η ελπίδα υπό τη λεπίδα του χρόνου

 

Η διαπραγμάτευση είναι ένα μέσο για μετατόπιση του συσχετισμού δυνάμεων στην Ευρώπη

Μαρία Πατακιά

 

Είναι περισσότερο από προφανές ότι η ελπίδα ήταν το κίνητρο της πλειονότητας των ψηφοφόρων στις πρόσφατες εκλογές, η ελπίδα της εξόδου από την οικονομική αλλά και την ανθρωπιστική κρίση.

Όμως, η ελπίδα αυτή βρίσκεται κάτω από τη λεπίδα του χρόνου, σε απόσταση που διαρκώς μικραίνει. Η πραγμάτωση της ελπίδας εξαρτάται από πλήθος παραγόντων –εσωτερικών και εξωτερικών– που εμπλέκονται. Βασικός παράγων, ειδικά στη συγκεκριμένη φάση, ο χρόνος. 

Ο χρόνος, ως γνωστόν, δεν είναι με το μέρος αυτού που βρίσκεται σε ανάγκη. Είναι όμως επίσης γνωστό ότι είναι ένα παιδί που παίζει και… «παιδός η βασιληίη» (Ηράκλειτος). 

Επειδή λοιπόν η διαπραγμάτευση είναι κι αυτή ένα «παιχνίδι», που η έκβασή του θα έχει σοβαρές επιπτώσεις, και παρά –ή μάλλον εξαιτίας– του επείγοντος της περίστασης, είναι απαραίτητο να ξεκαθαρίσουμε κάποιους από τους βασικούς όρους του παιχνιδιού, να στοχαστούμε και να θέσουμε ερωτήματα σχετικά με αυτούς. Θα πρέπει να ξεδιαλύνουμε τη σχέση μνημονίου και δικαίου της Ένωσης, να δούμε πώς συμβιβάζεται η δέσμευση από τις διεθνείς συμφωνίες με τις αρχές του κοινωνικού συμβολαίου και την επίτευξη ενός κοινωνικού κράτους, με τι κριτήρια, εντέλει, θα ταχθούμε υπέρ της μιας ή της άλλης πολιτικής, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό μέτωπο. Έτσι, θα κερδίσουμε μάλλον παρά θα χάσουμε πολύτιμο χρόνο προς δράση.

 

Μνημόνιο

Στη σχετική εμμονική συζήτηση επικρατεί φανατισμός με χαρακτηριστικά «οπαδού». Από τη μια υπάρχουν αυτοί που θεωρούν το μνημόνιο ως αμνό που αίρει τις αμαρτίες του Έλληνα πολίτη και πολιτικού και από την άλλη, αυτοί που θεωρούν ότι φέρει τις αμαρτίες της ευρωπαϊκής πολιτικής και κραυγάζουν «Μέμνησο της Μέρκελ».

Μνημειώδες σφάλμα και των δύο. Το μνημόνιο, αυτό καθαυτό, δεν είναι ούτε το απόλυτο κακό ούτε η πανάκεια και κυρίως δεν πρέπει να συγχέεται με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το να συγχέονται οι έννοιες αυτές και η μεταξύ τους σχέση συσκοτίζει περαιτέρω τη συζήτηση. Το μνημόνιο δεν είναι παρά μια πολιτική συμφωνία που προέκυψε λόγω των δημοσιονομικών δυσχερειών, υπόκειται σε τροποποιήσεις και απηχεί τον συσχετισμό δυνάμεων όπως αυτός εξελίσσεται, στην προσπάθεια να κρατηθεί μια «ευαίσθητη ισορροπία». Προκειμένου το μνημόνιο να καταχωριστεί μόνο ως αποτέλεσμα της κρίσης και να μη γίνει αιτία περαιτέρω επιδείνωσής της, θα πρέπει, στο πλαίσιο της επαναδιαπραγμάτευσης και ενόψει αυτής, να ξεκαθαριστεί ποιο είναι το σκοπούμενο αποτέλεσμα, τόσο στο εσωτερικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, πράγμα που μας οδηγεί στο κύριο ερώτημα: Ποια είναι η αντίληψη κοινωνίας και οικονομίας που θέλουμε να υπερασπιστούμε; Με άλλα λόγια, τι Ελλάδα και τι Ευρώπη θέλουμε στο μέλλον; Ποιες είναι οι μεταρρυθμίσεις που θα υπηρετούσαν αυτή την αντίληψη και τι περιθώρια έχουμε για να τις διεκδικήσουμε; Υπάρχει κοινό έδαφος για συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και των εταίρων της και πόσο ολισθηρό μπορεί να είναι;

