στη δίνη της ιστορίας και τα παράδοξα της ιστορίας

 

Χριστόφορος Παπαδόπουλος

 

Ο τίτλος του άρθρου ανοίγεται σε μια διπλή ανάγνωση· από τη μια, θεωρεί τον ΣΥΡΙΖΑ –περί αυτού ο λόγος– στη δίνη της Ιστορίας, δηλαδή στα νέα περιστατικά της καπιταλιστικής κρίσης και, από την άλλη, τον ΣΥΡΙΖΑ στην κρίση ως συνέπεια του χρηματοοικονομικού πραξικοπήματος, της συνέχειας ή της ακύρωσης του στρατηγικού του σχεδιασμού.

Αν και έχουν γραφτεί, έχουν ειπωθεί τα πάντα για τους 7 μήνες διακυβέρνησης, τους 7 μήνες διαπραγμάτευσης, ίσως στη σχετική συζήτηση να έχει φωτιστεί λιγότερο από όλα το διεθνές πλαίσιο, η παγκόσμια συγκυρία στην οποία λαμβάνουν χώρα τα συμβάντα.

Οι μαρξιστές οικονομολόγοι ισχυρίζονται ότι η οικονομική κρίση που ξεκίνησε το 2008, με την κατάρρευση της Lehman Brothers, έχει πολλά  επεισόδια ακόμα να διανύσει προκειμένου να ολοκληρωθεί ο κύκλος της δημιουργικής καταστροφής. Ότι έχουμε να κάνουμε με τη λεγόμενη κρίση υπερσυσσώρευσης, δηλαδή τεράστια κεφάλαια που δεν βρίσκουν τρόπους και τόπους να επενδυθούν και να αυξήσουν την κερδοφορία τους ή έστω την ασφάλειά τους. Ότι αυτά τα κεφάλαια πρέπει να καταστραφούν –να διαγραφούν, για παράδειγμα, όταν πρόκειται για τοποθετήσεις σε κρατικά ομόλογα, δηλαδή για κρατικό χρέος– προκειμένου να ξεκινήσει ένας νέος κύκλος καπιταλιστικής ανάπτυξης. Η αυτοκρατορία του χρηματοοικονομικού κεφαλαίου ωστόσο δεν επιτρέπει την καταστροφή κεφαλαίων, και τα κράτη είναι αδύναμα και διαβρωμένα από την ισχύ των τραπεζών για να την επιβάλουν.

Τα εργαλεία που χρησιμοποίησε ο καπιταλισμός για να υπερβεί, για την ακρίβεια να μεταθέσει, την κρίση ήταν η ανάληψη των ζημιών των επιχειρήσεων και των τραπεζών από τους κρατικούς προϋπολογισμούς, η εκτεταμένη ρευστότητα στην αγορά χρήματος με μηδενικά επιτόκια από την ΕΚΤ και τη Fed, η ποσοτική χαλάρωση στην Ε.Ε. και η εσωτερική υποτίμηση παντού, δηλαδή η αναδιανομή ισχύος σε βάρος των εισοδημάτων και των δικαιωμάτων των δυνάμεων της εργασίας και η καταστροφή των μεσαίων στρωμάτων.

Στο βαθμό που δεν λύνεται η βασική αντίφαση, η κρίση επιστρέφει ως ύφεση και αποπληθωρισμός, αφού η υπερπαραγωγή δεν αντιστοιχεί στην περιορισμένη ζήτηση εξαιτίας της ανόδου των ανισοτήτων, και η απειλή μιας νέας χρηματοοικονομικής φούσκας επανέρχεται απειλητική εξαιτίας και της εξεζητημένης ρευστότητας.

