ο πόλεμος των πιάστρων

 

Αμηχανία στον τουρκικό λαό προκαλεί η ανοιχτή σύγκρουση ανάμεσα
στην κυβέρνηση και την οργάνωση του ιεροδιδασκάλου Fethullah Gülen

 

Βαγγέλης Κεχριώτης

 

Η επιχείρηση της αστυνομίας που οδήγησε σε αθρόες συλλήψεις στις 17 Δεκεμβρίου έφερε στο φως αυτό που όλοι ήξεραν, αλλά κανείς από τους εμπλεκομένους δεν ήθελε να αποδεχθεί ώς τότε: τον πόλεμο ανάμεσα στην κυβέρνηση και την οργάνωση του ιεροδιδασκάλου Fethullah Gülen (ο όρος χότζας που χρησιμοποιούν τα ελληνικά Μ.Μ.Ε. ακούγεται περιπαικτικός). Δεν πρόκειται επομένως μόνο για διαφθορά, υπεξαίρεση χρήματος, κατάχρηση εξουσίας. Η κρίσιμη πτυχή αυτής της υπόθεσης είναι πως οι διευθυντές της αστυνομίας που διέταξαν τις έρευνες και τις συλλήψεις όχι μόνο δεν ενημέρωσαν τον υπουργό Εσωτερικών, του οποίου εξάλλου ο γιος ήταν ένας από τους συλληφθέντες, αλλά ενδεχομένως ούτε και τον γενικό διευθυντή Ασφάλειας της Πόλης. Ο τελευταίος αποπέμφθηκε, αφού θεωρήθηκε υπεύθυνος για μια επιχείρηση που η κυβέρνηση και οι φίλα προσκείμενοι δημοσιογράφοι και αναλυτές χαρακτηρίζουν «θεσμικό πραξικόπημα».

Για τα εκατομμύρια μέσα σε κουτιά από παπούτσια, τις χρηματομηχανές και τις καταγραφές συνομιλιών έχουν ήδη γίνει πλούσιες αναλύσεις. Στο κείμενο αυτό θα αναφερθώ ειδικά στην οργάνωση του Gülen προκειμένου να γίνει περισσότερο κατανοητή η πορεία που οδήγησε στη σημερινή κρίση. Πρόκειται για μια οικονομική και πολιτιστική δύναμη που συντηρεί σχολεία αλλά και πανεπιστήμια σε δεκάδες χώρες σε πολλές ηπείρους, υποστηρίζεται από επιχειρηματίες στην Τουρκία αλλά και στο εξωτερικό, και ασκεί μεγάλη επίδραση σε μεγάλο αριθμό πιστών μουσουλμάνων. Η οργάνωση αυτοαποκαλείται Hizmet («Προσφορά»), ωστόσο είναι γνωστή απλώς ως «Cemaat» («Κοινότητα» ή «Οργάνωση»). Οι δύο εφημερίδες που συνδέονται άμεσα με αυτήν είναι η τουρκόφωνη Zaman («Χρόνος») και η αγγλόφωνη TodayZaman. Είχα ακούσει και παλιότερα για το δίκτυο της «Οργάνωσης». Η πρώτη φορά ωστόσο που απέκτησα ίδια γνώση της δράσης της ήταν όταν άρχισα να διδάσκω υποχρεωτικά μαθήματα εξαμήνου στο τμήμα Ιστορίας στο Boğaziçi, το 2006. Έμαθα, λοιπόν, πως η «Οργάνωση» παρέχει δωρεάν φοιτητικές εστίες σε φοιτητές, αλλά κυρίως φοιτήτριες που έρχονται από την επαρχία, κοπέλες με μαντίλα που οι οικογένειές τους, συντηρητικές και θρησκευόμενες, θα αισθάνονταν πιο άνετα αν τα κορίτσια τους βρίσκονταν σε ένα προστατευμένο περιβάλλον, όπου παρεχόταν και ηθική καθοδήγηση από μεγαλύτερες σε έτος φοιτήτριες. Θυμάμαι κάποιες φορές που τις έβλεπα να καταφθάνουν με ειδικά ναυλωμένο λεωφορειάκι, να κατεβαίνουν, και στη συνέχεια στην είσοδο του πανεπιστημίου να είναι υποχρεωμένες να φορούν περουκίνι ή να βγάζουν τη μαντίλα για να συνεχίσουν. Ζωή γεμάτη περιορισμούς εκατέρωθεν. Πάντως, φαίνεται πως πρόκειται για σημαντική προσφορά της «Οργάνωσης».