 

Ευρωπαϊκή Ένωση

Ποια είναι η αλήθεια και ποιος ο μύθος για την Ευρωπαϊκή Ένωση σήμερα – νομικά και πολιτικά; Πόσο απαραίτητη, για μας και τους εταίρους μας, είναι η παραμονή της Ελλάδας στον σκληρό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (συμπεριλαμβανομένης της παραμονής της στη ζώνη του ευρώ); Εμποδίζει η ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση την άσκηση νέας εθνικής πολιτικής; Θα μπορούσαμε να συμβάλουμε στην εξέλιξη της Ε.Ε.;

Καταρχήν, καλό είναι να υπενθυμιστεί, προς την κατεύθυνση όσων τονίζουν την εκχώρηση κρατικών αρμοδιοτήτων στην Ε.Ε., ότι σύμφωνα με τη Συνθήκη (Σ.Λ.Ε.Ε.) που συνιστά το πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης, «Οι Συνθήκες δεν προδικάζουν με κανέναν τρόπο το καθεστώς της ιδιοκτησίας στα κράτη-μέλη» (άρθρο 345). Υπάρχει δηλαδή ουδετερότητα των Ευρωπαϊκών Συνθηκών όσον αφορά την πολιτική κρατικοποιήσεων ή ιδιωτικοποιήσεων.

Επίσης, η εναρμόνιση των νομικών κανόνων στο επίπεδο της Ένωσης μέσω οδηγιών, όπου αυτή προβλέπεται, θέτει καταρχήν το γενικό πλαίσιο και τους στόχους, ενώ αφήνει το περιθώριο στα κράτη-μέλη να πάρουν τα μέτρα που αυτά θεωρούν κατάλληλα για την επίτευξη των στόχων αυτών.

Ειδικότερα, στους κανόνες της φορολογίας και της κοινωνικής ασφάλισης δεν προβλέπεται εναρμόνιση από το δίκαιο της Ένωσης αλλά μόνο συντονισμός όταν αυτός είναι απαραίτητος για να προστατεύσει κεκτημένα δικαιώματα εργαζομένων που κινούνται από χώρα σε χώρα. Με άλλα λόγια, αν δούμε από άλλη γωνία τις ελλείψεις, τα κενά της ευρωπαϊκής ενοποίησης θα διαπιστώσουμε ότι αυτά συνεπάγονται μικρότερη εκχώρηση εξουσιών στα ευρωπαϊκά όργανα και επομένως μεγαλύτερο περιθώριο ελιγμών και χειρισμών σε εθνικό επίπεδο, που σημαίνει ότι σε αυτούς τους τομείς-κλειδί για την άσκηση μιας κοινωνικά πιο δίκαιης πολιτικής, το κάθε κράτος μέλος έχει τη διακριτική ευχέρεια να εφαρμόσει τη δική του πολιτική.

Τέλος, σημαντικό πεδίο ελιγμών παρέχουν οι εξαιρέσεις από κανόνες του δικαίου της Ένωσης εξαιτίας επιτακτικών λόγων εθνικού γενικού συμφέροντος. Οι εξαιρέσεις αυτές που προβλέπονται ρητώς σε διατάξεις της Συνθήκης, έχουν διευρυνθεί περαιτέρω με διασταλτική ερμηνεία του Δικαστηρίου της Ένωσης, αν και η επίκλησή τους τελεί υπό αυστηρές προϋποθέσεις.

Αυτή είναι βέβαια η νομική πλευρά του ζητήματος όπως εκφράζεται στις γενικές αρχές. Εξαρτάται από τους πολιτικούς συσχετισμούς πώς οι γενικές αυτές αρχές θα συγκεκριμενοποιηθούν κάθε φορά από τους συννομοθέτες της Ένωσης, το Συμβούλιο Υπουργών και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η πολιτική κατεύθυνση που θα πάρει η Ευρώπη στο μέλλον εξαρτάται κατά πολύ από τους συσχετισμούς δυνάμεων όπως αυτοί μπορεί να εξελιχτούν και τη δύναμη της πειθούς στο πλαίσιο των θεσμών αυτών στους οποίους συμμετέχουμε ισότιμα και αναλογικά με τα λοιπά κράτη-μέλη. Τέλος, ας μην ξεχνάμε ότι η διαπραγμάτευση είναι ένα μέσο για μετατόπιση του συσχετισμού δυνάμεων.

