δέκα χρόνια μετά: η ελπίδα πέθανε νωρίς

 

Ένα σχόλιο του Πέτρου Μαρτινίδη για το μυθιστόρημά του: Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία

 

Πέτρος Μαρτινίδης



Η εθνική ποδοσφαίρου ξύπνησε μνήμες από το EURO του 2004. Η Κοσταρίκα μια εύλογη προσδοκία, περισσότερο απ’ ό,τι η Γαλλία, τότε. Η Ολλανδία μετά, γιατί όχι; Κι έπειτα… ! Νύχτες αφοσίωσης στις τηλεοράσεις, με τους δρόμους να ερημώνουν για δυο και πλέον ώρες.

Ως κρυόκωλος που δεν παρακολουθεί ποδοσφαιρικούς αγώνες, ούτε καν της Εθνικής, τριγυρνούσα στους δρόμους της Θεσσαλονίκης κι απολάμβανα την ερημιά τους, όσο η Ελλάδα όδευε στον τελικό του 2004. Ως συγγραφέας αστυνομικών, έστω περιστασιακός, έβρισκα σκανδαλιστική τη δυνατότητα που πρόσφεραν οι τόσο άδειοι δρόμοι και η τηλεοπτική προσήλωση του πλήθους. Μπορούσε, εκείνες τις ώρες, να τελεστεί οποιοδήποτε κακούργημα, χωρίς μάρτυρες! Από εκεί ξεκίνησε η ιδέα για το μυθιστόρημά μου, που κυκλοφόρησε το 2005, Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. «Ελπίδα» σε διαδοχικές νίκες της Εθνικής, όσο και για την τύχη του ήρωα που, έχοντας μπλέξει σ’ ένα τέτοιο κακούργημα, αγωνίζεται να ξεμπλέξει.

Η ιδέα έδενε με την επικαιρότητα. Αλλά κακούργημα σε ολόαδειους δρόμους μπορούσε να λάβει χώρα και δεκαπενταύγουστο ή πολύ πρωινές ώρες οποιασδήποτε περιόδου. Εάν αυτή η αφετηρία δεν είχε συνέχεια, απλώς γεφύρωνε την πλοκή με ένα γεγονός, όπως κατά κόρον γίνεται στα σύγχρονα αστυνομικά, που μετατρέπονται έτσι σε «κοινωνική λογοτεχνία», χάνοντας το θεμελιακό, κατ’ εμέ, συστατικό τους: την απροσδόκητη επίλυση ενός γρίφου. Σπουδαίο εύρημα, στην επίλυση του δικού μου γρίφου, έδωσε η ίδια η Εθνική με τον θρίαμβό της.

Στη Θεσσαλονίκη, όπως παντού, οι ώρες ερημιάς έγιναν κοσμοπλημμύρα και ξέσπασμα φρενήρους ενθουσιασμού. Κι ο φρενήρης ενθουσιασμός εκείνης της νύχτας συμβάλλει αποφασιστικά στην απεμπλοκή του ήρωα από την παγίδευσή του. Πώς συντελείται αυτό, η έκπληξη του τέλους. Χάρη στο συγκεκριμένο εύρημα, πάντως, το μυθιστόρημα πήγε καλύτερα από αρκετά άλλα μου.

Όχι για πολύ. Η ελπίδα ευτυχέστερης εμπορικής καριέρας έληξε νωρίς. Όπως, περίπου, η νέα πορεία προς τον θρίαμβο της Εθνικής. Πολύ καλά, όχι ιδεωδώς καλά. Από Ακτή ελεφαντοστού σε «Κόστα»-ρίκα, η Εθνική ναυάγησε μεταξύ δύο ακτών. Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία, μεταξύ τρίτης και τέταρτης έκδοσης.

Η γοητεία του ποδοσφαίρου: ως την τελευταία στιγμή, όλα κρίνονται. Αλλά οι αντιδράσεις στην τελική έκβαση δεν κρύβουν την παραμικρή έκπληξη. Αποθεωτικά ή επικριτικά σχόλια εφημερίδων συνοδεύουν, ανά πάσα στιγμή, τις κινήσεις του κάθε ποδοσφαιριστή. Ξέρεις, αυτολεξεί, τι θα γραφεί αν ευδοκιμήσει η προσπάθειά του ή τι αν μείνει ατελέσφορη. Παραληρηματικές υποδοχές ηρώων ή διεκπεραιωτικές ευχές για καλύτερη ευκαιρία στο μέλλον, διαγκωνισμοί πολιτικών για το ποιος θα συγχαρεί πρώτος ή συμβατικές δηλώσεις παρηγοριάς, παραμένουν απελπιστικά προβλέψιμα.

Σε μια καλή αστυνομική ιστορία, αντίθετα, οι κινήσεις του κάθε ήρωα μένουν χωρίς πρόβλεψη –η νικητήρια έφοδος πανωλεθρία, η παρεξήγηση οδός αληθείας, η παραίτηση αρχή νέων δοκιμασιών. Όλες οι πιθανότητες ανοιχτές, μέχρι την τελευταία σελίδα. Να λόγος για να προτιμά κανείς τα αστυνομικά από το ποδόσφαιρο. Ωστόσο, η χαρά του αναγνώστη, από ένα καλογραμμένο αστυνομικό μυθιστόρημα με εύλογη κι απρόβλεπτη ανατροπή, είναι ατομική χαρά. Καμία σύγκριση με την πάνδημη μέθη μιας νίκης που τη συμμερίζονται δονούμενα πλήθη.

Το ένα δεν εμποδίζει το άλλο, βέβαια. Μπορεί κανείς να εύχεται στην Εθνική ανάλογες κι ακόμη μεγαλύτερες δόξες, όπως στους αναγνώστες έντονες, ατομικές έστω, αναγνωστικές απολαύσεις.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 15 (07.2014)