πλατεία θεάτρου #1

 

γράφει η Παυλίνα Μάρβιν

 

Βόυτσεκ
του Γκέοργκ Μπύχνερ

Σκηνοθεσία: Σάββας Στρούμπος
Ομάδα Σημείο Μηδέν
Θέατρο Άττις

 

ΒΟΫΤΣΕΚ

Ναι, κύριε Λοχαγέ, η αρετή, δεν είμ’ εγώ για τέτοια. Βλέπετε, είμαστε κακοί άνθρωποι εμείς, δεν έχουμε αρετή, μιλάει μόνο η φύση μέσα μας. Αν ήμουν όμως κύριος, με καπέλο και ρολόι και κομψά ρούχα και ήξερα να μιλάω σωστά, θα ήθελα να είμαι ενάρετος. Πρέπει να είναι ωραίο πράγμα η αρετή, κύριε Λοχαγέ. Αλλά εγώ είμαι φτωχός!

 

Ο Βόυτσεκ του Σάββα Στρούμπου και της ομάδας Σημείο Μηδέν έδωσε (δυστυχώς) την τελευταία του παράσταση την Κυριακή 26.1.2014. Παρά ταύτα, αξίζει, νομίζω, να μοιραστώ κάποιες σκέψεις για την ουσία τής εν λόγω δουλειάς, όπως την προσέλαβα, προκειμένου να φανερωθούν μερικοί από τους λόγους που ενθαρρύνουν αφενός τη μελέτη του Βόυτσεκ ως σημαντικού κειμένου για την ιστορία της λογοτεχνίας, του θεάτρου και της ύπαρξής μας, και αφετέρου εφιστούν την προσοχή μας, ως προς το να συνεχίσουμε (ή να ξεκινήσουμε) να παρακολουθούμε τους, επί σκηνής, βηματισμούς της συγκεκριμένης ομάδας και των συντελεστών της στο άμεσο μέλλον.

Το πρόγραμμα της παράστασης, ένα εξαιρετικά καλαίσθητο βιβλίο από τις εκδόσεις Νεφέλη από όπου προέρχονται τα αποσπάσματα που παραθέτουμε στο άρθρο, εμπεριέχει το κείμενο σε καινούρια, όμορφη μετάφραση της Ιωάννας Μεϊτάνη, εισαγωγικό σημείωμα της ίδιας, φωτογραφίες από την παράσταση, κείμενο, αντί επιλόγου, του Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη υπό τον τίτλο «Ψυχαναλυτικο-φιλοσοφικές σκέψεις για τον Βόυτσεκ, έργο-τραύμα», καθώς και αναλυτικά βιογραφικά σημειώματα των συντελεστών.

Όσον αφορά το έργο, διαβάζουμε πως στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Γραμμένο το 1936, αφορμάται από την ιστορία του Γιόχαν Κρίστιαν Βόυτσεκ, ιστορικού, κουρέα και στρατιώτη, που αποκεφαλίστηκε στη Λιψία το 1824 επειδή σκότωσε την ερωμένη του. Ο Μπύχνερ αξιοποίησε στοιχεία της συγκεκριμένης ιστορίας (και μερικών ακόμη) για να γράψει τον Βόυτσεκ, ανατρέχοντας σε ιατρικό περιοδικό της εποχής όπου αυτά δημοσιεύτηκαν. Ο συγγραφέας, ο οποίος διώχθηκε για την πολιτική του δράση, πέθανε σε ηλικία 24 ετών (1813-1837) από τύφο, δίχως να ολοκληρώσει τον Βόυτσεκ. Έγραψε επίσης, εκτός από ποικίλα κείμενα διαμαρτυρίας και διεκδικήσεων, το διάσημο θεατρικό έργο Ο θάνατος του Δαντόν, την κωμωδία Λεόντιος και Λένα και τη νουβέλα Λεντς. Η Ιωάννα Μεϊτάνη μας εξηγεί περί Βόυτσεκ:

Πολύ μελάνι έχει χυθεί στην προσπάθεια να δοθεί μια συνοχή στα χειρόγραφα και τα σκόρπια φύλλα όπου έγραψε ο Μπύχνερ τα σχεδιάσματα του Βόυτσεκ. Για να συνοψίσω: ο συγγραφέας πέθανε χωρίς να προλάβει να ολοκληρώσει το έργο του. Άφησε πίσω του σκόρπια χειρόγραφα και ελάχιστες ενδείξεις για το πώς σκόπευε να προχωρήσει. Η επικρατέστερη ερμηνεία θεωρεί ότι έχουμε να κάνουμε με 4 στάδια συγγραφής, τα οποία αποτυπώνονται περίπου στα 5 σωζόμενα χειρόγραφα-τετράδια χΑ΄, χΒ΄, χΓ΄, χΔ΄ και χΕ΄, από τα οποία τα περισσότερα περιλαμβάνουν σκόρπιες σκηνές, δοκιμές προφανώς, τις περισσότερες από τις οποίες τις βλέπουμε ξαναδουλεμένες στο χειρόγραφο χΔ΄, το οποίο παρουσιάζει και το μεγαλύτερο ενιαίο κομμάτι του έργου: τις σκηνές χΔ΄,1 έως χΔ΄,17. Συνάγεται ότι πρόκειται για μια αλληλουχία στην οποία είχε καταλήξει ο Μπύχνερ γιατί, με εξαίρεση τη σκηνή 3 που προέρχεται από άλλο τετράδιο, οι σκηνές είναι γραμμένες η μία μετά την άλλη, χωρίς κενά. Το χΔ΄ δεν συνιστά μόνο το μεγαλύτερο ενιαίο κομμάτι, αλλά παρουσιάζει και την πιο ώριμη και δουλεμένη εκδοχή, τη μεγαλύτερη εμβάθυνση στο θέμα. Μετά το χΔ΄ εικάζεται ότι ακολουθεί το λεγόμενο «Σύμπλεγμα του φόνου», το οποίο προέρχεται από το χΑ΄ και θεωρείται κι αυτό μια ενιαία μονάδα. Η κατάταξη των μεμονωμένων σκηνών στο πλέγμα αυτό εξαρτάται λίγο ώς πολύ από την ερμηνεία του έργου, με δεδομένα βέβαια ορισμένα στοιχεία που μάλλον οδηγούν σε μια εν πολλοίς συγκεκριμένη σύνθεση».

Η παράσταση τώρα, μια ιδιαίτερη σκηνική παρουσίαση σε ράμπα με «όρους ακραίου σωματικού θεάτρου» (Ιλειάνα Δημάδη, Αθηνόραμα) διάρκειας 70΄, ανέβηκε με τέσσερις ηθοποιούς που ενσάρκωναν επτά ρόλους, χωρίς να αλλάζει το σκηνικό ή το παρουσιαστικό τους. Αξίζει να αναφερθεί πως το κείμενο του Μπύχνερ εμπεριέχει πάνω από τριάντα πρόσωπα. Η εν λόγω διανομή (Ελεάνα Γεωργούλη: Μαρία· Δαυίδ Μαλτέζε: Αρχιτυμπανιστής, Λοχαγός· Μιλτιάδης Φιορέντζης: Βόυτσεκ· Δέσποινα Χατζηπαυλίδου: Αντρές, Γιατρός, Θεατρίνος) συνιστά οπότε μια αφαιρετικά ουσιαστική προσέγγιση του, ούτως ή άλλως, αποσπασματικού αυτού έργου.

 

ΛΟΧΑΓΟΣ

Εντάξει, Βόυτσεκ. Είσαι καλός άνθρωπος, καλός. Μόνο που σκέφτεσαι πολύ, κι αυτό σε φθείρει. Είσαι συνέχεια ξεθεωμένος. Η κουβέντα μας με κούρασε. Πήγαινε τώρα, και μην τρέχεις έτσι. Ήρεμα, όμορφα και ήρεμα να περπατάς στον δρόμο!

  