Τα παραπάνω θέτουν τις βάσεις για τη συζήτηση σχετικά με το αν η Ευρώπη είναι θνητή ή θανατηφόρα (η γαλλική γλώσσα έχει την ίδια λέξη «mortelle» και για τις δύο σημασίες). Η Ευρώπη μπορεί να είναι, στις σημερινές συνθήκες, στοργική μητέρα για τα πιο αδύναμα παιδιά της όπως η Ελλάδα ή, αντίθετα, γίνεται Μήδεια που θυσιάζει τα παιδιά της σε μια κρίσιμη στιγμή;

Μπορεί να έχει μέλλον, όραμα και προς ποια κατεύθυνση; Η παράμετρος του χρόνου εμφιλοχωρεί αναγκαστικά στην ανάλυση. Πώς ξεκίνησε στο παρελθόν, ποιο είναι το παρόν και το πιθανό μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως ευρύτερου χώρου των παραπάνω διακυβευμάτων. 

Σε αυτό το σημείο, τίθεται το ζήτημα εάν η Ε.Ε. είναι αναγκαστικά ο χώρος που «κάνει παιχνίδι» η Ελλάδα. Όσον αφορά τους γεωπολιτικούς συσχετισμούς σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης, θα περιοριστώ να επισημάνω την ανάγκη να μην απομονωθεί η Ελλάδα αλλά να αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης ένωσης που να είναι «παίΚτης» στο παγκόσμιο παιχνίδι. Η Ευρώπη είναι για την Ελλάδα «το ενδιάμεσο σκαλοπάτι ανάμεσα στο σπίτι μας και τον κόσμο, που βρίσκεται ανάμεσα στο εθνικό πλαίσιο και το παγκόσμιο, […] είναι το μεσαίο πλαίσιο» (Συνάντηση, Μ. Κούντερα). Πού θα μας πάει αυτό το σκαλοπάτι, εξαρτάται από όλους όσοι το ανεβαίνουμε . Εξάλλου, όπως έχει πει και ο Ελύτης, «Ήταν ο μόνος τρόπος να ξαναγίνομε, οι Έλληνες, Ευρωπαίοι. Με το να συνεισφέρουμε και όχι να δανειζόμαστε» (Ανοιχτά χαρτιά).

Να το επαναλάβουμε ακόμη μια φορά. Τα Μνημόνια παρέρχονται μα η Ευρώπη μένει – ή καλύτερα, μπορεί να μείνει και να αλλάξει ακόμα κατεύθυνση, διαμορφώνοντας την ιδιαιτερότητα της ταυτότητάς της σε ένα κοινωνικότερο πρόσωπο. Από την επιτυχία στην πράξη –και όχι μόνο στη ρητορική– θα κριθεί κατά πόσο η μικρή και αδύναμη κόρη της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα μπορέσει, παίρνοντας αποτελεσματικά πρωτοβουλία, να δείξει τον δρόμο προς αυτή την άλλη πορεία, προς τη διαμόρφωση αυτής της άλλης ταυτότητας. Οι βασικές καταστατικές αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιτρέπουν μια αλλαγή πορείας.

 

Pacta sunt servanda, κοινωνικό συμβόλαιο και κοινωνικό κράτος

Πολλή συζήτηση επίσης γίνεται σχετικά με την αρχή του αστικού και του δημόσιου διεθνούς δικαίου «Pacta sunt servanda», δηλαδή οι συμφωνίες πρέπει να τηρούνται. Όμως, η αρχή αυτή συνδέεται άρρηκτα με την αρχή της καλής πίστης που δεσμεύει και τα δύο μέρη, αμφότερους τους αντισυμβαλλομένους. Η αρχή της καλής πίστης εκδηλώνεται και με την ελαστικότητα κατά την εκτέλεση των συμφωνιών, όταν χρειάζεται π.χ. να ληφθεί υπόψη η οικονομική δυσπραγία του ενός εκ των συμβαλλομένων μερών. Ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπως η προκειμένη, η αρχή αυτή θα πρέπει να μην αγνοεί και την ανάγκη τήρησης, στο εθνικό πλαίσιο του αντισυμβαλλομένου, του «κοινωνικού συμβολαίου» που απαιτεί η νομιμότητα της πολιτικής εξουσίας να συνδέεται με τη συναίνεση των κυβερνωμένων (σύμφωνα με τον Χομπς, τον Λοκ και τον Ρουσσώ). Η σημερινή κυβέρνηση διαθέτει αυτή τη στιγμή μια τέτοια ευρεία συναίνεση με εντολή πραγμάτωσης του κοινωνικού κράτους για την έξοδο από την κρίση και μπορεί να την αντιτάξει θεμιτά έναντι των αντισυμβαλλομένων εταίρων, ώστε να διαπραγματευτεί ελάφρυνση των υποχρεώσεων, να προτείνει εναλλακτικά μέτρα εξόδου από την κρίση και να προβεί σε εφαρμογή κοινωνικής πολιτικής σε εθνικό επίπεδο. Οι κανόνες της Ένωσης της το επιτρέπουν, όπως προαναφέραμε, στους τομείς που είναι κρίσιμοι για το αν θα κερδηθεί το στοίχημα της κοινωνικής δικαιοσύνης, μέσω του περιορισμού των ανισοτήτων, της εξεύρεσης πόρων με αναλογική επιβάρυνση των πολιτών και, σε τελευταία ανάλυση, της επικράτησης στην πράξη της αρχής της αλληλεγγύης – της υπερίσχυσης δηλαδή των αρχών της ισότητας και της αδελφότητας έναντι της ανεξέλεγκτης ελευθερίας των ισχυρών.

