«το κράτος πρέπει να αποτελεί εγγυητή του σχεδίου πολιτισμικής αναζωογόνησης, το οποίο πρέπει να έχει χαρακτήρα κοινωνικό»

 

[ συνέντευξη στη Μικέλα Χαρτουλάρη ]

 

Είναι από τους ελάχιστους ανθρώπους στην Ελλάδα που έχει τεχνογνωσία σε ζητήματα κρατικής πολιτισμικής πολιτικής και σχολιάζει στον ΧΡΟΝΟ το καινούριο τοπίο που έχει διαμορφωθεί στο πεδίο της κουλτούρας από τότε που ξέσπασε η οικονομική κρίση. Ευρωβουλευτής του ΠΑ.ΣΟ.Κ. επί πρωθυπουργίας Σημίτη (2000-2004), είναι η πρώτη διευθύντρια του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου, πρώην πρόεδρος του Βιομηχανικού Μουσείου Σύρου, συγγραφέας και σήμερα δραστήρια πρόεδρος του Δικτύου για τα Δικαιώματα του Παιδιού.

— Συμμετείχατε στη γνωμοδοτική επιτροπή για το εγχείρημα της «Λευκής Βίβλου για τον Πολιτισμό» που είχε εισηγηθεί ο πρώην υπουργός Πολιτισμού Παύλος Γερουλάνος με στόχο τη διοικητική αυτονόμηση και την πολιτική ανάδειξη του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού. Οι επικριτές της θεωρούσαν ότι σιωπηρώς η Λευκή Βίβλος, που έμεινε στα χαρτιά ως συνολική πρόταση, προετοίμαζε το έδαφος για την πριμοδότηση μιας κουλτούρας που θα παρουσιάζει οικονομικό ενδιαφέρον – που θα φέρνει δηλαδή έσοδα στο κράτος.

α) Πώς σχολιάζετε αυτό το εγχείρημα;

Το κείμενο συνόψιζε τη στρατηγική υποστήριξη του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού. Είχε ως βάση τις αρχές μιας σύγχρονης πολιτιστικής πολιτικής, όπως διατυπώνονται από διεθνείς οργανισμούς και εφαρμόζονται στα πιο επιτυχημένα διεθνή παραδείγματα, μακριά από εθνικιστικές εξάρσεις, ιδεοληψίες, κρατικισμό, ρομαντική νοσταλγία, επιβολή της αγοράς ή μιας από τα πάνω κουλτούρας. Η πολιτική πρόταση που διατυπώθηκε αφορούσε ιδιαίτερα: α) τη στρατηγική και τον σχεδιασμό, β) τις αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές στην εσωτερική διοικητική δομή του Υπουργείου Πολιτισμού, γ) την περιφερειακή αειφόρο πολιτιστική ανάπτυξη, και δ) τη δημιουργική εξωστρέφεια και τις διεθνείς σχέσεις. Το κείμενο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κρίσης που κυριαρχούν, συμπύκνωνε μετά γνώσεως ένα συντεταγμένο πλαίσιο πολιτικής. Στόχευε στην αποφυγή της κατάρρευσης των εγγυήσεων του κράτους, άρα της παράδοσης σε μοιραίες εξελίξεις, που είναι αυτές ακριβώς μιας ανεξέλεγκτης αγοράς.

β) Με δεδομένη τη σημερινή πολιτισμική πραγματικότητα στην Ελλάδα, τι θα κρατούσατε και τι θα πετούσατε από τη Λευκή Βίβλο;

Θα πρότεινα πρωτίστως να τη διαβάσουμε και να τη συζητήσουμε σε δημόσιο διάλογο, αφήνοντας κατά μέρος την πολιτική και ιδεολογική προκατάληψη. Το κριτήριο της ανάλυσής μας οφείλει να είναι κατεξοχήν κοινωνικοπολιτισμικό στη σημερινή δύσκολη συγκυρία. Μόνο ο διάλογος μπορεί να δείξει το συντεταγμένο πλαίσιο και τον σχεδιασμό που συνεχίζω, από τη μεριά μου, να θεωρώ ότι απαιτείται να γίνει από τον κόσμο του πολιτισμού. Μια τέτοια σκέψη, νομίζω, συζητιέται σε ορισμένους πολιτιστικούς οργανισμούς, συλλογικότητες και άτομα, και ευελπιστώ πως το κείμενο της Λευκής Βίβλου μπορεί να αποτελέσει μια αφετηρία διαλόγου ακόμη και τώρα, με επιθυμητές μάλιστα εναλλακτικές προτάσεις ή εντελώς νέες συντεταγμένες και ιδέες. 