 

Παράδοξο Νο1

Τμήματα της ελληνικής Αριστεράς –ΚΚΕ, ΛΑΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ– αναφέρονται στα κείμενά τους στην κρίση του καπιταλισμού, την κατανοούν όμως ως κάτι εξωτερικό σε σχέση με τον εδώ κοινωνικό σχηματισμό, με αυτή την έννοια πιστεύουν ότι θα δραπετεύσουν από τον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό με τον εγκλεισμό στο έθνος-κράτος, με την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα και την εθνικοποίηση της παραγωγής. Απροβλημάτιστοι τη στιγμή που η κρίση εξελίσσεται μπροστά στα μάτια τους σε όλες της τις διαστάσεις: ως κρίση υπερσυσσώρευσης με νομισματικούς πολέμους, ως γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί με συνέπεια τη διάλυση κρατών και τα τεράστια προσφυγικά ρεύματα, ως κλιματική αλλαγή. Η ειρωνεία της Ιστορίας είναι ότι, μεταξύ των άλλων, την ίδια περίοδο εξελίσσεται η διαπραγμάτευση Ε.Ε.-ΗΠΑ-Καναδά για τη Διατλαντική Συμφωνία Επενδύσεων και Εμπορίου, την TTIP, η οποία καταργεί κάθε ρύθμιση προστασίας του περιβάλλοντος, των εργασιακών δικαιωμάτων, της ασφάλειας των τροφίμων, μέχρι και την ίδια την κυριαρχία των κρατών, παραδίδοντας τις κοινωνίες στους αγοραίους μηχανισμούς και στις πολυεθνικές. Δηλαδή, τη στιγμή που απαιτείται ένας «πλανητικός» συντονισμός της Αριστεράς και των κινημάτων, ένα τμήμα της Αριστεράς προκρίνει ως μέθοδο «χειραφέτησης» τη νομισματική «κυριαρχία» και τις ανταγωνιστικές υποτιμήσεις του νομίσματος και εντέλει της αγοραστικής δύναμης της μισθωτής εργασίας.

 

Η στρατηγική, ο χρόνος και ο χώρος

Η ανάληψη της κυβερνητικής εξουσίας από τον ΣΥΡΙΖΑ σε συνεργασία με τους ΑΝΕΛ δεν ήταν έκπληξη για τους κυρίαρχους κύκλους της Ε.Ε., ήταν, αντίθετα, αναμενόμενη εξέλιξη, αφού οι πάντες αναγνώριζαν την κατάρρευση του πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα, την αποσάθρωση των κοινωνικών αντιπροσωπεύσεων του δικομματισμού και την ανάδυση μιας πολιτικής απειλής για το σύστημα της νεοφιλελεύθερης συναίνεσης μεταξύ Ευρωπαίων συντηρητικών και σοσιαλδημοκρατών. Η προετοιμασία για να αποτελέσει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ μια σύντομη παρένθεση έγινε τόσο στο πολιτικό, όσο και στο τεχνικό επίπεδο, διαμέσου της πιστωτικής ασφυξίας. Από την άλλη μεριά, η στρατηγική της διαπραγμάτευσης της ελληνικής πλευράς ήταν να κερδίζει χρόνο και χώρο για την άσκηση αριστερής πολιτικής στην ενδοχώρα και αφετέρου να διευρύνει τα ερείσματά της στο διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο αξιοποιώντας αφενός τις αντιθέσεις που δημιουργούσε η υφεσιακή, και εντέλει αποπληθωριστική, πολιτική που ακολουθούσε,  υπό τη διεύθυνση του γερμανικού υπουργείου οικονομικών, η Ευρωπαϊκή Ένωση στον ευρωπαϊκό Νότο, και αφετέρου τις ανησυχίες των ΗΠΑ ότι η παγκόσμια οικονομία θα είχε ένα λόγο παραπάνω για επιβράδυνση λόγω των περιοριστικών πολιτικών και του ρίσκου που θα δημιουργούσε στις διαταραγμένες χρηματαγορές το ενδεχόμενο ενός Grexit.

