μια έννοια-ομπρέλα για ένα εύπλαστο εγχείρημα

 

Όψεις, χρήσεις και δυναμική του «εκσυγχρονισμού» στην Ελλάδα κατά την
περίοδο από το 1870 έως και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα1

 

Νίκη Μαρωνίτη

 

Στο επίκεντρο της ανάλυσής μου βρίσκεται το εκσυγχρονιστικό φαινόμενο στην ιστορική του διάσταση. Φαινόμενο σύνθετο και κομβικό, καθώς –όπως ανέδειξε μεταξύ άλλων με την ευαίσθητη και διεισδυτική γραφή της η Ρένα Πατρικίου– προσδιόρισε καθοριστικά ιδεολογικές ανησυχίες, διλήμματα και εξουσιαστικές στρατηγικές που σφράγισαν τις ελληνικές συνειδήσεις στον μακρύ δέκατο ένατο αιώνα. Φαινόμενο διαχρονικό και ανθεκτικό στο μέτρο που, με εντελώς διαφορετικούς όρους, παραμένει δημοφιλές και επίκαιρο μέχρι τις μέρες μας, τόσο στον δημόσιο όσο και στον επιστημονικό Λόγο. Απόρροια της αντοχής του «εκσυγχρονισμού» –ως ιδεολογικό, διαχρονικό πρόταγμα και ως εκκρεμές πολιτικό εγχείρημα– είναι ότι καθώς συνδέθηκε με τη διεθνή ομόλογη θεματική, οδήγησε στην Ελλάδα, από τη δεκαετία του 1970 και μετά, σε μία γόνιμη δεξαμενή θεωρητικού, διεπιστημονικού διαλόγου. Αναβαθμίστηκε σχεδόν παράλληλα σε ηγεμονικό αναλυτικό σχήμα. Δεδομένο που συνδέθηκε ή καλλιέργησε τις πολιτικές και ιδεολογικές χρήσεις του εκσυγχρονιστικού φαινομένου – συμβάλλοντας αρκετές φορές στην ανιστορική και άνευ όρων υιοθέτηση του όρου, ως passe-partout ερμηνευτικού κλειδιού.

Στη συνέχεια, θα θέσω προς συζήτηση κάποια από τα σοβαρά μεθοδολογικά ζητήματα που εμβάλλουν στη μελέτη του περιεχομένου, καθώς και της ιστορικότητας του όρου εκσυγχρονισμός, στα χρόνια 1870-1920. Προκειμένου να αναδείξω πόσο ευρύχωρο, ευμετάβλητο και άρα εύπλαστο αναδεικνύεται το εκσυγχρονιστικό εγχείρημα μέσα από την ελληνική ιστορική εμπειρία. Και επομένως, πόσο ατίθασο προβάλλει απέναντι στις εκάστοτε ταξινομητικές περιχαρακώσεις και στις κανονιστικές ή ηθικού χαρακτήρα προ-δεσμεύσεις.

Μέσα από ποιο ευρύτερο πλαίσιο συστήνεται και ριζώνει ο Λόγος περί εκσυγχρονισμού στη δημόσια συζήτηση του ελληνικού 19ου αιώνα;

Όπως έχω υποστηρίξει και στη διδακτορική μου εργασία, το ηγεμονικό εθνικό ζήτημα ορίζεται, από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά, μέσα από δύο αλληλένδετες διαστάσεις: την επεκτατική ή αλυτρωτική και την εκσυγχρονιστική. Το ελληνικό εθνικό ζήτημα δεν είναι όμως τίποτε άλλο, παρά μία από τις πολλές εκβλαστήσεις του Ανατολικού Ζητήματος. Με άλλα λόγια, μέσα από τη αλληλεξάρτηση ανατολικού και ελληνικού εθνικού ζητήματος διαμεσολαβείται η σχέση του ελληνισμού με την Ευρώπη-Δύση. Επεκτατισμός και εκσυγχρονισμός αποτελούν σημαινόμενα του αυτού πολυώνυμου όρου, του «εκδυτικισμού», της «ευρωπαϊκότητας» προς την οποία (οφείλει να) τείνει η πορεία προόδου του ελληνικού εθνικού κράτους.