— Η πολιτική εξουσία μοιάζει να υποκλίνεται στις πολιτιστικές πρωτοβουλίες των μεγάλων Ιδρυμάτων –Ωνάση και Νιάρχου κυρίως– και είναι γεγονός ότι σήμερα το χρεωμένο κράτος δεν έχει ισχυρά διαπραγματευτικά όπλα. Ποιος θεωρείτε λοιπόν πως πρέπει, και είναι εφικτό, να είναι ο ρόλος του στα πράγματα της κουλτούρας;

Ο ίδιος ρόλος που έπρεπε να είναι εδώ και καιρό, και έχει καθυστερήσει: ρόλος στρατηγικός, ρυθμιστικός, που θέτει το πλαίσιο και τις προτεραιότητες, τους κανόνες του παιχνιδιού με διαφάνεια και αποτελεσματικότητα, που μετρά κόστος-όφελος. Όλα αυτά συνθέτουν το πολιτικό κύρος, το πολιτικό κεφάλαιο που, όταν υπάρχει, συνιστά τον σοβαρό συνομιλητή. Σε κάθε περίπτωση, είναι διακριτός ο ρόλος της κυβέρνησης, του κράτους, των ιδρυμάτων, των παραγωγών πολιτισμού. Αλλά κάτω από τις σημερινές συνθήκες η σχέση όλων οφείλει ταχύτατα να επαναπροσδιοριστεί. Χρειάζονται γρήγορες και αποτελεσματικές πρωτοβουλίες, πρέπει να εγκαταλειφθούν οι παλιές πελατειακές δομές και νοοτροπίες, να ανασχεδιαστεί η κρατική παρέμβαση, ώστε να μην καταντήσει να υποκλίνεται αλλά να αναλαμβάνει υπεύθυνη πολιτική διαχείριση. Η αναγνώριση των δυνατοτήτων αλλά και του λόγου καθενός, η σύμπραξη σε ένα κοινό σχέδιο και στρατηγική είναι αυτά που μπορούν να διασώσουν τη σύγχρονη ελληνική κουλτούρα από την επιβολή του νόμου της ζούγκλας και την αφάνεια. Ο πολιτιστικός πεσιμισμός που ευνοείται ιδιαίτερα από την κρίση και τείνει να επικρατήσει, είναι επικίνδυνος και πρέπει να αναχαιτιστεί. 

— Τι εννοείτε όταν λέτε πως χρειαζόμαστε αλλαγή παραδείγματος στην πολιτισμική πολιτική; Ποιοι πρέπει να αλλάξουν αντιλήψεις;

Αλλαγή παραδείγματος σημαίνει πολύ συνοπτικά ότι έχουν αλλάξει ριζικά οι παλιοί όροι άσκησης της κρατικής πολιτιστικής πολιτικής, οι δρώντες, οι συμπράξεις, οι τρόποι που γινόταν αντιληπτή η ίδια η κουλτούρα και η πολιτική της διαχείριση. Συνεπώς απαιτείται επαναπροσδιορισμός του πολιτισμικού κεφαλαίου της χώρας και των στρατηγικών στόχων αξιοποίησής του, αναδιάρθρωση των δομών, ανανέωση των εργαλείων, συμπράξεις, εξωστρέφεια, νέα βάση και μέθοδος της κρατικής παρέμβασης. Με μια λέξη, ένα νέο πλαίσιο, ένα νέο σχέδιο και πρόγραμμα, πλουραλιστικό, συμμετοχικό και δημοκρατικό, το οποίο θα διαμορφώσουν από κοινού οι δρώντες και που θα λαμβάνει υπόψη τη σύγχρονη πολιτισμική ιθαγένεια και τις νέες ταυτότητες, την αναδυόμενη κουλτούρα και τις υβριδικές ακόμη μορφές της. Η αλλαγή παραδείγματος συντελείται ήδη γύρω μας στις πολιτιστικές πρακτικές, στην παραγωγή και διανομή της κουλτούρας, στη συμβολική οικονομία των νοημάτων, στις ανισότητες και τις διακρίσεις. Αν δεν υπάρξει συντεταγμένο σχέδιο, απλώς όλα τα παραπάνω θα γίνουν ερήμην του δημοσίου συμφέροντος και των πιο αδύνατων. Το κράτος πρέπει να αποτελεί εγγυητή αυτού του σχεδίου πολιτισμικής αναζωογόνησης, το οποίο πρέπει να έχει χαρακτήρα κοινωνικό και πολιτισμικό. 

