oι αριστεροί αντιμετωπίζονται ακόμα ως εχθροί της κοινωνίας

 

Η κοινωνική ανθρωπολόγος Νένη Πανουργιά συνομιλεί με τη Μικέλα Χαρτουλάρη με αφορμή την ελληνική έκδοση της μελέτης της Dangerouscitizens. Μια συντομότερη μορφή της συνομιλίας πρωτοδημοσιεύτηκε με τίτλο «Επικίνδυνοι πολίτες ή επικίνδυνο κράτος;» στην Εφημερίδα των Συντακτών μετά την 40ή επέτειο του Πολυτεχνείου (18.11.2013)

 

Πώς εκδηλώθηκε και τι σημαίνει ο διωγμός των Ελλήνων από Έλληνες, κατά τον 20ό αιώνα; Η Νένη Πανουργιά, δυναμική φωνή στο αμερικανικό Πανεπιστήμιο Κολούμπια, διερεύνησε το ζήτημα ιστορικά και ανθρωπολογικά. Στάθηκε ειδικά στα μέτρα που πήρε το ελληνικό κράτος για την καταστολή της Αριστεράς και φώτισε το πώς οι αριστεροί/-ές έζησαν ως πολιτικοί απόβλητοι/-ες για περισσότερο από μισόν αιώνα. Το βιβλίο της Επικίνδυνοι πολίτες συνθέτει γεγονότα και βιώματα (ακόμη και δικά της) σε ένα αφήγημα με υψηλή θερμοκρασία. Πρωτοεκδόθηκε στις Η.Π.Α. το 2009, απέκτησε 30.000 αναγνώστες και η τωρινή ελληνική έκδοσή του βάζει ξανά στο τραπέζι το θέμα της κρατικής τρομοκρατίας απέναντι στην Αριστερά αλλά και γενικότερα απέναντι στον πολιτικό κόσμο που διαφωνεί.

Η Πανουργιά ανοίγει τη μελέτη της με μια δυνατή εικόνα στην οποία εκείνη υπήρξε αυτόπτις μάρτυρας. Παρουσιάζει τους πλανόδιους βιβλιοπώλες που στις αρχές του ’60 πουλούσαν από πόρτα σε πόρτα τα απαγορευμένα «αριστερά» βιβλία. Μέχρι και ο Καζαντζάκης αγοραζόταν έτσι από όσους φοβούνταν μη γίνουν στόχος…

Από οικογένεια μάλλον κεντρώα η ίδια –με έναν θείο στην Ο.Π.Λ.Α. ωστόσο και με έναν άλλο, αρχηγό της αστυνομίας–, η συγγραφέας παρακολουθεί την «απανθρωποποίηση» των «επικίνδυνων» Ελλήνων σε πολλά πεδία, μέσα από πλήθος μαρτυρίες. Και θυμίζει ότι τα «στρατόπεδα συγκέντρωσης πολιτών» δημιουργήθηκαν από δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις στο πλαίσιο της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, όπου το Κοινοβούλιο απαρτιζόταν από κόμματα της Δεξιάς και του Κέντρου ως χώροι αποκλεισμού (που άργησαν πολύ να αδειάσουν). Είχαν «ρητό σκοπό την αναμόρφωση και τον σωφρονισμό των πραγματικών ή υποτιθέμενων “εχθρών του κράτους”». Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι το θεσμικό πλαίσιο για τις διώξεις των κομμουνιστών ήταν μέχρι και τα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια ένας νόμος του 1871 «περί καταδιώξεως της ληστείας»…

«Είναι αδύνατο να κατανοήσουμε την ελληνική ιστορία», γράφει η Πανουργιά απευθυνόμενη καταρχήν στο αμερικανικό κοινό και σήμερα στις γενιές των νέων, «έξω από το πλαίσιο της σχέσης του νεοελληνικού κράτους με την ελληνική Αριστερά». Και προσθέτει πως μετά την πτώση της χούντας, «όταν όλη η Ελλάδα περίμενε την πλήρη και συνολική κάθαρση, έγινε φανερό ότι δεν υπήρχε ούτε η προθυμία ούτε η ικανότητα για κάτι τέτοιο». Αυτή η αδυναμία, σχολιάζει, «διέβρωσε κάθε εναπομείναν αίσθημα εμπιστοσύνης της κοινωνίας στο κράτος».

