απουσία: μια πολιτική έννοια

 

Κείμενα, ποιήματα και διηγήματα για την έννοια του ανθρώπινου
υπό τη σκιά της απουσίας στον πολύ επίκαιρο συλλογικό τόμο
Απουσία των εκδόσεων Νήσος

Ειρήνη Αβραμοπούλου

 

Πώς σκιαγραφείται ο απών-παρών άνθρωπος στην τέχνη, στη φιλοσοφική σκέψη, στην ποιητική γραφή, στην αναπαράσταση και στη λογοτεχνία της καθημερινότητας; Πώς σχετίζεται και πώς διαπλέκεται η απουσία με τις τεχνικές και τις τεχνολογίες επικοινωνίας, με τους μηχανισμούς εξουσίας και με την ιστορικότητα μιας απώλειας που επαναληπτικά επανέρχεται αγγίζοντας όχι μόνο το συλλογικό ή μη υποκείμενο, αλλά και το ίδιο το σώμα ή ακόμα και αυτό που ο Merleau-Ponty αποκαλεί σάρκα; Τι συναισθήματα προκαλεί η απούσα παρουσία, αλλά και πώς κλονίζει τους δυϊσμούς της σκέψης, τις ενσώματες βεβαιότητες και τη συγκρότηση της ετερότητας; Εντέλει, πώς μπορεί να μιλήσει κάποιος/-α για όλα αυτά, να στοχαστεί ως προς τις διαφορετικές πτυχές της απουσίας, να αφουγκραστεί τους ήχους της, να ζωγραφίσει τα χρώματά της, αν υπάρχουν;

Με τρόπο που εγείρει πάνω απ’ όλα κάτι από τις αισθήσεις, το βιβλίο Απουσία (επιμ. Φαίη Ζήκα, Λουΐζα Καραπιδάκη, Κωνσταντίνα Κατρακάζου και Θανάσης Χατζόπουλος, νήσος, Αθήνα 2013) αγγίζει τα παραπάνω ερωτήματα μετατρέποντάς τα σε προβληματισμούς αναπαράστασης, γραφής και εικόνας, που ακολουθούν διαφορετικές διαδρομές προκειμένου να ερμηνεύσουν ή ακόμα και να αποδομήσουν τη σχέση που δημιουργείται μεταξύ παρουσίας και απουσίας.

Ο απών-παρών άνθρωπος, αυτή η απούσα παρουσία, απασχολεί την καλλιτεχνική σκέψη και ευαισθησία της ζωγράφου Κωνσταντίνας Κατρακάζου και αποτελεί εφαλτήριο για την τριλογία του έργου της, ένα έργο που μας προκαλεί να στοχαστούμε μαζί του για το τι χάνεται όταν οι άνθρωποι μετατρέπονται σε σκιές, όταν ο μονόλογος δεν οδηγεί στον διάλογο, όταν τα λόγια μετατρέπονται σε άλογους ήχους. Τόσο μέσα από τις σκιές όσο και με τα βίντεο που χρησιμοποιεί στο έργο της η Κατρακάζου απεικονίζει την έλλειψη της ανθρώπινης παρουσίας, ενώ στους χωροχρόνους που μας ταξιδεύει υφέρπει το αίσθημα του κενού, αλλά και «μιας αναμονής ενός υποκειμένου που επιμένει να διαφεύγει» όπως αναλύει και η Λουΐζα Καραπιδάκη στον συλλογικό αυτό τόμο (σ. 17).

Στο κείμενο αυτό, θα ήθελα να σταθώ λίγο πάνω σε αυτή την έννοια της «αναμονής» αλλά και του «υποκειμένου που επιμένει να διαφεύγει» περιπλέκοντας κάπως τους όρους με τους οποίους μπορούμε να σκεφτούμε τόσο αυτή την ανθρώπινη κατάσταση ή εμπειρία όσο και την ίδια την έννοια του ανθρώπινου υπό τη σκιά της απουσίας – έννοιες που μέσα από τα κείμενα, τα ποιήματα και τα διηγήματα αυτού του τόμου σκιαγραφούνται πράγματι στην περιπλοκότητά τους.