Ο εκσυγχρονισμός απαντά στον ελληνικό εθνικό-πολιτικό Λόγο με τρόπο διττό: ως διανοητική σταθερά ζυμώνει τη μυθοποιητική και εξιδανικευμένη σημασιοδότηση. Το αίτημα της προόδου χαίρει καθολικής αποδοχής, είναι συνώνυμο της «ευρωπαϊκότητας» και του «ανώτερου» πολιτισμού· η πρόοδος είναι μία έννοια που εμπνέει σε πανευρωπαϊκό επίπεδο τους ανθρώπους, τους κινητοποιεί, και συνδέεται εννοιολογικά με τους όρους της ανάπτυξης και της εξέλιξης· άρα, και με τις εξουσιαστικές στρατηγικές μετασχηματισμού των κοινωνιών. Ως πολιτικό εγχείρημα, ο εκσυγχρονισμός παραπέμπει στη βιωμένη εμπειρία και στην προσδοκία αντιστοίχησης του ιδανικού με το εφικτό: την πολιτική πρακτική. Προϋποθέτει έτσι τον τακτικό επαναπροσδιορισμό ρόλων –με κεντρικότερο αυτόν του κράτους–, ιεραρχήσεων και προτεραιοτήτων. Οι εκάστοτε απόπειρες μετάφρασης της μεταρρύθμισης σε πολιτικές πρακτικές αναδεικνύουν εντάσεις, ρήγματα καθώς και ηγεμονικούς ανταγωνισμούς αναφορικά με τα πεδία όπου δοκιμάζεται στην πράξη η διαδικασία «εκμοντερνισμού» – χάριν παραδείγματος, στρατός, παιδεία, οικονομία, διοίκηση. Αναδεικνύουν, την ίδια στιγμή, την ανάγκη νέων τεχνικών διακυβέρνησης, με κοινή συνισταμένη το αιτούμενο της αποτελεσματικής διαχείρισης. Με αποτέλεσμα, αφενός να αποκαλύπτεται τρωτός ο αρχικός, συναινετικός χαρακτήρας και η αλληλέγγυος μήτρα να μετασχηματίζεται σε ευμετάβλητη, προσωρινή και διάτρητη συνθήκη του συνανήκειν. Αφετέρου, να διατηρείται το αίτημα της αλλαγής, της προόδου ως μια αδιαμφισβήτητη ιδεολογική-πολιτική εκκρεμότητα. Αυτή η εκκρεμότητα είναι που τροφοδοτεί και διαμεσολαβείται στον Λόγο που συνυφαίνεται γύρω από την ιστορία των «ατελών», «ανολοκλήρωτων» ή «ματαιωμένων» μεταρρυθμίσεων. Ο οποίος Λόγος με τη σειρά του διασταυρώνεται, μέσα από το μεγάλο ερμηνευτικό σχήμα της κοινωνικής ασθένειας, με την κριτική ρητορεία που αναπτύσσεται όλο πιο δυναμικά στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, με άξονες την ελληνική «κακοδαιμονία» και «παθογένεια» του ελληνικού συστήματος. Η σφιχτή διαπλοκή των συμπληρωματικών αυτών Λόγων στη δημόσια-πολιτική συζήτηση, την οποία πολύ αδρά περιέγραψα πιο πάνω, ευθύνεται νομίζω για τις πλάνες που ελλοχεύουν, κατά την ερμηνεία των μεταρρυθμίσεων του 19ου αιώνα από τους σύγχρονους μελετητές: στον βαθμό που συχνά συγχέονται ή και ταυτίζονται οι επιμέρους διαδικασίες: ο εκσυγχρονισμός ως ιστορική, δυναμική επομένως ανοιχτή εμπειρία, με τον εκσυγχρονισμό ως αναλυτικό εργαλείο μιας προεξοφλημένης λίγο-πολύ μετάβασης ή μεταβάσεων και τέλος με τον θεωρούμενο «ατελή ή ανεπιτυχή» εκσυγχρονισμό ως συστατικό μέρος της διαχρονικής κριτικής αυτοεικόνας του ελληνικού έθνους-κράτους.