Όταν άρχισα να διαβάζω τουρκικές εφημερίδες, υπήρξαν φορές που αγόραζα τη Zaman τις Κυριακές για να έχω μια εικόνα για τις απόψεις της ισλαμικής Δεξιάς. Κατά γενική ομολογία, πρόκειται για την πιο σοβαρή εφημερίδα σε αυτόν τον χώρο, που μπορεί να συγκριθεί με αυτό που ήταν κάποτε η Καθημερινή. Μεταξύ άλλων, γράφει σε αυτήν και ο Ηρακλής Μήλλας κάθε βδομάδα. Δεν φανταζόμουν όμως πως θα είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τον χώρο αυτό από κοντά. Τον Ιούνιο του 2011 συμμετείχα σε ένα διήμερο που διοργάνωσε σε ένα από τα καλά ξενοδοχεία στις όχθες της λίμνης Άμπαντ, κοντά στην Άγκυρα, η «Πλατφόρμα Άμπαντ», ένας όμιλος προβληματισμού που έχει ιδρυθεί από το Ίδρυμα Δημοσιογράφων και Συγγραφέων που πρόσκειται στην «Οργάνωση». Η πρόσκληση αρχικά ήταν για ένα διήμερο με θέμα «Δουλεύοντας ως ξένος στην Τουρκία», τίτλο που θύμιζε, καθώς φαίνεται, και στους ίδιους την εμπειρία των γκασταρμπάιτερ στη Γερμανία, και γι’ αυτό τελικά, όταν φτάσαμε εκεί, ανακαλύψαμε πως τον είχαν αντικαταστήσει με το «Διαφορετικές φωνές στην Τουρκία». Ήταν η εποχή που βρισκόταν στη φυλακή η συνάδελφος πολιτική επιστήμονας Büşra Ersanlı, ο εκδότης και ακτιβιστής Ragıp Zarakolu που είχα γνωρίσει από κοντά, μια φοιτήτρια από το τμήμα μας, η Şeyma Özcan, που μεταξύ εκατοντάδων άλλων φοιτητών σάπιζαν στις φυλακές για ψύλλου πήδημα. Ήταν η εποχή που η δίκη για τη δολοφονία του Hrant Dink είχε ολοκληρωθεί με μια γελοία απόφαση που υποστήριζε πως δεν υπήρχε οργανωμένη συμμορία. Ήταν η εποχή, τέλος, που η Γαλλική Εθνοσυνέλευση είχε ψηφίσει το νομοσχέδιο για τη μετατροπή της άρνησης της αρμενικής γενοκτονίας σε ποινικό αδίκημα, το οποίο είχε ξεσηκώσει θύελλα στην Τουρκία. Ήμουν προκατειλημμένος εναντίον της «Οργάνωσης», αλλά αποφάσισα να αποδεχθώ την πρόταση, γιατί θεώρησα πιο σημαντικό να βρω το κουράγιο να καταγγείλω όλες αυτές τις πρακτικές σε ένα φόρουμ με ευρεία απήχηση και επίσης γιατί μου φαινόταν περίεργο που πρόεδρος του ιδρύματος ήταν ένας άλλος αγαπητός συνάδελφος πολιτικός επιστήμονας, ο Levent Köker. Εκεί έμαθα πως αυτός είχε διαδεχθεί έναν από τους πιο σημαντικούς –αριστερούς– ιστορικούς της σύγχρονης Τουρκίας, τον Mete Tuncay, συμφοιτητή και φίλο του Κώστα Σημίτη. Μαζί με δύο συναδέλφους, έναν Ιταλό κι έναν Γερμανό, πήραμε λοιπόν τον λόγο και αρχίσαμε να καταγγέλλουμε, θεωρώντας πως απευθυνόμαστε σε φερέφωνα της κυβέρνησης. Όταν τελειώσαμε, ήμουν βέβαιος πως είχε προκληθεί σκάνδαλο, η συνέχεια όμως με διέψευσε. Δημοσιογράφοι της Zaman, αλλά κυρίως της TodaysZaman, όχι μόνο δεν μας αντέκρουσαν αλλά υπερθεμάτισαν και εξαπέλυσαν ακόμη πιο σκληρή επίθεση εναντίον της κυβέρνησης, και για θέματα που εμείς δεν ξέραμε καλά, τους Αλεβίτες, τις διαπραγματεύσεις με την Ευρώπη, το Κουρδικό. Πολλοί μας πλησίασαν, μας έδωσαν τις κάρτες τους και μας έπιασαν την κουβέντα. Μετά από ένα προσωρινό αίσθημα μεγάλης ικανοποίησης, δεν άργησα να καταλάβω, καθώς έφευγα από το ελβετικής ομορφιάς τοπίο στις όχθες της λίμνης, ότι, όπως εξελίχτηκε η συνάντηση, μάλλον τους είχαμε «προσφέρει» εμείς τις υπηρεσίες μας.