Κατ’ αρχάς, δεν είναι τυχαίο που το βιβλίο αυτό μας προτρέπει να σκεφτούμε την απουσία κυρίως ως το σκοτεινό κομμάτι της ζωής εκείνης που επιβιώνει υπό το φως ως μια σκιά, εφόσον στο απόλυτο σκοτάδι δεν υπάρχουν σκιές, όπως εύστοχα αναλύει η Φαίη Ζήκα στο κείμενό της. Αλλά εάν η απουσία ενέχει τη δυνατότητα να μας θυμίζει αυτό που βρίσκεται στη σκιά, και άρα αυτό που είναι απόν με τρόπο υλικό, σωματικό, υπαρξιακό ή φαινομενολογικό, τότε η ίδια η έννοια της απουσίας δεν μπορεί παρά να είναι μια βαθιά πολιτική έννοια. Έρχεται, δηλαδή, να μας θυμίσει να μην ξεχνάμε τις ζωές εκείνες που ζουν κάτω από αυτό που η Hannah Arendt έχει αποκαλέσει «σκιαρές οδούς της δημόσιας ζωής μας», ζωές στις οποίες δεν τους αναγνωρίζεται η ιδιότητα του πολίτη αλλά ούτε και αυτή του ανθρώπου, ζωές που ζουν και επιβιώνουν σε μια συνθήκη εξαίρεσης της οποίας η επαναληπτικότητα μετατρέπεται καθημερινά σε κανόνα. Ζωές που τελικά ενσωματώνουν την ιστορικότητα της βίαιης καταδίωξης, της κοινωνικής αστυνόμευσης, αλλά και της μοναξιάς, της απομόνωσης, της απώλειας: όπως οι πρόσφυγες, οι μετανάστες, οι εξόριστοι, οι τσιγγάνοι, οι μουσουλμάνοι, οι ομοφυλόφιλοι, οι ανάπηροι και τόσο πολλοί άλλοι.

Επομένως, εδώ αξίζει να αναρωτηθεί κανείς όχι μόνο γιατί οι άνθρωποι δεν καταφέρνουν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, ακόμα κι αν προσπαθούν, όπως αισθαντικά μεταφέρεται σε ένα κομμάτι του έργου της Κατρακάζου, αλλά ακόμα περισσότερο ποιες μπορεί να είναι οι δομικές εκείνες συνθήκες που διαμεσολαβούν την απουσία αλλά και την επιθυμία στην ύπαρξη και στη συνύπαρξη, τη στιγμή που κάποιοι καταδικάζονται συνεχώς σε «απλές σκιές της δημόσιας ζωής» ή σε «ζωές μη διανοητές», όπως τις έχει αποκαλέσει η Judith Butler.

Αυτή την αιχμηρή ανάδειξη της απουσίας κάποιων από τη σφαίρα της δημόσιας ζωής, ή αλλιώς την απορία τής εν ζωή θανάτωσης, αναλύει διεισδυτικά το κείμενο της Δήμητρας Μακρυνιώτη προκειμένου να εξηγήσει πώς η απουσία διαποτίζεται από κυρίαρχα καθεστώτα, κανονιστικούς μηχανισμούς ελέγχου και σχέσεις εξουσίας που φέρουν το σώμα, πάνω απ’ όλα, αντιμέτωπο με μια σύγχρονη πολιτική συνθήκη που συνεχίζει να παράγει και να διαχειρίζεται την καταστολή, την καταδίωξη, τον εκτοπισμό – ορίζοντας κάποιες ζωές ως αναλώσιμες και κάποιους θανάτους ως μη πενθήσιμους. Με άλλα λόγια, αυτό που πολύ εύστοχα αναλύει η Δήμητρα Μακρυνιώτη ως εν ζωή θανάτωση, αλλά και η «συμβολική γυμνότητα» για την οποία μιλά στο έργο της η Hannah Arendt και που αναλύεται εξαιρετικά στο κείμενο του Ηλία Παπαγιαννόπουλου, ή αυτό που θα ονομάσει «γυμνή ζωή» ο Giorgio Agamben, –αυτές οι οριακές ζωές– έρχονται να μας θυμίσουν ότι η ηθική αναμέτρησή μας με τα όρια της ευθύνης μας απέναντι στην απουσία (κάποιων), καλλιτεχνικά, πολιτικά και ακαδημαϊκά, θα πρέπει να βρίσκεται συνεχώς σε εκκρεμότητα. Εξάλλου, όπως λέει η Δήμητρα Μακρυνιώτη, όλοι/-ες μας φλερτάρουμε με αυτά τα όρια άμεσα ή έμμεσα, έγκαιρα ή δυνάμει, ειδικά μάλιστα όταν η απουσία εύκολα μπορεί να μεταφραστεί σε (προσωπική ή συλλογική) απώλεια και τραύμα. Ακόμα περισσότερο όμως, οι οριακές αυτές ζωές έρχονται να μας θυμίσουν ότι και η αναζήτηση ενός λόγου για να γράψουμε, να αφηγηθούμε ή να αναπαραστήσουμε την ιστορία μιας απουσίας, της απουσίας του Άλλου, είναι και η ίδια οριακή, βρίσκεται σε συνεχή εκκρεμότητα ή αλλιώς είναι εν αναμονή.