Καιρός όμως είναι να επικεντρωθούμε στους όρους, στις ίδιες τις λέξεις και να αφουγκραστούμε τα σημαινόμενα τους. Η λέξη «εκσυγχρονισμός» τίθεται σε εισαγωγικά ήδη από τον τίτλο του κειμένου, δεδομένου ότι σύμφωνα με τον Κουμανούδη ο όρος δεν χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Αντίθετα, από τις πρώτες δεκαετίες σύστασης του ελληνικού κράτους εισάγεται ο όρος «συγχρονισμός»: έννοια εμβληματική και περιέχουσα που υπογραμμίζει τη μέριμνα των κοινωνικών υποκειμένων να συγχρονιστεί το ελληνικό έθνος με τα άλλα πιο ανεπτυγμένα –πρότυπα– έθνη της εποχής. Δεν συμπεριλαμβάνει όμως τη συζήτηση που εμβάλλει στην ενδεδειγμένη διαδικασία για την επίτευξη του συγχρονισμού, και την οποία μοιάζει να υπηρετεί το πρόθεμα «εκ» που προστίθεται στην αρχική λέξη σαφώς αργότερα.

Η υπόθεσή μου ωστόσο είναι ότι μέσα από συνώνυμα ή παραπλήσιους όρους, που εντάσσονται στο ελληνικό πολιτικό λεξιλόγιο στα χρόνια 1870-1900, όπως μεταρρύθμιση, πρόοδος, ανόρθωση, αναμόρφωση, αναδημιούργηση, αναδιάπλαση, εξυγίανση, κάθαρση, ακόμα και επανάσταση, αποκτά νόημα και περιεχόμενο ο μεταγενέστερος όρος εκ-συγχρονισμός. Ας σταθούμε λίγο περισσότερο σε αυτές τους παραπλήσιες λέξεις, καθώς και στον τρόπο που προτείνω να τις ομαδοποιήσουμε με κριτήριο τις σημασίες και το συμβολικό φορτίο τους. Αναμόρφωση, αναδημιούργηση, ανόρθωση, ανάπλαση είναι έννοιες συναφείς που νοηματοδοτούν το πρόταγμα για αλλαγή στα συμφραζόμενα της μεταβατικής διάρκειας 1870-1920, υπογραμμίζοντας ωστόσο είτε την ανάγκη θεραπείας, αποκατάστασης των κακώς κειμένων, είτε την απαίτηση για ανόρθωση, βελτίωση των καλώς κειμένων: σε οποιαδήποτε εκδοχή ως εμβληματικά συνθήματα αντλούν νομιμοποίηση από το παρελθόν και παραπέμπουν σε μια κυκλική κατά κανόνα θεώρηση του χρόνου. Με αυτό το σκεπτικό, και ανάλογα με τον επιθετικό προσδιορισμό που συνοδεύει τα επίμαχα ουσιαστικά –π.χ. μερική, συνολική, ριζική, γενναία, ρηξικέλευθη–, τα υποκείμενα που τις χρησιμοποιούν αντιλαμβάνονται τον εκσυγχρονισμό και ως αμυντική υπεράσπιση/παλινόρθωση των κεκτημένων αλλαγών που φαίνεται να έχουν αδρανήσει ή καταστρατηγηθεί, αλλά και ως ευκαιρία για την περαιτέρω διεύρυνσή τους. Από την άλλη πλευρά, ο δημοφιλέστερος όρος μεταρρύθμιση προϋποθέτει σαφώς την αναγκαιότητα μια τομής ή και ρήξης με το παρελθόν, παραπέμπει σε μία γραμμική αντίληψη του χρόνου, σε μια σταθερή πορεία βελτιωτικών κινήσεων προς τη πρόοδο, προς τα μπρος. Ενέχει δηλαδή και το στοίχημα της διαμόρφωσης μιας παροντικής θέσης, κυρίως όμως περικλείει την προσδοκία της προοπτικής – όρος δάνειος από το εξωτερικό που εισέρχεται στο ελληνικό λεξιλόγιο τη δεκαετία του 1870 μέσω των θετικών επιστημών και των τεχνών. Η μετα-ρύθμιση ενδοβάλλει υπόρρητα και την έννοια της διαπραγμάτευσης, παραπέμποντας έτσι στο προσδοκώμενο προϊόν της: στους νέους συγκερασμούς ή στις επικείμενες, καινούριες συναινέσεις. Υπ’ αυτό το πρίσμα, όπως δεικνύει ανάγλυφα η συγκυρία 1897-1911, μεταρρύθμιση και επανάσταση –στο μέτρο που κινητοποιούν τα κοινωνικά υποκείμενα προς την κατεύθυνση της επείγουσας και ρηξικέλευθης δράσης, προϋποθέτουν δε ως προηγούμενα απαραίτητα στάδια την εξυγίανση του φθαρμένου παρελθόντος και παράλληλα την κάθαρση από τα «σάπια» στοιχεία του– φαίνεται να διαφοροποιούνται ελάχιστα μεταξύ τους. Και να μπορούν επομένως να χρησιμοποιηθούν ως εναλλακτικά προγράμματα αλλαγής, ως ένας ιδιότυπος συγκερασμός ρήξης και συνέχειας.