Πέρσι το καλοκαίρι, λίγες βδομάδες αφότου η αστυνομία διέλυσε την κατάληψη στο Γκεζί, η ίδια οργάνωση μας κάλεσε για το παραδοσιακό δείπνο μετά το τέλος της νηστείας, σε ένα πανέμορφο γιαλί που ανήκε σε έναν Οθωμανό πασά, στις όχθες του Βοσπόρου, εκεί όπου βρίσκονται τα γραφεία τους. Αποφάσισα και πάλι να πάω, λίγο από περιέργεια, λίγο από θυμό, και πάντα έτοιμος να καταγγείλω. Ο σκοπός της πρόσκλησης έγινε σαφής με το που μας υποδέχτηκαν στην πόρτα, τους πανεπιστημιακούς εμάς και έναν-δυο επιχειρηματίες. Πριν προλάβω να ανοίξω το στόμα μου αυτή τη φορά, άκουσα από μεγαλοδημοσιογράφους κριτική προς την κυβέρνηση που ξεπερνούσε και τις πιο ακραίες προσδοκίες μου. Ήταν σαφές πως η «Οργάνωση» είχε ξεγράψει τον Erdoğan και ήταν σε αναζήτηση νέου ηγέτη. Δεν άνοιγαν φυσικά τα χαρτιά τους αλλά όλοι καταλάβαμε ότι επρόκειτο σύντομα να υπάρξουν εξελίξεις. Δεν χρειάζεται να σημειώσω με πόση πηγαία ευγένεια μας περιποιήθηκαν κάθε φορά, αλλά και πόσο προφανές ήταν πως ανήκαμε σε διαφορετικούς κόσμους. Φαινόταν σαν ένα πείραμα, που δεν νομίζω πως στέφθηκε με επιτυχία. Υποθέτω πως τέτοια πειράματα έχουν γίνουν πάμπολλα τα τελευταία χρόνια.