  

Μικέλα Χαρτουλάρη: Στο βιβλίο σας εξετάζετε την εικόνα του πολιτικού απόβλητου που κατασκεύασε για τους Έλληνες αριστερούς/-ές το ελληνικό κράτος και της Δεξιάς και του Κέντρου, από τις αρχές του 20ού αιώνα. Όμως η Αριστερά είναι πολλές Αριστερές. Ποια διάλεξε το κράτος;

Νένη Πανουργιά: Το κράτος, δεξιό, κεντρώο ή εκσυγχρονιστικό, αυτοταυτιζόμενο με την κοινωνία, έχει κατασκευάσει μία μόνο και επικίνδυνη «Αριστερά» με το ίδιο πρόσωπο. Προφανώς αυτή η συνολική και μονολιθική κατασκευή υπογραμμίζει την ηγεμονική κίνηση του κράτους που κρατούσε τα νήματα της νοηματοδότησης της Αριστεράς. Με άλλα λόγια, αυτό που αντιλαμβανόταν η «Αριστερά» ως Αριστερά, ως έναν χώρο δηλαδή πάντα υπό κριτική και αυτοκριτική, πάντα κινούμενο και ποτέ στατικό, το κράτος το επαναπροσδιόρισε ως κάτι το πολύ συγκεκριμένο και σταθερό βάσει όλων των συντακτικών στοιχείων που συγκροτούν το εξαπλουστευτικό δίπολο εχθρός-φίλος. Η «Αριστερά» έγινε ο ιδεολογικός εχθρός του κράτους με την επακόλουθη αναγωγή της και σε υπαρξιακό εχθρό. Έτσι πραγματοποιήθηκε και η διολίσθηση από «ιδεολογική ετερότητα» σε «κονσερβοκούτι» πολύ πριν βγουν τα μαχαίρια της Ο.Π.Λ.Α. Και τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει και τόσο πολύ, γιατί και τώρα, έναν αιώνα μετά, ακόμα οι αριστεροί/-ές αντιμετωπίζονται ως εχθροί της κοινωνίας.

 

Μ.Χ.: Στα χρόνια της παντοδυναμίας του ΠΑ.ΣΟ.Κ. πώς διαφοροποιήθηκε ο βαθμός επικινδυνότητας του αριστερού ανθρώπου;

Ν.Π.: Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. έφτιαξε μια ιδεολογική και πολιτική σούπα βελουτέ, όπου δεν ξεχώριζε κανείς μέσα του διακριτές πολιτικές οντότητες. Ανέβασε τον Βαφειάδη στο μπαλκόνι μαζί με τον Παπανδρέου. Αυτή ήταν μια τεράστια στιγμή για την Αριστερά καθώς σήμανε ταυτοχρόνως την ιστορική νίκη και την ιστορική της ήττα, που σφραγίστηκε με το κάψιμο των φακέλων στη Χαλυβουργική. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, η Αριστερά αποδυναμώθηκε, έχασε τον προσανατολισμό της, αναλώθηκε σε μεγάλο βαθμό στις ενδοαριστερές διαμάχες και έχασε την επαφή της με τη βάση της. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ., μέσω του Ανδρέα Παπανδρέου και της προσωπικής και πολιτικής του πορείας, βρέθηκε σε μία συνομιλία με το κύμα ριζοσπαστικοποίησης που προέκυψε με τη Μεταπολίτευση στη νεολαία, η οποία από τη μια πλευρά είχε αναπτύξει μια τεράστια καχυποψία για τα σταθερά αριστερά σχήματα και από την άλλη ήθελε να μετέχει σε ένα εξαπλουστευμένο αριστερό αφήγημα, δηλαδή Ε.Α.Μ. και Πολυτεχνείο, χωρίς Λαμπράκηδες και 1-1-4. Εκείνη την εποχή θεμελιώθηκε ως «επικίνδυνη» η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά. Οι μόνοι επικίνδυνοι αριστεροί αυτής της περιόδου ήταν εκείνοι που η θεσμική Αριστερά δεν αποδεχόταν ως αριστερούς, εκείνοι δηλαδή τους οποίους κατέταξε στους αναρχικούς, στους αριστεριστές, στη 17 Νοέμβρη, παρά το γεγονός ότι η οπτική, η προοπτική και η πολιτική τεχνογνωσία τους δεν ήταν ούτε ενιαία ούτε ιδεολογικά και πολιτικά ταυτόσημες.