Από τη σχηματική αυτή περιδιάβαση στο πλαίσιο και στους όρους μπορούμε να αντλήσουμε νομίζω τις εξής παραγωγικές διαπιστώσεις: α) ο εκσυγχρονισμός αποτελεί μια έννοια-ομπρέλα, διαθέτει πολυσημία, πλαστικότητα και δυναμική, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα στα υποκείμενα να νοηματοδοτούν και να αντιστοιχίζουν το πρόταγμα της αλλαγής, σε διαφορετικούς χρόνους αλλά και κατά την ίδια περίοδο, με οποιονδήποτε από τους όρους/συνθήματα που προαναφέραμε – σε εξάρτηση βεβαίως με τα εκάστοτε συμφραζόμενα, τις ανάγκες, τις επιδιώξεις, τους φόβους και τις προσδοκίες τους. Η ίδια συνθήκη μας αναγκάζει εμάς, τους υποψιασμένους μελετητές του 19ου αιώνα, να προσεγγίζουμε τις μεταρρυθμίσεις ως ανοιχτές, κατεξοχήν μη συντελεσμένες διαδικασίες και όχι ως στάδια μιας προδιαγραμμένης πορείας προς την πρόοδο-υπόδειγμα. β) Η απόδοση εκ των υστέρων ενός πολιτικού/ιδεολογικού πρόσημου στην όποια εκσυγχρονιστική διαδικασία –εάν είναι δηλαδή συντηρητικής, προοδευτικής ή και ριζοσπαστικής κατεύθυνσης– καθίσταται εξαιρετικά προβληματική και ριψοκίνδυνη. Ακόμα πιο ξένη προς τη σύνθετη ιστορική εμπειρία φαντάζει η ταξινόμηση των κοινωνικών υποκειμένων –ατομικών και συλλογικών– σε αντιθετικά ζεύγη, σε υπερασπιστές δηλαδή και αρνητές του εκσυγχρονισμού, καθώς και κυρίως η αντιστοίχηση πολιτικών ταυτοτήτων και συμπεριφορών με καθέναν από τους δύο αντίπαλους χώρους. Αντιθέτως, σύμφωνα με το πολύσημο ιστορικό αποτύπωμα, στον ίδιο τον ευρύχωρο Λόγο περί εκσυγχρονισμού στεγάζονται, εκτός από τους ακραιφνείς οπαδούς ή εκείνους που ασκούν κριτική σε αλλαγές που αφορούν επιμέρους ζωτικούς χώρους ή συγκεκριμένο μοντέλο μεταβολής, όσοι συναποτελούν την ενδιάμεση, μαζικότερη κατηγορία: όσοι, δηλαδή, μήτε τάσσονται ανοιχτά ενάντια στις μεταρρυθμιστικές απόπειρες μήτε όμως συνηγορούν ευθαρσώς στην a priori υιοθέτηση και συνακόλουθα την ανεπιφύλακτη εφαρμογή τους. Η διάσταση αυτή μας επιτρέπει να μελετήσουμε το εκσυγχρονιστικό φαινόμενο ως μια αμοιβαία, προφανώς ιεραρχημένη, δυναμική διαλεκτική μεταξύ εξουσιαζόντων και εξουσιαζομένων. Πόσο μάλλον που, όπως αποκαλύπτει η ελληνική (και