 

Παράδοξο Νο 2

Πριν λίγες ημέρες, μια από τις ιστορικές οργανώσεις στο χώρο των κοινωνικών δικαιωμάτων και των πολιτικών ελευθεριών, από τις λίγες που ήταν με συνέπεια παρούσα σε κάθε αγώνα τα προηγούμενα 20 χρόνια, μέχρι και σήμερα, με πλατιές συμμαχίες προκειμένου να υπερασπιστεί τους μετανάστες και τους πρόσφυγες, τις πολιτικές ελευθερίες, το δημόσιο πανεπιστήμιο, τους εργατικούς αγώνες, τις κοινωνικές αντιστάσεις, τις δομές αλληλεγγύης, με ανακοίνωσή της αποτιμά την 7μηνη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, όχι ως αριστερή αλλά ως δεξιά παρένθεση! Με άλλα λόγια θεωρεί ασήμαντες, άνευ αξίας, τις πολιτικές και νομοθετικές πρωτοβουλίες του ΣΥΡΙΖΑ για την ανθρωπιστική κρίση, τα κόκκινα δάνεια, το μεταναστευτικό και την ιθαγένεια, τις φυλακές, την επαναπρόσληψη των απολυμένων του Δημοσίου, την ΕΡΤ, την κατάργηση του 5ευρου για τα νοσοκομεία, την αποψίλωση του Νόμου Διαμαντοπούλου για το δημόσιο πανεπιστήμιο. Με την αποτίμησή της δεν σβήνει την πολιτική παραγωγή του ΣΥΡΙΖΑ: στην πραγματικότητα απεμπολεί τους δικούς της αγώνες.

 

Το μεταβατικό πρόγραμμα, η απειλή, η καμπή

Ο ΣΥΡΙΖΑ προσήλθε στις διαπραγματεύσεις έχοντας στις αποσκευές του το μεταβατικό Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, καθώς και τη βεβαιότητα ότι το Grexit αποτελεί πραγματική απειλή τόσο για την ευρωζώνη όσο και για τη σταθερότητα των αγορών χρήματος και ότι η γεωπολιτική αξία της χώρας είναι μεταβλητή προς αξιοποίηση στη διαπραγμάτευσης. Στην πορεία, κατά την επτάμηνη διαπραγμάτευση, μια σειρά των υποθέσεων εργασίας του στρατηγικού σχεδιασμού διαψεύστηκαν. Το Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης δεν ήταν ένα παράλογο ή υπερφίαλο στις επιδιώξεις του μεταβατικό πρόγραμμα· ήταν, αντίθετα, η πρώτη σοβαρή προσπάθεια στο πλαίσιο της ελληνικής Αριστεράς να σχεδιαστεί ένα πλάνο συγκεκριμένων μεταρρυθμίσεων και μετασχηματισμών που να μην έρχεται ευθέως σε σύγκρουση με το Σύμφωνο σταθερότητας της Ε.Ε.

Ήταν η πρώτη φορά που η Αριστερά επιχείρησε να αφήσει πίσω της τις προγραμματικές διακηρύξεις με τους μεγάλους στόχους και να μεταφράσει τα παραπάνω σε συγκεκριμένα βήματα κοινωνικού μετασχηματισμού που λάμβανε υπόψη της –σε ένα βαθμό– το συσχετισμό δύναμης. Δεν ήταν βέβαια απαλλαγμένο από την πολυσυλλεκτικότητα και την πλειοδοσία προκειμένου να απεικονίζει τις προσδοκίες κάθε κοινωνικής κατηγορίας και να αποφεύγει τα διλήμματα της εύρεσης των πόρων (οικονομικών, τεχνολογικών, υποδομών, προσβασιμότητας, δικτύων κ.ά.), άρα και να ιεραρχεί με αυτό τον τρόπο τις κοινωνικές προτεραιότητες.