  

Μ.Χ.: Σε ποιο βαθμό ευθύνεται και η ελληνική κοινωνία για τις περιπέτειες που έζησε ή και ζει η ελληνική Αριστερά;

Ν.Π.: Δεν υπάρχει κράτος χωρίς κοινωνία που να το συγκροτεί, και εκεί βρίσκεται και η δυσκολία του να αποφασίσει κανείς πού ακριβώς να αποδώσει ευθύνες. Παρά τη διττότητα αυτής της σχέσης, όμως, δεν μπορεί κανείς παρά να αναγνωρίσει ως γεγονός το ότι το κράτος κρατά στα χέρια του τη συντεταγμένη εξουσία, τους μηχανισμούς καταστολής και τους μηχανισμούς της εκπαίδευσης. Οπότε οι όποιες ευθύνες έχει η μεταπολεμική κοινωνία (η οποία, επίσης δεν είναι μονολιθική, μονολογική ή μονοσήμαντη) είναι εκ των πραγμάτων όχι μόνον άλλου μεγέθους αλλά επίσης και άλλης τάξεως.

Η Δεξιά και το Κέντρο επιδόθηκαν στην κατασκευή μιας κοινωνίας που θα αποτελείτο από πολίτες υπάκουους, συνεργάσιμους και υποταγμένους στην ηγεμονία του κράτους, πολίτες που θα κατέδιδαν με ευκολία στις αρχές φίλους, γείτονες και συνανθρώπους γενικότερα προς αποφυγήν διατάραξης της «ησυχίας και της τάξεως». Σίγουρα ένα μέρος της κοινωνίας συν- και δια-μορφώθηκε έτσι. Αλλά ένα μεγάλο μέρος της, όχι υποχρεωτικά μόνο το Αριστερό της μέρος, αρνήθηκε. Δηλαδή, με άλλα λόγια, όσο και να προσπάθησε το κράτος να μοντάρει μια τέτοιου είδους κοινωνία, στο τέλος το κατάφερε μόνο εν μέρει. Οπότε ένα μέρος της κοινωνίας ανέχτηκε την με κάθε τρόπο ομαλοποίηση που πρότεινε το κράτος, και ένα άλλο μέρος τη συνέδραμε. Η «διαρκής επανάσταση» είναι δύσκολη και απαιτεί υπεράνθρωπη και εξαντλητική προσήλωση.

