εισήγηση στην πρώτη συνάντηση εργασίας της επιτροπής διαλόγου για την παιδεία – 28/12/2015

 

Αντώνης Λιάκος

 

Οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις υπήρξαν στην ιστορία των κοινωνιών από τις σημαντικότερες στιγμές τους. Πρώτον, γιατί συμπύκνωναν τις προσδοκίες των κοινωνιών αυτών για το μέλλον τους. Το ερώτημα, σε κάθε εκπαιδευτική μεταρρύθμιση είναι τι πολίτες θέλουμε, πώς να αναπαράγεται και να αναγεννιέται η κοινωνία στο μέλλον, εν τέλει τι είδους κοινωνία οραματιζόμαστε. Οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις δεν είναι μια στιγμή απόφασης. Χρειάζονται ισχυρή συλλογική και πολιτική βούληση και γίνονται πραγματικότητα μόνο με διαρκή δέσμευση. 

Διαπίστωση: Όλοι μας εδώ όμως, είμαστε μάρτυρες του γεγονότος ότι τα τελευταία χρόνια έγιναν αλλεπάλληλες απόπειρες μεταρρυθμίσεων οι οποίες αποδείχτηκαν ατελέσφορες, και μερικές από αυτές επιβλαβείς. Το γεγονός αυτό θέτει το ζήτημα μήπως η ελληνική κοινωνία δεν έχει ένα όραμα για το μέλλον της, μήπως το φαντασιακό για την παιδεία αποτυπώνει ένα κατακερματισμένο κοινωνικό σώμα, χωρίς κοινές επιδιώξεις, το οποίο αντιμετωπίζει ευκαιριακά το παρόν του και χωρίς προοπτική; Ενδεχομένως ναι. Είναι σύμπτωμα ότι κάτι δεν λειτουργεί στην κοινωνία, στον τρόπο που αναπτύσσεται. 

Αυτό που θα μπορούσαμε να περιγράψουμε ως «αποτυχία» δεν είναι μόνο ένα ελληνικό ζήτημα. Έχει να κάνει με μια γενικότερη αποτυχία στη σημερινή Ευρώπη, να διατυπωθούν πειστικά οράματα για το μέλλον. Οράματα που συμπεριλαμβάνουν το ατομικό στο συλλογικό. Διαπιστώνουμε μια ριζική αλλαγή της αντίληψης για την εκπαίδευση. Από εκπαιδευτικό αγαθό γίνεται υπηρεσία στην τροχιά της προσφοράς και της ζήτησης. Βέβαια η εκπαίδευση δεν είχε πάψει ποτέ να θεωρείται όχημα κοινωνικής ανόδου. Πέραν όμως της αποσύνδεσης ατομικού-συλλογικού, το καθοριστικό γεγονός είναι ότι η εκπαίδευση έπαψε πλέον να λειτουργεί ως κοινωνικός ανελκυστήρας για τις λαϊκότερες τάξεις και την άνοδό τους στα μεσοστρώματα. Η απομείωση της κοινωνικής ενέργειας, που δεν μπορούσε πλέον να τραβήξει τον ανελκυστήρα, αποδόθηκε στα προβλήματα του ίδιου του ανελκυστήρα. Γι αυτό και οι αλλεπάλληλες επιδιορθώσεις. 

Στην Ελλάδα σήμερα, αλληλοεξουδετερώνονται δύο τάσεις, εξίσου προβληματικές. Η μία είναι η αυτοφυής παραδοσιακή εκπαιδευτική κακοδαιμονία: μια περικοκλάδα από γραφειοκρατία και εξατομικευμένες στρατηγικές. Η άλλη είναι ένα μεταφερόμενο και επιβαλλόμενο μοντέλο μεταρρύθμισης, το οποίο κάνει την εκπαίδευση εργαλείο κοινωνικής μηχανικής (social engineering), όπου στη θέση της ρύθμισης των σχέσεων κοινωνία και αγορά, τίθεται η κοινωνία της αγοράς. Και στις δυο περιπτώσεις η εκπαίδευση αδειάζει από το ανθρωπιστικό της περιεχόμενο και τη διαφωτιστική της κληρονομιά, αλλά και από τις σύγχρονες προκλήσεις και γίνεται μια μονόπλευρη προπόνηση για τον στενό επαγγελματικό βίο. Καμιά από τις δύο αυτές παραδόσεις δεν μπορεί να λειτουργήσει γιατί καμιά δεν κατόρθωσε να επιβληθεί στην άλλη. Το αποτέλεσμα; Η δημόσια εκπαίδευση σε στασιμότητα. Οι έχοντες, με σπουδές στο εξωτερικό, ακολουθούν μια ιδιωτική διαδρομή, οι φτωχοί γηγενείς αρκούνται σε μια φτωχή εκπαίδευση εντός των οικονομικών ορίων της χώρας που έχει χάσει πάνω από το ένα τέταρτο του εθνικού της εισοδήματος. Μια εκπαίδευση για τους ενδεείς μιας ενδεούς χώρας. Κάτι αντίστοιχο του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, απλώς δίχτυ για τις «ευάλωτες» ομάδες του πληθυσμού. 

Θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι η δημόσια εκπαίδευση κάθε άλλο παρά δωρεάν και δημόσια στο σύνολό της είναι. Τα δίδακτρα παροχετεύονται εκτός των κύριων εκπαιδευτικών φορέων, σε παράπλευρους ιδιωτικούς φορείς. Π.χ. στο πανεπιστήμιο δεν υπάρχουν δίδακτρα, αλλά αυτά καταβάλλονται στα φροντιστήρια, πριν τα παιδιά φοιτήσουν στο πανεπιστήμιο. Πληρώνονται η εκμάθηση των ξένων γλωσσών, της μουσικής και του χορού, αλλά εκτός δημόσιου σχολείου. Τέλος, η δυαδικότητα του εκπαιδευτικού συστήματος δεν εμποδίζει να συνεχίζει το πανεπιστήμιο να λειτουργεί, στην πραγματικότητα ή στο φαντασιακό, ως μηχανισμός κοινωνικής ανόδου, επιβάλλοντας ένα σιδερένιο ζυγό πάνω στο εκπαιδευτικό σύστημα συνολικά, αρχίζοντας από το λύκειο το οποίο έχει εκμηδενίσει. 

Πώς μπορούμε να περιγράψουμε τη στιγμή που βρισκόμαστε; Δεν είναι ο αγώνας του καλού απέναντι στο κακό, όπως και να ονοματίσει κανείς την κάθε πλευρά. Βρισκόμαστε σε μια μεταιχμιακή εποχή πολύ μεγάλων αλλαγών, η οποία προκαλεί τεκτονικές μετατοπίσεις που εκδηλώνονται και με μεγάλες κρίσεις. Αν δεν δούμε την ελληνική στιγμή που ζούμε ως μια στιγμή κρίσης σε έναν ευρύτερο κύκλο μεγάλων αλλαγών θα έχουμε χάσει τον ορίζοντα και τον προσανατολισμό μας. Από μιαν άλλη σκοπιά, η εποχή μας θα μπορούσε να περιγραφεί επίσης ως ένας μεγάλος ανταγωνισμός για το ποιες κοινωνικές ομάδες, ποιες κοινωνίες θα στρέψουν αυτές τις μεγάλες αλλαγές προς όφελός τους, ποιο χαρακτήρα θα δώσουν στην εκπαίδευση. 

Προς αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει να είμαστε σαφείς για τον χαρακτήρα που θα θέλαμε να αποδώσουμε στην εκπαίδευση. Οφείλουμε να επιδιώξουμε τη μεγίστη δυνατή συναίνεση της κοινωνίας προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά δεν πρέπει να χάνουμε από τον ορίζοντά μας το γεγονός ότι δεν διαχειριζόμαστε ένα τεχνοκρατικό, πολιτικά ουδέτερο ζήτημα. Οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις είναι από τα σημαντικότερα και βαθύτερα πολιτικά διακυβεύματα. 

Το πρώτο μεγάλο ζήτημα που πρέπει να κατακτήσουμε είναι της εμπιστοσύνης. Γιατί εσείς θα καταφέρετε εκείνο που δεν κατάφεραν οι προηγούμενοι; Ο ΥΠΕΠΘ κ. Φίλης βεβαίωσε ότι θα υιοθετήσει τα πορίσματα του Διαλόγου, αλλά έως την εφαρμογή τους στην πράξη είναι ένας μακρύς δρόμος μέσα από τη γραφειοκρατία, τον υπαλληλικό σχολαστικισμό, τις πολλές επί μέρους αντιρρήσεις που μπορούν να τα πριονίσουν ώστε στο τέλος να μην αλλάξει τίποτε, ή να ανατραπούν από πολιτικές μεταβολές.