Αυτό δεν είναι το πρόταγμα και η προτεραιότητα μιας αριστερής πολιτικής που σέβεται τις βασικές αρχές της; Καιρός πλέον όχι μόνον του λαλείν αλλά και του ποιείν. Η Ελλάδα (συμπεριλαμβανομένων των κυβερνώντων και των κυβερνωμένων) καλείται να κερδίσει στο εξής πολλαπλά στοιχήματα, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό μέτωπο, με… «λιγότερα συνθήματα και πιο πολλή δουλειά», όπως θα έλεγε ο λαϊκός στιχουργός.

 

Διλήμματα πολιτικών – από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη

Στη δεινή θέση στην οποία έχει περιέλθει η χώρα μας τα τελευταία χρόνια, ευρισκόμαστε μεταξύ δύο πολιτικών: αυτής που δοκιμάστηκε ήδη χωρίς να δώσει –ή να φαίνεται ότι πρόκειται να δώσει– καρπούς και της προσπάθειας μιας νέας, ακόμα ασαφούς (πόσο δημιουργική, θα δούμε) υπό διαμόρφωση και εξέλιξη πολιτικής. Είμαστε δηλαδή μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης. Ας θυμηθούμε τώρα ότι στην Οδύσσεια, ο Οδυσσέας πλησίασε πρώτα τη Σκύλλα –του κόστισε βέβαια κάμποσους συντρόφους που φαγώθηκαν για να σωθούν οι υπόλοιποι–, ενώ στο δεύτερο πέρασμά του –που είχε απομείνει μόνος– πλησίασε τη Χάρυβδη, πιάστηκε από ένα κλαδί ελιάς κι ανέβηκε στον βράχο την ώρα που το τέρας ρουφούσε τη θάλασσα κι όταν ξέρασε ό,τι απόμεινε από το τελευταίο του καράβι –δηλαδή ό,τι απόμεινε αλώβητο από τον παλιό του κόσμο– πήδηξε πάνω του, το χρησιμοποίησε σαν σχεδία και συνέχισε το ταξίδι. Όλη η δεξιοτεχνία –και η ελπίδα– είναι να προλάβουμε να πιαστούμε από το κλαδί –υπό τη λεπίδα του χρόνου– και να πηδήξουμε στα δοκάρια που θα ξεβράσει η Χάρυβδη μόλις ξαναφανούν. Έτσι κι αλλιώς, η Σκύλλα/λιτότητα δεν έχει άλλους συντρόφους να καταβροχθίσει. Χρειάζεται βέβαια σοβαρότητα, προετοιμασία και επαγρύπνηση από τους κυβερνώντες/κυβερνήτες της μικρής μας σχεδίας καθώς και καλόπιστη και δημιουργική κριτική ενθάρρυνση από μέρους των πολιτών. Η δουλειά είναι πολλή και ο χρόνος, θα το επαναλάβουμε, είναι λίγος και λιγοστεύει ολοένα.

Σε συνθήκες κρίσης, είναι γνωστό, μπορούν να φυτρώσουν και άνθη του καλού και ο στόχος δεν είναι να φτάσουμε στην Ιθάκη του φαντασιακού μας αλλά να γίνουμε πιο σοφοί και πιο «πλούσιοι» μ’ όσα κερδίσαμε στον δρόμο – όπου χωρίς την Ιθάκη εξάλλου δεν θα βγαίναμε. 

Είθε το ταξίδι να μας βγάλει από την ιστορική αυτή δοκιμασία πιο υπεύθυνους Πολίτες – κι όσους μας διαφεντεύουν πιο αξιόπιστους.

 files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 24 (04.2015)