Όμως, τι είδους αναμονή λόγου μπορεί να είναι αυτή, ειδικά όταν η ίδια η απουσία διαχέεται από την αρνητικότητα που τη συγκροτεί, ενώ ταυτόχρονα η επιθυμία για παρουσία, που αναπόφευκτα δημιουργείται, δεν μπορεί παρά να έρχεται κι αυτή αντιμέτωπη με την ιστορικότητα μιας βίας που συνεχίζει, με διαφορετικούς τρόπους, να στοιχειώνει το παρόν, το πολιτικό μας παρόν, την παρουσία όλων μας. Με άλλα λόγια, τι είδους αρνητικότητα είναι αυτή που συγκροτεί την απουσία και που ταυτόχρονα κινητοποιεί την προσδοκία ή την επιθυμία για επιστροφή στην παρουσία; Μπορεί άραγε μέσα από αυτή τη διαδρομή η επιθυμία για παρουσία να παραμένει αλώβητη ως προς το θετικό της πρόσημο; Πιο απλά, σε ποιο πολιτικό παρόν μπορεί να αναμένουμε να επιστρέψουμε; Και πώς μπορούμε να γράψουμε γι’ αυτό;

Όπως εύστοχα επισημαίνει η Λουΐζα Καραπιδάκη στο κείμενό της για το έργο της Κωνσταντίνας Κατρακάζου, μέσα σε όλες αυτές τις «σκιαρές οδούς» υπάρχει έντονα και μια επιθυμία για επιστροφή: «σε μια συν-ομιλία, σε έναν αμφίδρομο και ουσιαστικό λόγοπου θα επιτρέψει να εξελιχθεί η ζωή» (σ. 27). Αλλά η ίδια η έννοια της ζωής έχει ήδη εμποτιστεί από «μακρές σειρές απόντων» μας θυμίζει το κείμενο του Κ.Ε. Καραπιδάκη. Και το σώμα δίνει τη δική του μαρτυρία εδώ, όπως και μέσα από την αφήγηση και τη φωνή του Γιάννη Κατρακάζου που μεταφέρει εμπειρίες πολέμου.

 

«Όταν βγήκαμε έξω... γιατί εμείς λιμάνι δεν είχαμε... εμείς με μαούνες πηγαίναμε απάνω στα βαπόρια και με μαούνες φεύγαμε από το βαπόρι και πηγαίναμε στο λιμάνι...» μας αφηγείται.

«Όταν βγήκαμε όμως στο... στο λιμάνι, εγώ κοίταζα μήπως έρθουν και οι δικοί μου γονείς... γιατί περιμένανε... άλλοι αγκαλιές και τέτοια... εγώ δεν είδα κανέναν και το βάζω στα πόδια» μας λέει.

Εφτά χιλιόμετρα περπάτησε για να φτάσει στο εξοχικό που μέναν οι γονείς του.