 

Μ.Χ.: Μετά το 2008 οι μετανάστες αντιμετωπίζονται κι αυτοί ως «επικίνδυνοι» από το ελληνικό κράτος. Ποια είναι η διαφορά σε σχέση με την αντιμετώπιση των αριστερών;

Ν.Π.: Φαινομενικά δεν υπάρχει και μεγάλη διαφορά, δηλαδή στη Μακρόνησο, τη Γυάρο και την Μπουμπουλίνας εστάλησαν οι αριστεροί, στην Αμυγδαλέζα, στο Φυλάκιο και το Παρανέστι στέλνονται οι μετανάστες. Η αντιμετώπιση είναι ιδεολογική και στις δύο περιπτώσεις: στην πρώτη αντικομμουνιστική, στη δεύτερη ρατσιστική-ξενοφοβική. Υπάρχει όμως διαφορά στη θεωρία που οργανώνει τη συγκρότηση αυτής της ιδεολογίας. Κατά τον Πουλαντζά, στην περίπτωση των αριστερών λειτουργεί η θεωρία του εσωτερικού εχθρού. Στην περίπτωση των μεταναστών λειτουργεί η (ναζιστική ρατσιστική) θεωρία της παρασιτικής ύπαρξης, δηλαδή μιας ύπαρξης που είναι θεμελιωδώς άλλη από τη δική μας. Ενώ στην περίπτωση των αριστερών υπήρχε πάντοτε η επιθυμία του κράτους για την επανένταξή τους στο εθνικό σώμα (με μια δήλωση μετανοίας, με μια Μακρόνησο έστω), για το κράτος ο μετανάστης είναι η ουσιοποίηση μιας τόσο ριζικής ετερότητας ώστε δεν μπορεί καν να νοηθεί ως εχθρός: γίνεται ο απόλυτος Άλλος.

 

Μ.Χ.: Η πορεία του Χρύσανθου Λαζαρίδη που από «επικίνδυνος πολίτης» έγινε ιδεολογικός εκφραστής της ακροδεξιάς τάσης στην κυβέρνηση Σαμαρά, δεν καταρρίπτει άραγε το επιχείρημα της έρευνάς σας; 

Ν.Π.: Καθόλου. Το πέρασμά του Λαζαρίδη από την Αριστερά, που κράτησε ελάχιστα χρόνια συνολικά, δεν τον έχει καθορίσει. Ήταν ένα «συμβάν» στην ολική του πορεία, το οποίο του έχει παράσχει τα μεθοδολογικά όπλα που χρησιμοποιεί στην εκστρατεία του κατά της Αριστεράς. Αλλά οι προσωπικές επιλογές του καθενός πολίτη δεν αλλοιώνουν τη σύνολη εικόνα, και συνήθως εξηγούνται μάλλον ψυχαναλυτικά παρά ανθρωπολογικά. Ο Λαζαρίδης έχει πει κατ’ επανάληψη ότι δεν εξαργύρωσε την εμπειρία του στην Αριστερά και το Πολυτεχνείο. Και εδώ βρίσκεται η πεμπτουσία της ιδιοφυΐας Λαζαρίδη – λέει κάτι για να χρησιμοποιηθεί μετά ως τσιτάτο. Αλλά βεβαίως είναι μεγαλειωδώς ψευδές: προφανώς και εξαργύρωσε αυτό το πολιτικό του άπαν ο Λαζαρίδης όταν το κατέθεσε στα πόδια του Δικτύου 21 και της σαμαρικής Δεξιάς ως διαπιστευτήριο του πατριωτισμού και των ικανοτήτων του.

 

Μ.Χ.: Η «θεωρία των δύο άκρων» επανατροφοδοτεί σήμερα τη δαιμονοποίηση της Αριστεράς, ωστόσο η εικόνα του επικίνδυνου πολίτη έχει διευρυνθεί για να περιλάβει από τους έφηβους με τα κουκουλοφούτερ μέχρι τις τοπικές κοινωνίες που προσπαθούν να αποτρέψουν την καταστροφή ή τη λεηλασία του τόπου τους. Τι θα γράφατε στο βιβλίο σας αν η έρευνά σας δεν σταματούσε το 2008;