Δεν υπάρχει καμία διασφάλιση εδώ. Μόνο δύο προτάσεις: 1) Να έχουμε την ικανότητα να συμπυκνώσουμε τις αλλαγές που επιδιώκουμε σε στοχευμένες και συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις-κλειδιά, σε κρίσιμα σημεία, μεταρρυθμίσεις καταλύτες που θα αλλάξουν τη συμπεριφορά του συστήματος συνολικά. 2) Να προχωρήσουμε σε θεσμικές αλλαγές οι οποίες δεν μπορούν να ακυρωθούν γιατί δημιουργούν ένα νέο κατώφλι θεσμικών συμπεριφορών. Μεταρρυθμίσεις δηλαδή οι οποίες θα διασφαλίσουν τον χαρακτήρα της εκπαίδευσης ως δημόσιου αγαθού, και θα αποτελέσουν την ίσαλο γραμμή, για τις αλλαγές που θα προέλθουν από οποιαδήποτε πολιτική μεταβολή.

Ο διάλογος δεν είναι σκόπιμο να καταλήξει σε ένα είδος μακρού καταλόγου αιτημάτων. Δεν θα ωφελήσει να αναλωθούμε σε συζητήσεις για επιμέρους αιτήματα που ασφαλώς υπάρχουν και μπορεί να είναι δίκαια. Δεν είναι αυτός ο στόχος μας. Δεν θέλουμε κατάλογο ασύνδετων αιτημάτων. Γι αυτό άλλωστε στην Επιτροπή του Κοινωνικού Διαλόγου δεν αντιπροσωπεύονται θεσμοί, συνδικάτα και ομάδες. Η Επιτροπή αποτελείται από υπεύθυνα πρόσωπα που στοχάζονται συνολικά το πρόβλημα της εκπαίδευσης. Που φέρνουν βέβαια την εμπειρία τους από τα πεδία όπου δραστηριοποιούνται, αλλά δεν αποτελούν αντιπροσώπους τους, δεν δεσμεύονται από συλλογικές αποφάσεις φορέων. Αποτελείται από πρόσωπα που θα καταπιαστούν με συγκεκριμένα προβλήματα αλλά με συνολική στόχευση. Η επιτροπή διαλόγου δεν θέλει να υποκαταστήσει ούτε τη Βουλή, όπου αντιπροσωπεύονται κόμματα και ιδεολογίες, ούτε το ΕΣΥΠ το οποίο αντιπροσωπεύει θεσμούς. Καθένας έχει διακριτό ρόλο. Επιδιώκει να σκύψει στην επιστημονική γνώση και εμπειρία, να ακούσει φωνές που δεν ακούγονται, να αφουγκραστεί κατά το δυνατόν τα βαθύτερα ρεύματα της εκπαίδευσης. Δεν σκοπεύει όμως να παραμείνει στην εμπειρία αλλά να διαμεσολαβήσει την εμπειρία με τη γνώση της επιστήμης της εκπαίδευσης, να συνεργαστεί με επιστήμονες της ημεδαπής και της αλλοδαπής στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών για την εκπαίδευση.

Στο σχεδιασμό μας δεν θα πρέπει να χάσουμε από τα μάτια μας το στόχο. Την καταπολέμηση των διακρίσεων και τη μείωση των ανισοτήτων. Πολλοί επικαλούνται την καταπολέμηση των (θρησκευτικών, γλωσσικών, πολιτισμικών κ.α.) διακρίσεων. Αλλά χωρίς την μείωση των ανισοτήτων οι διακρίσεις παραμένουν. Η αυξανόμενη οικονομική και κοινωνική ανισότητα ανάμεσα στους πολίτες μετασχηματίζεται σε πολιτισμική και πολιτική διάκριση. Επομένως η καταπολέμηση των διακρίσεων και η μείωση των ανισοτήτων είναι ο διπλός πολικός αστέρας από τον οποίο δεν πρέπει να αποκλίνουμε για κανένα λόγο. Ήδη από το 1999 σε μια καθοδηγητική διακήρυξή του ο ΟΗΕ αναφέρεται σε τέσσερις θεμελιώδεις αρχές που πρέπει να διέπουν όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης: availability, accessibility, acceptability, adaptability. Δηλαδή υποχρέωση να παρέχεται η εκπαίδευση και στις πιο δύσκολες συνθήκες, ελεύθερη προσβασιμότητα και υποβοήθηση ώστε να είναι προσβάσιμη η εκπαίδευση από όλους, την υποχρέωση να παρέχεται μια εκπαίδευση που δεν θα έρχεται σε σύγκρουση ή θα προσβάλει τις πεποιθήσεις των διδασκομένων και των γονιών τους και, τέλος, μια εκπαίδευση που θα προσαρμόζεται στις ανάγκες της κοινωνίας και τις αλλαγές των καιρών. Αυτές τις αρχές θα ακολουθήσουμε. Είναι όμως αυτά διασφαλισμένα σήμερα; Οι στόχοι που προηγούμενες μεταρρυθμίσεις έθεταν τα ευνοούσαν ή μήπως τα όξυναν ως χρόνια προβλήματα;