όχι μόνο) εμπειρία, οι μακρόσυρτες διαδικασίες εκσυγχρονισμού απελευθερώνουν ποικίλες διαδικασίες χειραφέτησης, των οποίων το πολιτικό πρόσημο αποδεικνύεται εξίσου δυσανάγνωστο μέσα από ένα προκάτ μοντέλο σύγχρονης ανάλυσης. γ) Τελευταία παρατήρηση, σχετική με τη χρήση ειρηνικών ή βίαιων μέσων, επιλογή που σύμφωνα με την πλειονότητα των ερευνητών, διαφοροποιεί τον Λόγο του εκσυγχρονισμού από αυτόν της επανάστασης. Εάν αποδεχτούμε ότι στο επίκεντρο της δημόσιας κριτικής ρητορείας βρίσκεται η αδυναμία υλοποίησης και δραστικότητας των εκάστοτε προτεινόμενων εκσυγχρονισμών, τότε οφείλουμε επίσης να αναγνωρίσουμε ότι, σύμφωνα με την ίδια επιχειρηματολογία, το επίμαχο αυτό έλλειμμα καλούνται να θεραπεύσουν οι εκάστοτε εξουσιαστικές ελίτ, χρησιμοποιώντας ένα πρόσφορο μείγμα αυταρχισμού και συναίνεσης, νομιμότητας και εκτροπής, ειρηνικών και βίαιων μέσων. Το ίδιο εξάλλου σενάριο μιας ριζικής, ταχείας, εφαρμόσιμης με κάθε κόστος ολικής μεταρρύθμισης προπαγανδίζεται ολοένα και περισσότερο από τον ελληνικό τύπο από τη δεκαετία του 1890 και μετά. Δεδομένο που μοιάζει να συντονίζεται αρμονικά με αντίστοιχα (ως προς τα προτεινόμενα μέσα) μεταρρυθμιστικά προγράμματα που προωθούνται «από τα κάτω», στο πλαίσιο της διαχείρισης του εκκρεμούς αιτήματος για εκσυγχρονισμό.

Υπ’ αυτό το πρίσμα, το Κίνημα του 1909 χαίρει καθολικής αποδοχής, ακριβώς γιατί πετυχαίνει να διαρρήξει το φράγμα της μη εφαρμοσιμότητας των προηγούμενων μεταρρυθμιστικών εγχειρημάτων. Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος, με πρόσφορα μέσα τη βία και συχνότερα την απειλή βίας, στο όνομα των ατελέσφορων ή και ανολοκλήρωτων μέχρι τώρα εκσυγχρονισμών, συντονίζεται με τις χειραφετικές τάσεις των μικροαστικών στρωμάτων και υλοποιεί μια σειρά από ζωτικές μεταρρυθμίσεις που κυρίως τον αφορούν. Ιδίως όμως πειραματίζεται και δοκιμάζει, μέχρι να παραδώσει τη σκυτάλη στην αναμορφωμένη πολιτική εξουσία, τις επιπτώσεις που θα προκαλούσε το δυνάμει σενάριο μιας μη συντελεσμένης ανατροπής: μιας επανάστασης ή μιας στρατιωτικής δικτατορίας. 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 14 (06.2014)