθυσμό των γκέτο. Η μεγάλη συμβολή του Τζέημς Μπάλντουιν στη Χάρτα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι πως δεν θέτει περιορισμούς μόνο στη φυλετική διαφορετικότητα. Απαιτεί με κάθε μέσο ίσα δικαιώματα για τους φτωχούς, τους ανάπηρους, τους ομοφυλόφιλους, τους φυλακισμένους, τους αποκλεισμένους.

 

Κυρίαρχοι και κυριαρχούμενοι

Η βραβευμένη με Νομπέλ Τόνι Μόρρισον (1931) ακολουθεί πιστά τα βήματα των δύο προηγούμενων. Φράσεις από το Τραγούδι του Σόλομον (Οδυσσέας, μτφρ. Αθηνά Δημητριάδου) υπάρχουν στους τοίχους του Φέργκιουσον. Το μυθιστόρημα χτίζεται πάνω στον αρχαίο μύθο των ίσων αποστάσεων, μέσα από τις δύσκολες σχέσεις των δύο φύλων, όπως ρίχνονται στην κοίτη του χειμάρρου της αφρικανικής κουλτούρας των πρώην(;) σκλάβων οι οποίοι έχουν γεννηθεί στη Βόρεια Αμερική. Η απληστία και το απύθμενο πατερναλιστικό ένστικτο έχουν τη βάση τους στον διαχωρισμό φυλών, πολιτισμών και χωρών σε ανώτερες και κατώτερες. Η θρησκεία στην κατηχητική της πλευρά διατρανώνει τους αποκλεισμούς. Εδώ η Τόνι Μόρρισον εισάγει μεταφυσικά στοιχεία προσωποποιημένα με έναν έξοχο τρόπο στον Μίλκμαν, τον μοναδικό άντρα ήρωα του βιβλίου. Ο Μίλκμαν καταφέρνει να αποσπαστεί από τα καθηλωτικά δεσμά της μεσοαστικής οικογένειας, αναζητώντας την καταγωγή του στις παραδόσεις της φυλής του. Στους σκλάβους που αν αφεθούν στον άνεμο ίσως και να είναι σε θέση να τον καβαλικέψουν, όπως γράφεται χαρακτηριστικά. Ο ήρωας είναι καταδικασμένος να βρει την ταυτότητά του.

Η μυθολογία του ιπτάμενου Σολομώντα πλησιάζει την αντίστοιχη ελληνική του Ίκαρου. Δοξασίες από τη μαύρη ήπειρο μιλούν για Αφρικανούς που πετούν προς την ελευθερία ξεφεύγοντας από τα δεσμά της δουλείας. Η Μόρρισον συνδυάζει αριστοτεχνικά την παραμυθία που μεταφέρεται από στόμα σε στόμα και από γενιά σε γενιά. Θραύσματα βιωμένης μνήμης και αποκλίνοντος ρεαλισμού, από τα βάθη του χρόνου, παρασέρνουν τον αναγνώστη. Το μυθικό παρόν έχει καταπιεί το ιστορικό παρελθόν. Τώρα τα υποκείμενα του μύθου (οι ήρωες του μυθιστορήματος, δεύτερη γενιά Αφρικανών) προχωρούν μέσω μιας δυναμικής, προγονικής εξέλιξης η οποία έχει ως αποτέλεσμα την πτώση τους, σαν τον Δαίδαλο. «Εκείνοι που δεν θυμούνται, δημιουργούν...» Ο Μίλκμαν που είναι χορτάτος από μητρικό γάλα (εξού και το παρατσούκλι), πνευματικά νεκρός, παραδέρνει στις όχθες των αφιονισμένων καιρών. Το πού ανήκει θα το μάθει με τον πλέον επώδυνο τρόπο. Με το ξεψάχνισμα του εαυτού. Η Τόνι Μόρρισον εισάγει στη δραματουργία της στοιχεία αρχαίας τραγωδίας για να εξιστορήσει την υπαρξιακή ισορροπία μεταξύ του κυριάρχου και κυριαρχουμένου. Ό,τι δηλαδή απασχολεί και σήμερα τις ταραχές του Φέργκιουσον.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο που ο Λάνγκστον Χιουζ, ο Τζέημς Μπάλντουιν και η Τόνι Μόρρισον αποτελούν τους άξονες που σηματοδοτούν την πνευματική τροφή όσων πήραν τους δρόμους στο Φέργκιουσον του Μιζούρι και όχι μόνο. Τα συγκεκριμένα κείμενα –και έχει μεγάλη σημασία ποια είναι αυτά– ξαναβγήκαν στο φως. Για πολλούς από μας εδώ, στην ερειπωμένη Αθήνα, μια αναφορά στους ιστορικούς ηγέτες και τα κινήματα των μαύρων στην Αμερική φτάνει. Για τους ανθρώπους που εμπλέκονται, και για τόσους άλλους στις Η.Π.Α. που παρακολουθούσαν τις εξελίξεις στο Φέργκιουσον, φαίνεται ότι αυτό δεν είναι αρκετό πια.