— Η Αριστερά μπορεί να συμβάλει σε αυτή την αλλαγή παραδείγματος; Με ποιον τρόπο; Δεν έχει άραγε κι αυτή αγκυλώσεις;

Όλοι έχουμε αγκυλώσεις, αλλά δεν θα έχουμε μέλλον αν δεν τις υπερβούμε. Η Αριστερά σε όλες τις συνιστώσες της πρέπει να γίνει πιο τολμηρή και ανατρεπτική πολιτισμικά, να εγκαταλείψει το έδαφος του αμυντικού εκδημοκρατισμού και εκ-πολιτισμού που πρέσβευαν για δεκαετίες οι αριστερές ελίτ και να ανιχνεύσει το έδαφος της πολιτισμικής δημοκρατίας. Δεν είναι δυνατόν να πρεσβεύει κάποιος την πολιτική ισοτιμία και ενεργό συμμετοχή, από τη μια μεριά, και να μην αντιλαμβάνεται τι σημαίνει αυτό από πολιτισμική άποψη. Υπάρχει αρκετή αφέλεια και άγνοια σε πολλά από τα κείμενα της Αριστεράς σχετικά με τον πολιτισμό.

— Ως πρώτη διευθύντρια του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου, τι πιστεύετε πως χάνεται για το κοινωνικό σύνολο με τη δρομολογούμενη από τον κ. Κώστα Τζαβάρα κατάργησή του;

Αυτή η πολιτική ακροβασία ήταν ένα κλασικό παράδειγμα παλαιοκομματικής πολιτικής, τόσο από άποψη μεθόδου όσο και περιεχομένου. Τα προσχήματα κατέστρεψαν ένα από τα λίγα παραδείγματα σύγχρονης τομεακής πολιτικής. Αυτό που χάνεται για την κοινωνία είναι μια σταθερή πολιτική βιβλίου που βασίστηκε στην έρευνα και που θα έπρεπε να της επιτραπεί στο μέλλον να προωθεί διαρθρωτικές αλλαγές, συνεργασίες με τον έξω κόσμο και να επεκτείνεται στον χώρο της δημόσιας ανάγνωσης και των βιβλιοθηκών, που είναι παραδοσιακά στη χώρα μας ορφανός από κρατική υποστήριξη.

— Σας πείθει το εγχείρημα της Εθνικής και Δανειστικής Βιβλιοθήκης που οραματίζεται ο Γιάννης Τροχόπουλος του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος;

Η νέα Εθνική Βιβλιοθήκη αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα στοιχήματα. Για την Αθήνα και τη χώρα είναι όχι μόνο μια μεγάλου μεγέθους οικονομική επένδυση, αλλά θα αποτελέσει και σημείο αναφοράς με ιδιαίτερη συμβολική σημασία στον διεθνή χάρτη της γνώσης. Η κατεύθυνση, όπως έχει διατυπωθεί δημόσια, είναι καινοτόμα και δημιουργική. Προσδοκώ την επιτυχία του εγχειρήματος, που είναι φιλόδοξο, απαιτητικό αλλά απολύτως αναγκαίο. Αυτό, χωρίς να σημαίνει ότι δεν με προβληματίζει η παράδοση του έργου με την ολοκλήρωσή του στο ελληνικό Δημόσιο, που δείχνει ότι αδυνατεί να αντιληφθεί ακόμη σήμερα τη σοβαρότητα που απαιτεί η προετοιμασία για την παραλαβή και τη λειτουργία του.

 files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

σελ. 1 (από: 1) ΧΡΟΝΟΣ 01 (05.2013) < προηγ. άρθρο     |     επόμ. άρθρο >