Επομένως θα πρέπει να χαρτογραφήσουμε προσεκτικά το έδαφος πάνω στο οποίο επιχειρούμε εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις. 

Η κοινωνία είναι καθημαγμένη από την κρίση, και θα πρέπει να σκύψουμε πάνω στις συνέπειες της κρίσης στα παιδιά, πάνω στα προβλήματα της σχολικής κοινότητας, πάνω στη σχολική συμπεριφορά, στην εγκατάλειψη του σχολείου. Αυτό είναι ένα από τα πρώτιστα καθήκοντά μας. Να χαρτογραφήσουμε τις συνέπειες της κρίσης, αλλά και των νέων πραγματικοτήτων που δημιουργούν τα μεταναστευτικά ρεύματα στο σχολικό πληθυσμό. Εδώ θα πρέπει να σκεφτούμε συγκεκριμένες προτάσεις (Ομάδα εργασίας για τις συνέπειες της κρίσης).

Η ελληνική πολιτεία επίσης στα χρόνια της κρίσης δεν νομοθετεί κατά το δοκούν. Θα πρέπει να έχουμε συνείδηση των δημοσιονομικών περιορισμών για τις μεταρρυθμίσεις που θα προτείνουμε και της δημοσιονομικής στενότητας. Η ομάδα οικονομικών του Διαλόγου που θα συγκροτηθεί, έχει να ένα έργο δύσκολο, τόσο ως προς την εξεύρεση πρόσθετων πόρων, όσο επίσης ως προς την εξοικονόμηση πόρων. Όσο και να φανεί παράδοξο, παρά τα πέντε χρόνια λιτότητας, υπάρχουν ακόμη πόροι που ξοδεύονται χωρίς αποχρώντα λόγο, που δεν έχουν ανακατανεμηθεί σωστά ή πόροι που μένουν αδρανείς. 

Θα πρέπει επίσης να έχουμε συνείδηση ότι η κυβέρνηση είναι εξαναγκασμένη να παίρνει υπόψη της δεσμεύσεις που προέρχονται από διεθνείς οργανισμούς, όπως ο ΟΟΣΑ, και από τις μνημονιακές υποχρεώσεις. Παίρνω υπόψη μου σημαίνει ότι φιλτράρω την πληροφορία και την πρόταση, δεν την απορρίπτω – ούτε την αποδέχομαι άκριτα. Στις εκθέσεις των διεθνών οργανισμών υπάρχουν διαπιστώσεις στις οποίες έχουμε καταλήξει και εμείς, προτάσεις σωστές, αλλά και προτάσεις που δεν συμφωνούν με τις αρχές μας ή που είναι εκτός ελληνικής πραγματικότητας. Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα ανήκει σε έναν αλληλοσυνδεόμενο κόσμο εκπαιδευτικών συστημάτων, οφείλει να επικοινωνεί και να βρίσκεται σε αλληλόδραση με αυτά, και στο διεθνές πεδίο δεν υπάρχει ομοφωνία ως προς τις κυρίαρχες τάσεις εκπαιδευτικής πολιτικής. Οφείλουμε να συμμετέχουμε στη διαμόρφωση των πολιτικών αυτών, αλλά να είμαστε σαφείς ως προς τους στόχους μας: θέλουμε μια εκπαίδευση ανθρωπιστική, ανάπτυξης προσωπικοτήτων μέσα στο πλαίσιο των μεγάλων μεταβολών του 20ού αιώνα. Οι αρχές αυτές απαιτούν μια ανθρωπολογική ματιά στην ίδια την εκπαίδευση. Πρέπει συνεχώς να έχουμε στο μυαλό μας ότι εκπαιδεύουμε παιδιά, εφήβους, νέους και ότι η εκπαίδευσή τους δεν μπορεί να συντελεστεί χωρίς τη συμμετοχή, τον ενθουσιασμό και το δικό τους όραμα για τη ζωή. 

Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα, ίσως το πιο σημαντικό, είναι η απελευθέρωση του Λυκείου από τις εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο. Το πρόβλημα είναι βαθιά κοινωνικό. Τα περισσότερα ευρωπαϊκά συστήματα, διαχωρίζουν τους μαθητές αναλόγως των επιδόσεών τους από πολύ νωρίς, από την πιο τρυφερή ηλικία και τους τροχιοδρομούν σε παράλληλα συστήματα. Πρόκειται για μια λογική ταξικού διαχωρισμού (class segregation). Επειδή στην Ελλάδα δεν έχουμε παρόμοιο αυστηρό σύστημα, η στιγμή του διαχωρισμού γίνεται μέσω του μηχανισμού των εξετάσεων προς την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Γι αυτό και οι εξετάσεις αποκτούν τεράστια κοινωνική σημασία. Αποτέλεσμα της υποταγής του συστήματος στις εξετάσεις, δεν είναι μόνο η απονέκρωση μιας ολόκληρης εκπαιδευτικής βαθμίδας, αλλά επίσης να μεταφέρεται προς τις άλλες βαθμίδες αυτή η πίεση, με παραλυτικά αποτελέσματα. Το πρόβλημα αυτό έχει εντοπιστεί από το 1985. Αλλεπάλληλες μεταρρυθμίσεις κατέληγαν μόνο στην αλλαγή του συστήματος εξετάσεων, αλλά αυτές παραμένουν ακλόνητες στο κέντρο του συστήματος. Το πρόβλημα της σχέσης της εγκύκλιας εκπαίδευσης με την τριτοβάθμια έχει γίνει ο γόρδιος δεσμός κάθε μεταρρύθμισης. Δεν μπορεί να ξεφύγει κανείς παρά με ένα ριζοσπαστικό τρόπο. Σύντομα μια ομάδα εργασίας θα φέρει σε συζήτηση τους σχετικούς προβληματισμούς. 

Η απελευθέρωση από το ζυγό των εξετάσεων θέτει το κρίσιμο ζήτημα της ριζικής αναδιαμόρφωσης των προγραμμάτων σπουδών στο δημοτικό και στο Λύκειο που θα βάλει στο κέντρο την ενεργοποίηση και έρευνα των μαθητών, την παρατήρηση, την κριτική σκέψη και τις θεματικές προσεγγίσεις, τη βιβλιογραφική αναζήτηση, τις ερευνητικές εργασίες, το διάλογο και το επιχείρημα μέσα στη τάξη, που θα τους απαλλάξει από τον κατακερματισμό των επιμέρους μαθημάτων, από την τυραννία του αναλυτικού προγράμματος, θα επιτρέψει τη συνεργασία ανάμεσα στους εκπαιδευτικούς. 

Οι παρατηρήσεις αυτές και όσες ακολουθούν προέκυψαν μέσα από τις απαντήσεις των μελών της επιτροπής για τα κύρια ζητήματα που τους απασχολούν στον διάλογο αυτό.

Αρχίζοντας από τα κάτω προς τα πάνω, επομένως από το δημοτικό και το γυμνάσιο, στις πλέον πιο φτωχές και λαϊκές περιοχές, σε περιοχές με μεταναστευτικούς πληθυσμούς ή στις απομακρυσμένες περιοχές, θα δημιουργήσουμε ένα δίκτυο πρότυπων δράσεων που θα μεταφέρει πολιτισμικούς πόρους στα παιδιά και τους γονείς και θα κάνει το σχολείο πολιτισμικό κέντρο με κυριολεκτικά ολοήμερη και εβδομαδιαία λειτουργία με μια πλούσια προσφορά δράσεων και προγραμμάτων. Θα δημιουργήσουμε μια ζώνη εκπαιδευτικής προτεραιότητας της οποίας στόχος θα είναι η καταπολέμηση των ανισοτήτων και των διακρίσεων με τη δημιουργία ενός δικτύου που θα μετατρέψει τα σχολεία σε εργαστήρια πολιτισμού. Εκεί, στις δύσκολες περιοχές, εκεί όπου υπάρχουν οι περισσότερες ανάγκες, εκεί θα δώσουμε τη δική μας μάχη αριστείας.