Τι αναδύεται από τα συγκεκριμένα έργα, που προβληματίζει και αποτελεί πρώτη πηγή έμπνευσης για έναν σοβαρό αριθμό Αμερικανών πολιτών; Η αναζήτηση ταυτότητας. Το ερευνητικό βύθισμα στην πολυπλοκότητα των ριζών. Από πού ερχόμαστε και τι μας καθορίζει. Όχι όμως με τις αγκυλώσεις και τα στεγανά του παρελθόντος. Οι παραπάνω συγγραφείς δεν διακηρύσσουν και δεν προδικάζουν την έκβαση μιας προσωποκεντρικής, ηγετοκρατούμενης Ιστορίας. Στρέφουν το βλέμμα τους στη γη, στο ανείπωτο υλικό. Στο άχθος των σκλάβων, στις φεουδαρχικές νοοτροπίες, στη βία της μετανάστευσης, στο προσάναμμα των μύθων και του κακοτράχαλου οδοιπορείν. Των διχοτομιών και της ολότητας. Της ευγενικής κατάρας τού να είσαι άνθρωπος. Χωρίς μεγαλοστομίες προσπαθούν να εξηγήσουν το πώς σήμερα τα προαιώνια μίση είναι έτοιμα να ακονίσουν τα ξίφη τους. Ο Λάνγκστον Χιουζ ανέδειξε τη σημασία του διακριτού ανθρώπινου στίγματος. Ο Τζέημς Μπάλντουιν απέδωσε τη σύνθεση των αντίρροπων δυνάμεων στην υπαρξιακή αγωνία τόσο των μαύρων όσο και των υπόλοιπων μειονοτήτων. Η Τόνι Μόρρισον άπλωσε την μπαγκέτα της στις φωνές των προγόνων που πετούν προς την ελευθερία. Και για τους τρεις δεν υπάρχει έννοια μαύρος χωρίς διαβαθμίσεις ταξικές, οντολογικές και συναισθηματικές. Η αποξένωση, ο ρατσισμός –πότε υπόγειος και συμμορίτικος, πότε υπέργειος και θεσμοθετημένος– και μια απέραντη θλίψη για όσους έχουν παρακαμφθεί, είναι τα ζητήματα στα οποία εστιάζουν οι δημιουργοί. Οι διαρροές στο σκάφος της 13ης Τροποποίησης του Συντάγματος παραμένουν. Η μεγάλη φωνή της τζαζ Μπέσσυ Σμιθ μπορεί να αρχίσει το σεπτό της μπλουζ: «Don’t hold it baby when I cry / Give me every bit of it, else I’d die / I’m wild about that thing». Το μαύρο σώμα δονείται. 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 17 (09.2014)