Πρόκειται για μια εξαιρετική δουλειά. Η ομάδα υποστήριζε ακριβώς τη βαθύτερη έννοια της ομάδας: καταλάβαμε με όλους τους τρόπους πως δεν πρόκειται για μια ευκαιριακή συνεργασία, κάθε άλλο – άλλωστε, οι Σημείο Μηδέν υφίστανται ήδη από το 2009 και έχουν παρουσιάσει μέχρι σήμερα επτά παραστάσεις, πάντοτε σε σκηνοθεσία (και πολύ συχνά και μετάφραση ή και δραματουργική επεξεργασία) Σάββα Στρούμπου. Αυτού του είδους η συμπόρευση επί σκηνής δεν προκύπτει όσο συχνά θα θέλαμε στις σύγχρονες αθηναϊκές σκηνές, όταν οι περισσότερες παραστάσεις καταλήγουν ερμηνευτικά άνισες, όχι σπάνια με ριζικά αταίριαστους συμπρωταγωνιστές. Διαβάζοντας τα βιογραφικά των συντελεστών του Βόυτσεκ ερμηνεύουμε επίσης το εν λόγω «δέσιμο» μέσω διαφόρων στοιχείων που μαρτυρούν σημεία κοινής παιδείας (για την ταυτότητα και τις δράσεις της ομάδας μπορούμε να συμβουλευόμαστε και την ωραία σελίδα της: http://simeiomiden.gr/shows/). Αν και οι δύο εκ των ηθοποιών συνεργάζονται για πρώτη φορά με τους Σημείο Μηδέν, η παράσταση απέδειξε πως όλοι έχουν κάνει το έργο «δικό τους», σωματοποιώντας το, δουλεύοντας με ακρίβεια τις φωνές, τον λόγο, τις κινήσεις τους, επιβεβαιώνοντας, μεταξύ άλλων, την ευστοχία των σκηνοθετικών επιλογών. 

 

ΓΙΑΤΡΟΣ

Η φυσική σου ανάγκη, η φυσική σου ανάγκη! Δεν έχω αποδείξει ότι ο έξω ουρηθρικός σφιγκτήρ υποτάσσεται στη βούληση; Η φυσική ανάγκη! Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος, Βόυτσεκ, στον άνθρωπο η ατομικότητα εξυψούται σε ελευθερία. Να μην μπορείς να κρατήσεις τα ούρα σου! (Κουνάει το κεφάλι, βάζει τα χέρια στη μέση και βηματίζει πάνω-κάτω.) Έφαγες τα μπιζέλια σου, Βόυτσεκ; Στην επιστήμη υπάρχει μια επανάσταση, εγώ θα την τινάξω στον αέρα. Ουρία 0,10, χλωριούχο αμμώνιο, υπεροξειδίδιο. Βόυτσεκ, δεν πρέπει να πας ξανά να κατουρήσεις; Γιά πήγαινε μέσα και δοκίμασε να τα κάνεις!

 

Αλλά η ακρίβεια συγκαταλέγεται επίσης στα θαυμαστά πλεονεκτήματα της παράστασης. Τίποτα δεν περιττεύει. Μουσική, λόγος, κίνηση, ήχοι, σκηνικά, κοστούμια, όλα διαλεχτά, ισορροπημένα, προσφέρουν ένα άριστο αισθητικό αποτέλεσμα. Αυτή η πειθάρχηση των επιμέρους στοιχείων στο σύνολο αποτελεί απόδειξη σεβασμού τόσο προς το έργο όσο και προς τον θεατή. Η ακραία ακρίβεια εν προκειμένω πιστεύω πως δεν μπορεί να χαρακτηριστεί φορμαλιστική, με την κακή έννοια που συνηθίζουμε να αποδίδουμε στον φορμαλισμό. Κι αυτό γιατί αναδεικνύει τον λόγο, δεν τον υποτάσσει, τον σωματοποιεί, όπως σωματοποιημένος οφείλει να αρθρώνεται για να παράγεται θέατρο και όχι «θέατρο», να μην απουσιάζει δηλαδή η –απαραίτητη, αναμφισβήτητα– εσωτερικότητα.