Ν.Π.: Η «θεωρία των δύο άκρων» δεν είναι ούτε νεόκοπη ούτε ιδιαζόντως ευφυής, αν και είναι εξαιρετικά παραπλανητική και, επομένως, επικίνδυνη. Αναπτύσσεται αρχικά ως το καταστατικό ψυχροπολεμικό δίπολο σταλινισμός-ναζισμός, κατόπιν στις νεοφιλελεύθερες δημοκρατίες του ύστερου καπιταλισμού ως κομμουνισμός-φασισμός, πριν επανανακαλυφθεί από τους σύγχρονους πολιτικούς επιστήμονες και κυβερνητικούς συμβούλους ως Άκρα Δεξιά-Άκρα Αριστερά. Κατ’ ουσίαν είναι απλώς ένα πολιτικό εγχειρίδιο, ένας τυφλοσούρτης, όπου οι ταγματασφαλίτες εξισώνονται με την Αντίσταση, τα παιδιά των κουκουλοφούτερ με τους χρυσαυγίτες μπράβους ή προβοκάτορες, οι βασανιστές της χούντας με τους βουλευτές του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Αν έγραφα τώρα θα έγραφα λοιπόν για τη Χρυσή Αυγή, για τις ομάδες εναλλακτικής πολιτικής που είναι τα απότοκα του ’08 και της κρίσης, για την καχυποψία των νέων απέναντι στην «Αριστερά» και για τις νέες μορφές του υπάρχειν που προτείνουν. Θα έγραφα επίσης για τις καταπατήσεις της συνταγματικής υποχρέωσης της κυβέρνησης περί διατήρησης και προάσπισης του φυσικού περιβάλλοντος και πλούτου της χώρας, καθώς και για την εντατικοποίηση των μέτρων καταστολής. Θα συμπεριλάμβανα δηλαδή τις νέες μορφές αμφισβήτησης και αντίστασης κατά των διαφόρων εξουσιών, της κρατικής, της επιστημονικής, των αγορών (εργασίας, χρηματικής, αξιών), της εξουσίας του λόγου, της έμφυλης εξουσίας. Θα συμπεριλάμβανα δηλαδή το ποιοι είναι οι σημερινοί απόβλητοι του κράτους, που βεβαίως είναι οι μετανάστες, οι αριστεροί/-ές, και, κυρίως, η νεολαία που αντιστέκεται στην υπαρξιακή της κεφαλαιοποίηση.

 

Μ.Χ.: Ένα μέρος του βιβλίου σας βασίζεται σε μαρτυρίες ανθρώπων που είτε βίωσαν το στάτους του «επικίνδυνου πολίτη» είτε το τεκμηριώνουν. Γιατί αποφασίσατε να μπείτε κι εσείς στο κάδρο, όχι μόνο με την επιστημονική σας ιδιότητα αλλά και με την ιδιότητα του μάρτυρα; Μήπως για να πείσετε βαθύτερα το αμερικανικό κοινό του βιβλίου σας;

Ν.Π.: Η απόφασή μου να τοποθετήσω τον εαυτό μου στον διπλό ρόλο της ανθρωπολόγου-γηγενούς δεν είχε να κάνει με την αξιοπιστία της αφήγησής μου αλλά με το βασικό ερώτημα που θέτει η ανθρωπολογία σε σχέση με την πολιτική της (ανα)παράστασης της ετερότητας, δηλαδή για το ποιος έχει το δικαίωμα να αναπαριστά και να εκπροσωπεί τον άλλον. Η ανθρωπολογία στο σύνολό της και με ελάχιστες εξαιρέσεις έχει αποφασίσει και αποφανθεί ότι αυτό το δικαίωμα το έχει μία και μόνη επιστημολογική θέση, εκείνη του εκ των έξω παρατηρητή. Εδώ γίνεται η κύρια παρέμβαση του κειμένου μου το οποίο δεν παρουσιάζει μόνο την πλευρά του γηγενούς αλλά, επίσης, θέτει υπό διερώτηση αυτή την επιστημολογική θέση της παραδοσιακής ανθρωπολογίας. Αυτό που προτείνω δηλαδή είναι το ότι η γνώση που παράγει η ανθρωπολογία δεν θα πρέπει να ελέγχεται από την οντολογική υπόσταση του ανθρωπολόγου (δηλαδή αν είναι γηγενής, αλλογενής ή από τον Άρη), αλλά από την επιστημονική πειθαρχία μέσω της οποίας συγκροτείται το ερευνητικό ερώτημα.