Το πρόβλημα ήταν –και παραμένει– ότι οι δανειστές, οι Θεσμοί, δεν έχουν ένα σχέδιο μόνο για τη δημοσιονομική πειθαρχία, τα ελλείμματα και τη διαχείριση των δανειακών υποχρεώσεων, αλλά και έναν αδιαπραγμάτευτο σκληρό πυρήνα, εκείνο της εσωτερικής υποτίμησης και της αγοραίας μεταρρύθμισης της αγοράς εργασίας των κοινωνικών αγαθών και του ίδιου του κράτους. Τον σκληρό πυρήνα της εσωτερικής υποτίμησης τον συμμερίζονται όχι μόνο οι ΗΠΑ και το ΔΝΤ, παρόλο που είναι αντίθετοι με την υφεσιακή πολιτική που επιβάλει η γερμανική κυβέρνηση, αλλά και η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία. Ο Ρέντσι και ο Ολάντ, παρόλο που κρατούν αποστάσεις από το σχέδιο Σόιμπλε και έχουν λόγο για τις αντιυφεσιακές πολιτικές και την αμοιβαιοποίηση του χρέους –και από αυτήν τη σκοπιά προσέγγισαν την ελληνική πλευρά–, από την άλλη υιοθετούν τα μέτρα της απορρύθμισης αφού τα ίδια επιβάλλουν και αυτοί στις χώρες τους.

Παρόμοιες αντιφάσεις διαπίστωσε, γρήγορα ευτυχώς, η ελληνική πλευρά με τα προσεκτικά –είναι η αλήθεια– ανοίγματά της στη διεθνή σκηνή. Η Κίνα, η Ρωσία, τα BRICS υποδέχθηκαν θερμά τα ανοίγματα της ελληνικής κυβέρνησης, στο βαθμό που βρήκαν έναν ανοικτό συνομιλητή από τη ζώνη του ευρώ, έδειξαν ζωηρό ενδιαφέρον για οικονομικές συμφωνίες για τα λιμάνια, τους σιδηρόδρομους, τα αεροδρόμια, την τράπεζα επενδύσεων, υπό όρους τα ενεργειακά, διευκρίνισαν όμως από την αρχή ότι οι όποιες συνομιλίες και συμφωνίες δεν θα ανέτρεπαν τις γεωστρατηγικές ισορροπίες στην περιοχή, δηλαδή τις σχέσεις με ΗΠΑ και Ε.Ε. και υπέδειξαν με σαφήνεια «κλείστε γρήγορα τη συμφωνία». Όσον αφορά το ενδεχόμενο χρηματοδότησης της χώρας, αποκλείστηκε από την αρχή –για λόγους πολιτικούς και οικονομικούς– και η ελληνική πλευρά το απέσυρε εγκαίρως από το τραπέζι, μόνο ο Λαφαζάνης και ο Ήσυχος επέμεναν δημοσίως μέχρι τέλους ότι «υπήρχαν εναλλακτικοί τρόποι χρηματοδότησης».

Εκείνο που δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως η κυβέρνηση και το επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ ήταν το σημείο καμπής, ότι δηλαδή η απειλή του Grexit, ως διαπραγματευτικού όπλου για έναν «έντιμο σχεδιασμό», ήταν, τουλάχιστον για ένα τμήμα των δανειστών, ευχή. Αυτό το σημείο καμπής δεν έχει να κάνει ακριβώς με την τύχη της Ελλάδας, παρά μόνο παρεμπιπτόντως, αφορά στην πραγματικότητα την αρχιτεκτονική του ευρώ και τη θωράκιση, πολιτική και οικονομική, του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος στους νέους ανταγωνισμούς της οικονομικής κρίσης. Το σχέδιο που έχει εκπονηθεί από τη γερμανική κυβέρνηση και τους δορυφόρους της στη σκληρή και πλεονασματική ζώνη του ευρώ προβλέπει ενιαίο νόμισμα δύο ταχυτήτων, με τον ευρωπαϊκό Νότο στη δεύτερη ταχύτητα, πολιτική ενοποίηση υπό τη διεύθυνση της Γερμανίας και με συρρίκνωση της επιρροής των αντιπροσωπευτικών σωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έκπτωση από τον σκληρό πυρήνα των απείθαρχων πολιτικά και των αποτυχημένων οικονομικά. Με αυτά τα νέα δεδομένα το πραξικόπημα των δανειστών ήταν αδύνατον να αντιμετωπιστεί, χωρίς οικονομική και κοινωνική καταστροφή, και η αποδοχή της ήττας ήταν αναπόφευκτη.