Μια άλλη καταλυτική αλλαγή, που προκύπτει από αυτή την πρώτη διαβούλευση, αφορά το πρόβλημα της εκπαίδευσης και της επανεκπαίδευσης των εκπαιδευτικών, τόσο των δασκάλων όσο και προπαντός των καθηγητών, και σύντομα μια επιτροπή θα παρουσιάσει τα πορίσματά της. Σήμερα οι καθηγητές, ως προς το τι διδάσκουν, είναι ηρωϊκά αυτοδίδακτοι και συχνά διδάσκουν μαθήματα που ουδέποτε διδάχτηκαν στο πανεπιστήμιο. Πάνω από 100 ειδικότητες συνωστίζονται στα αναλυτικά προγράμματα. Αυτά όλα οφείλουν να αλλάξουν, και θα αλλάξουν μέσω της εκπαίδευσης του νέου στελεχικού δυναμικού της εκπαίδευσης και την επανεκπαίδευση των υπηρετούντων. 

Ελάφρυνση των προγραμμάτων στο σχολείο, ερευνητικό πνεύμα και καταπολέμηση του κατακερματισμού της γνώσης. Ιδιαίτερα στο Λύκειο θα συζητήσουμε τη δυνατότητα τριών αξόνων, ένας από τους οποίους θα είναι η ισχυρή παρουσία της Τέχνης ως τρόπου έκφρασης, και μάλιστα την εισαγωγή του κινηματογράφου, των πολιτισμικών σπουδών, της μελέτης του πολιτισμού της εικόνας. 

Ένα τεράστιο πρόγραμμα απέναντι στο οποίο υπάρχει ερωτηματικό είναι η επαγγελματική και τεχνική εκπαίδευση, η οποία περιλαμβάνει όλη την κλίμακα, από τα επαγγελματικά και τεχνικά λύκεια έως το Πολυτεχνείο και τις ιατρικές σχολές. Κάθετη ή οριζόντια οργάνωση; Η Ελλάδα δεν έχει παράδοση και εδώ θα πρέπει να κινηθούμε και με τη διεθνή εμπειρία. Χρειαζόμαστε προτάσεις από όλους, όχι μόνο τους ειδικούς εκπαιδευτικούς.

Τέλος, τα πανεπιστήμια. Ο ενιαίος χώρος της ανώτατης εκπαίδευσης και της έρευνας φαίνεται να είναι μια κοινή παραδοχή, αλλά πρέπει να αποσαφηνιστεί, και κυρίως να υπάρξει ένα εξορθολογισμός τμημάτων-σχολών και πανεπιστημίων, απέναντι στη χαώδη κατάσταση που υπάρχει τώρα. 

Τελειώνω με τρία σημεία που ανακύπτουν και πρέπει να διερευνηθούν:

1. Τα οικονομικά του πανεπιστημίου. 
2. Η σχέση τοπικής αυτοδιοίκησης με την εκπαίδευση. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα κρίνεται υπερβολικά συγκεντρωτικό, από την άλλη η αυτοδιοίκηση αδύναμη και χωρίς πόρους.
3. Η προετοιμασία για την PISA και τη διεθνή αξιολόγηση των εκπαιδευτικών προβλημάτων της χώρας. Το ζήτημα της αξιολόγησης πρέπει να πάψει να λειτουργεί είτε ως φόβητρο είτε ως γραφειοκρατικό βαρίδι και δαπάνη χρόνου, χωρίς να εξασφαλίζει την ανάδραση και τον αναστοχασμό της εκπαιδευτικής μας δουλειάς. 

Η πρώτη αυτή συνάντηση έχει το χαρακτήρα brain storming. Θα ακολουθήσει τις επόμενες μέρες η σύγκλιση επιτροπών και ομάδων εργασίας. Στις δραστηριότητες της επιτροπής διαλόγου περιλαμβάνεται ο κόμβος που ανέβηκε ήδη στο διαδίκτυο, δημόσιες συζητήσεις σε εβδομαδιαία βάση, ειδικές ημερίδες, εργασία των επιτροπών. Ο Ιανουάριος είναι ο μήνας της διερεύνησης. Ο Φεβρουάριος θα είναι ο μήνας της σύνταξης των προτάσεων. Ο Μάρτιος ο μήνας που οι προτάσεις αυτές θα τεθούν σε διαβούλευση και θα συναχθούν τα συμπεράσματα. Τέλος, ο Απρίλιος θα είναι ο μήνας της σύνταξης των προτάσεων.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 32 (12.2015)