 

Μ.Χ.: Η έρευνά σας πραγματοποιήθηκε με χορηγίες του Πανεπιστημίου Κολούμπια και πρωτοκυκλοφόρησε στις Η.Π.Α., σε μια εποχή όπου η αντιτρομοκρατική υστερία που ακολούθησε την 11/9 κρατούσε ακόμα υψηλούς τόνους. Πώς διαβάστηκε το βιβλίο σας στις Η.Π.Α.;

Ν.Π.: Το ενδιαφέρον για την Ελλάδα (και γενικότερα για την Ευρώπη) στις Η.Π.Α. είναι σχεδόν μηδενικό, εκτός από τους κύκλους των αριστερών κινημάτων (Occupy, εργατικά κινήματα κτλ.), και παρά το γεγονός ότι οι Times της Νέας Υόρκης έχουν συχνά πυκνά άρθρα για την Ελλάδα. Έξω από τη Νέα Υόρκη ελάχιστοι ασχολούνται. Αυτό το βλέπω κάθε φορά που κάνω επιστημονική διάλεξη κάπου στην Αμερική και αντιμετωπίζω τη φράση «δεν ξέρω και πολλά για τα τρέχοντα στην Ελλάδα», ή την παραδοχή ότι δεν ήξεραν ότι η Ελλάδα πήρε μέρος στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Το βλέπουμε, επίσης, και στον ακαδημαϊκό χώρο όπου οι θέσεις των νεοελληνιστών συρρικνώνονται συνεχώς. Παρά τούτο, όμως, το βιβλίο απέσπασε τρία βραβεία, το ένα για την εθνογραφική του προσέγγιση, το άλλο για τη συμβολή του στις νεοελληνικές σπουδές, και το τρίτο για το συγγραφικό του εγχείρημα. Από τις αναλύσεις αναγνωσιμότητας που μας παρέχει το google analytics για την ηλεκτρονική έκδοση του βιβλίου (www.dangerouscitizens.columbia.edu), ξέρουμε ότι το βιβλίο έχει πάνω από 30.000 αναγνώστες παγκοσμίως.

 

Μ.Χ.: Αφιερώνετε αυτό το βιβλίο στον έφηβο γιο σας και στους φίλους του. Δεν αφηγείται τα ηρωικά κατορθώματα των αγωνιστών της Αριστεράς αλλά την τραγική ζωή τους εξαιτίας της επιμονής τους στα πιστεύω τους. Κατά τη γνώμη σας, ένα τέτοιο αφήγημα όταν διαβάζεται στη σημερινή συγκυρία θα στρέψει το ενδιαφέρον της νεολαίας προς την Αριστερά ή θα την απωθήσει;

Ν.Π.: Οι δάφνες και οι τραγωδίες του παρελθόντος είναι μέρος της ιστορίας, δεν μπορεί από μόνες τους να συντάσσουν τρέχουσα δράση. Για να στραφούν τα παιδιά στην Αριστερά θα πρέπει η Αριστερά να τους δείξει μια πραγματική εναλλακτική λύση, γιατί όλα τα άλλα σχήματα έχουν ήδη χρεοκοπήσει παταγωδώς. Αλλά το βιβλίο το αφιέρωσα στα παιδιά για να το έχουν γραπτώς, ότι ζωή χωρίς φιλία και σεβασμό για τον συν-άνθρωπο δεν αξίζει τίποτα.

 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 07 (11.2013)