 

Παράδοξο Νο3

Θα περίμενε κανείς ότι μετά από 30 χρόνια νεοφιλελευθερισμού, μετά από μια εικοσαετία κατά την οποία η παγκοσμιοποίηση εμπορευματοποιεί κάθε γωνιά του πλανήτη, αυξάνοντας δραματικά τις ανισότητες και θέτοντας σε κίνδυνο ακόμη και την ίδια την επιβίωση, μετά τη στρατηγική διάψευση με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, θα περίμενε κανείς η Αριστερά να έχει αναστοχαστεί για ένα νέο στρατηγικό σχέδιο που να ανταποκρίνεται στις νέες συνθήκες, ένα σχέδιο που να ξεπερνά την ευκολία του τρίπτυχου «αδιαλλαξία, πλειοδοσία, μετάθεση» και να θέτει τα ζητήματα του κοινωνικού μετασχηματισμού στον παρόντα χρόνο.

Ένα σχέδιο που δεν μπορεί παρά να έχει ως αφετηρία την ενότητα και την κοινή πολιτική και κοινωνική δράση των διαφορετικών ρευμάτων της. Πράγμα που δεν συμβαίνει στις μέρες μας, αντίθετα πάνω στην κρίση επανέρχονται οι χειρότερες παραδόσεις του αριστερού κινήματος, όλοι εναντίον όλων,  ο αριστερός εμφύλιος, η ανθρωποφαγία, η μισαλλοδοξία και η καταγγελία των «προδοτών», η ηθικολογία και η μαυρόασπρη πρόσληψη του πολιτικού. Όλα αυτά μαζί, την εποχή που θεωρούσαμε ότι αυτά τα συμπτώματα ανήκουν στην «προϊστορία» του αριστερού κινήματος, επανέρχονται και μάλιστα από ανθρώπους που περπατήσανε μαζί για πολλά και δύσκολα χρόνια.

 

Το μέλλον διαρκεί πολύ

Το πραξικόπημα των θεσμών, η επτάμηνη διαπραγμάτευση, τα επιχειρήματα και ο δημόσιος λόγος της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, το γεγονός το ίδιο, ότι δηλαδή μια αριστερή κυβέρνηση μιας μικρής χώρας αμφισβητεί το νεοφιλελεύθερο παράδειγμα και αυτό δημιουργεί συνθήκες πολέμου και παραδειγματικής τιμωρίας από τους κυρίαρχους, άφησε το αποτύπωμά του, κινητοποίησε εκατομμύρια ανθρώπους σε πολιτική διαμαρτυρία, έδωσε την αφορμή να εκφραστεί η αλληλεγγύη από συνδικάτα, κινήματα, κόμματα της Αριστεράς ακόμα και από πολιτικούς χώρους που δεν τους περίμενε κανείς. Όλα αυτά μαζί δίνουν την αισιοδοξία ότι η ιστορία κινείται πάλι προς τα Αριστερά και ένας νέος ανοδικός κύκλος έχει ξεκινήσει, με αυτή την έννοια ο ΣΥΡΙΖΑ, οι Ποδέμος, το Μπλόκο, το Σιν Φέιν, η Ντι Λίνκε, οι Γάλλοι και οι Ιταλοί σύντροφοι, ο Τζέρεμι Κόρμπιν των Εργατικών της Αγγλίας πρέπει να επωμιστούν ένα στρατηγικό σχέδιο μετασχηματισμού της Ευρώπης, για μια Ευρώπη της ισότητας, της δικαιοσύνης, της Ελευθερίας και της δημοκρατίας.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 29 (09.2015)