Την ακρίβεια του συγκεκριμένου Βόυτσεκ τη συνειδητοποίησα ουσιωδέστερα παρακολουθώντας πριν λίγες ημέρες τους Δαιμονισμένους του Ντοστογέφσκι (σε θεατρική διασκευή του Αλμπέρ Καμύ) στο Σύγχρονο Θέατρο, σε σκηνοθεσία Σταύρου Σ. Τσακίρη. Φυσικά, δεν είναι δίκαιο να συγκρίνουμε ανόμοια πράγματα, μα αληθεύει πως το πλεονέκτημα κάποιας παράστασης λάμπει ξαφνικά φωτεινότερο όταν ο θεατής έρχεται αντιμέτωπος με ένα ανάλογο, μειονέκτημα αυτή τη φορά, μιας άλλης. Για να μιλήσουμε με παραδείγματα, οι εν λόγω Δαιμονισμένοι, παρά τις αναμφισβήτητα άνισες ερμηνείες, μεταξύ των οποίων κάποιες πολύ καλές (πρβ. Κώστας Καστανάς, Ιωάννης Παπαζήσης), δεν ήταν μια κακή παράσταση. Παρά την τρίωρη διάρκειά της δεν κούραζε, το έργο δεν χανόταν, ευτυχώς, στην όχι και τόσο ευρηματική σκηνοθεσία – εντέλει, η πλειονότητα των θεατών δεν φάνηκε απογοητευμένη κατά την έξοδο και συζητήσεις λάμβαναν χώρα στο φουαγιέ, σημάδια πως το έργο λειτούργησε. Είναι, βέβαια, δικαιολογημένο ένα έργο τέτοιου μεγέθους, όπως οι Δαιμονισμένοι, να σαρώνει τις υποκριτικές ικανότητες μερικών εκ των ηθοποιών, όμως δεν βρίσκεται μόνο εκεί το θέμα. Εκεί που θα ήθελα να εστιάσω είναι στη σκηνοθεσία, που δεν ήταν, πάντως, τόσο αφαιρετική ώστε να δικαιολογεί τα ποτήρια του κρασιού ή της σαμπάνιας να είναι άδεια, τα βιβλία και τα περιοδικά στο πάτωμα να είναι κατά βάση ελληνικά (σε ένα ρωσικό σπίτι του 19ου αιώνα), το κέντρο του σκηνικού σύμπαντος να στροβιλίζεται κοινοτόπως μηχανικά-δραματικά, απουσία κάποιας πιο ευφάνταστης και πιο πειστικής λύσης για την απόδοση κάποιας πολύ δραματικής σκηνής. Λεπτομέρειες, θα πει ίσως κανείς. Αλλά η ακρίβεια, και ως προς τις λεπτομέρειες, είναι μεγάλη αρετή.

Έτσι λοιπόν, επιστρέφοντας με τη σκέψη μου στον Βόυτσεκ, κατάλαβα γιατί, βλέποντας τη δουλειά της ομάδας Σημείο Μηδέν, πίστεψα πως αυτός είναι αλήθεια ο Βόυτσεκ, αυτή τη μουσική έπαιζε ο Αρχιτυμπανιστής, άσπρο φόρεμα φορούσε η Μαρία, μ’ αυτή τη φωνή μιλούσε ο γιατρός του Μπύχνερ υψώνοντας απειλητικά το χέρι και το δάχτυλο. Είναι γεγονός πως θα ’θελα η παράσταση, παρά τη σκληρότητά της και εξαιτίας της επιτυχίας της, να κρατά παραπάνω από 70΄, αξιοποιώντας μεγαλύτερο κομμάτι του κειμένου ή και όλο το κείμενο, ενσωματώνοντας επίσης περισσότερα (φυσικά και δραματικά) πρόσωπα. Όμως, αυτή η επιθυμία δεν μειώνει σε τίποτα την αξία της παράστασης που κατάφερε να αναγάγει τον λόγο σε σώμα και έργο – και αντίστροφα. 

 

ΓΙΑΤΡΟΣ

Βόυτσεκ, αποτύπωσες θαυμάσια την ωραιότερη παραίσθηση mentalispartialis δεύτερου τύπου! Θα πάρεις αύξηση, Βόυτσεκ! Τύπος δεύτερος: έμμονη ιδέα σε συνδυασμό με κατάσταση γενικευμένης νηφαλιότητας. – Όλα τα άλλα τα κάνεις όπως συνήθως; Ξυρίζεις τον λοχαγό σου;

 

 

* Με το παρόν κείμενο εγκαινιάζεται η νέα μηνιαία στήλη «Πλατεία Θεάτρου» του περιοδικού ΧΡΟΝΟΣ που θα επιδιώκει κριτικές παρουσιάσεις θεατρικών παραστάσεων που ανεβαίνουν την τρέχουσα περίοδο στις αθηναϊκές σκηνές. Στα κριτικά κείμενα θα παρεμβάλλονται αυτούσια κομμάτια του εκάστοτε έργου. Η στήλη λαμβάνει το όνομά της από ομώνυμη συλλογή δοκιμίων του ποιητή και θεωρητικού του θεάτρου Γιάννη Βαρβέρη (Πλατεία Θεάτρου. Περίπατοι σε πρόσωπα και απρόσωπα της Σκηνής, Σοκόλης, Αθήνα 1994) και αφιερώνεται στη μνήμη του.

 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 10 (02.2014)