«Άμα πήγα στο εξοχικό, τους βρήκα και κοιμόντανε όλοι. Λέω, δεν το μάθανε ότι θα ’ρθούμε; Τους ξυπνάω και άμα με είδανε, βέβαια χαρήκανε αλλά πώς χαρήκανε; Δεν ξέρω κι εγώ. Πάντως μία φορά χαρήκανε. Είχανε φάει αυτοί και λέει δεν σε περιμέναμε, εμείς φάγαμε τώρα... ε... φάγανε... φάγανε, θα βρεθεί και εγώ να φάω κάτι... όχι και τόσο, όχι και τόσο, δεν χαρήκανε και τόσο πολύ. Τόσο ρε παιδάκι μου όπως σας το λέω δεν χαρήκανε πολύ». (σ. 181)

 

Το σώμα που πεινάει για ανθρώπινη επαφή και επικοινωνία δίνει εδώ τη δική του μαρτυρία μέσα από λόγια που μονολογούν, «θα βρεθεί και εγώ να φάω κάτι».

«[...] Η μαρτυρία» όπως γράφει ο Derrida, «δεν είναι εξ ολοκλήρου και κατ’ ανάγκην συλλογιστική, γλωσσική. Ενίοτε είναι σιωπηλή και θα πρέπει να κινητοποιεί κάτι από το σώμα, το οποίο δεν έχει δικαίωμα στην ομιλία» (Πέραν του κοσμοπολιτισμού, Κριτική, Αθήνα 2003, σ. 232). «Τόσο ρε παιδάκι μου όπως σας το λέω δεν χαρήκανε πολύ» αφηγείται ο Γιάννης Κατρακάζος σε έναν μονόλογο αφήγησης που δεν αγγίζει μόνο εμάς αλλά και κάτι από την ίδια μας τη σάρκα. Αλλά «η σάρκα δεν είναι ύλη, ούτε καν οργανική μεμβράνη η οποία υποβαστάζει το είναι. Αποτελεί τον τόπο του εν δυνάμει, όπου αισθανόμενο και αισθητό, άνθρωπος και κόσμος διασταυρώνονται» (σ. 66) εξηγεί η Αλεξάνδρα Μουρίκη σε ένα κείμενο που ακολουθεί την ανάλυση του Merleau-Ponty για τον οποίο «ούτε η απουσία νοείται ως καθαρή άρνηση ούτε η παρουσία ταυτίζεται με την απόλυτη θετικότητα του όντος» (σ. 63). Εκεί, λοιπόν, πάνω στη διαπλοκή τους, είναι που ο Θανάσης Χατζόπουλος θα αναφερθεί στην κάθε απουσία ως «εν δυνάμει ζείδωρος και ζωογόνος», ως μια διάβαση που «μπορεί να είναι δύσκολη ή δύσβατη αλλά συχνά αυτή δίνει ζωή και πέρασμα στη ζωή» (σ. 86).

Πράγματι, η έννοια της απουσίας δεν είναι μόνο ή απλώς αρνητική και το κείμενο της Καραπιδάκη αναλύει τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους στην τέχνη η απουσία ρεαλιστικής απόδοσης της φόρμας, του χρώματος και της εικόνας οδήγησε σε καινοτομίες και συνδέθηκε με την ανατροπή των κανόνων αναπαράστασης, συνδυάζοντας τις αλλαγές στην τέχνη με τις κοινωνικές αλλαγές και ασκώντας κριτική στα ήθη της εποχής. Ταράζει τα ήθη της εποχής η απουσία, σε έναν τόπο δυνάμει, μέσα από έναν λόγο που δίνει πέρασμα στη ζωή. Αλλά και η ίδια η φωνή που εισάγει δυνητικά την απουσία, την έλλειψη, το κενό, την ετερότητα, μετατρέπεται και αυτή σε πεδίο αμφισημίας και διατάραξης των βεβαιοτήτων της παρουσίας, μας εξηγεί το εξαιρετικό κείμενο του Πάνου Πανόπουλου (σ. 158).

Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, εδώ ότι η απουσία πέρα από μία έννοια που δίνει αφορμή για φιλοσοφικούς και ποιητικούς στοχασμούς πάνω στο αρνητικό, διατηρεί ταυτόχρονα και μία ανησυχητική σχέση με την ανατροπή, με την επιθυμία για μία δυνάμει ανατροπή, για μία άλλη ύπαρξη ή παρούσα ζωή (εν αναμονή). Η απουσία επομένως δεν είναι απλώς ή μόνο αρνητική, αλλά μετατρέπεται, έτσι, σε μία κριτική αρνητικότητα που αντηχεί την επιθυμία να δημιουργηθούν οδοί επικοινωνίας, συνομιλίας και συνύπαρξης μεταξύ όλων εκείνων που δεν μπορούν να επικοινωνήσουν το τι σημαίνει, έστω εμπρόθετα, να καταστήσεις τον εαυτό σου απόντα (στο πολιτικό παρόν), «υποκειμένων που συνεχίζουν να διαφεύγουν». Από τι άραγε;

Και εντέλει αναρωτιέμαι ακολουθώντας και παρακολουθώντας τους διαφορετικούς στοχασμούς ως προς την απουσία που συγκεντρώνει στις σελίδες του το πλούσιο αυτό βιβλίο: θα μπορούσε άραγε κανείς να σκεφτεί την απουσία και ως μία κριτική στάση ζωής ή αλλιώς ως μία συνεχή εξάσκηση του λόγου, του νου, αλλά και των αισθήσεων, στο πώς να μην παραδοθεί ο (υπό σκιά) εαυτός στην απουσία (στην υφαπαργή ουσιαστικά της παρουσίας του), αλλά και ταυτόχρονα στο πώς να επιμένει να αντιστέκεται στους κινδύνους της μετάφρασης της ανθρώπινης ύπαρξης στη γλώσσα του πολέμου, της εν ζωή θανάτωσης, της απομόνωσης, της κανονικοποίησης; Οι παρουσίες «υποκειμένων που συνεχίζουν να διαφεύγουν», μπορεί εντέλει να αποτελέσουν και μια δημόσια κατάθεση πένθους, μια δημόσια μαρτυρία διαμαρτυρίας εναντίον των συνθηκών εκείνων που μεταφέρουν κάποιες ζωές στη σκιά της δημόσιας ζωής, που κάνουν κάποιους να νιώθουν τη ζωή αβίωτη, που θέτουν όρια στον ορισμό του ανθρώπινου, που καθιστούν κάποιες ανθρώπινες ζωές μη διανοητές.

«Δεν μας έχετε ξεφορτωθεί ακόμα. Δεν έχουμε γλιστρήσει σιωπηλά στη σκιά της δημόσιας ζωής: δεν έχουμε γίνει η εκτυφλωτική απουσία που δομεί τη δημόσια ζωή σας», γράφει η Butler (Athena Athanasiou και Judith Butler, Dispossession: The Performative in the Political, Polity Press, Καίμπριτζ 2013, σ. 196), στα βήματα της Arendt. Εδώ μπορεί κανείς να σκεφτεί την πολιτική σημασία αυτής της κραυγής ενόψει της κρίσιμης πολιτικής συνθήκης που ζούμε τις μέρες αυτές στην Ελλάδα των πολλαπλών κρίσεων. Κατά τη γνώμη μου, το βιβλίο Απουσία έρχεται να καταστήσει παρούσα μία τέτοια δημιουργική και κριτική πτυχή της ανθρώπινης επιθυμίας να μεταδώσει μια απώλεια και μαζί μ’ αυτήν και μια υπόσχεση. Πάνω απ’ όλα μια υπόσχεση, ή αλλιώς ελπίδα, που γεννάται όταν συναντιέται η καλλιτεχνική έκφραση, η συγγραφική δημιουργία, ο φιλοσοφικός αναστοχασμός, η ποιητική τέχνη του λόγου. Στην Απουσία η συνάντηση αυτή δεν είναι τυχαία. 

 files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 23 (03.2015)