Η «Οργάνωση» εδώ και χρόνια ήταν δυσαρεστημένη με την πολιτική της κυβέρνησης, κατά δήλωση όσων πρόσκεινται σε αυτήν, επειδή η τελευταία είχε πια απολέσει τον μεταρρυθμιστικό και φιλελεύθερο χαρακτήρα της. Περί αυτού δεν χωρεί αμφιβολία. Είναι όμως εξίσου αλήθεια πως τόσα χρόνια η «Οργάνωση» είχε χρησιμοποιήσει τη δημοφιλία του Erdoğan και είχε εδραιώσει πολλά στελέχη της σε δήμους, κρατικές υπηρεσίες, στην αστυνομία, στο δικαστικό σώμα. Η κυριαρχία της «Οργάνωσης» στην αστυνομία, στην οποία η κυβέρνηση στηρίχτηκε στη μάχη εναντίον του στρατού, θεωρούνταν δεδομένη. Πολλοί θεωρούν βέβαιο πως τα CD και τα έγγραφα σε πακέτα που έφταναν στη φιλελεύθερη αριστερή Taraf, που όπως αποδείχθηκε έπαιξε επίσης το παιχνίδι της κυβέρνησης, τα διοχέτευαν παράγοντες μέσα από την «Οργάνωση» η οποία είχε παντού πλοκάμια. Έτσι στοιχειοθετήθηκαν οι κατηγορίες για τις υποθέσεις «Εργκενεκόν» και «Βαριοπούλα».

Όλα πήγαιναν σχετικά καλά, μέχρι την επίθεση των Ισραηλινών κομάντο στο «Mavi Marmara». Ο Gülen, ένας άνθρωπος ταπεινής καταγωγής από το Ερζερούμ στα βάθη της Ανατολίας, που ζει αυτοεξόριστος από το 1999 στην Πενσυλβάνια, συνδυάζει την ευσέβεια του μουσουλμάνου με έναν κλασικού τύπου τουρκικό εθνικισμό, που μεταξύ άλλων είναι βαθιά αντιαραβικός και έντονα φιλοδυτικός. Είχε διαφωνήσει έντονα με την αντιισραηλινή πολιτική του Erdoğan, θεωρώντας πως έπρεπε η αποστολή να μη γίνει χωρίς την άδεια του Ισραήλ. Στη συνέχεια, όταν ξέσπασαν οι εξεγέρσεις που τότε αποκαλούσαμε «Αραβική Άνοιξη» και ο Τούρκος πρωθυπουργός άρχισε να φιγουράρει ως προστάτης των Αράβων, ο Gülen ενοχλήθηκε ακόμη περισσότερο. Το τελικό χτύπημα έφερε ο πόλεμος στη Συρία και η πολιτική της κυβέρνησης που έχει καταλήξει σε πλήρη αποτυχία, με την Τουρκία να φέρεται ούτε λίγο ούτε πολύ πως συνδράμει την Al Kayda. Όλες οι παραπάνω απόψεις βεβαίως, αν και εκφράζονταν από τις στήλες της Zaman, δεν είχαν γίνει ποτέ αντικείμενο δημόσιων δηλώσεων εκ μέρους του αυτοεξόριστου ιεροδιδασκάλου. Όλα αυτά ώς το Γκεζί.

Είχα γράψει τότε πως η εξέγερση στο Γκεζί τα άλλαξε όλα. Έξι μήνες μετά αποδεικνύεται πως είναι ακριβώς έτσι. Ήδη τότε η δημόσια δήλωση που είχε κάνει ο αυτοεξόριστος ηγέτης έριχνε μεγάλο μέρος της ευθύνης στην κυβέρνηση, η οποία φυσικά το σημείωσε. Πολύ σύντομα άρχισαν να κυκλοφορούν σενάρια πως την εξέγερση την προκάλεσε η «Οργάνωση» που ελέγχει την αστυνομία, η οποία έστειλε εκτός πόλης τις τοπικές διμοιρίες των Μ.Α.Τ. και τις αντικατέστησε με άλλες που έφερε από τα νοτιοανατολικά, έμπειρες στις οδομαχίες εναντίον των Κούρδων, και με εντολές να χρησιμοποιήσουν ασύμμετρη βία, έτσι ώστε να εξαγριώσουν τον κόσμο, όπερ και εγένετο. Έκτοτε, μαθαίναμε πως ξηλώνονταν στελέχη της «Οργάνωσης» από τους δήμους και από την αστυνομία. Και πάλι, ο εμφύλιος αυτός πόλεμος ήταν ψυχρός, έως ότου η κυβέρνηση αποφάσισε να καταφέρει το καίριο χτύπημα και να θέσει υπό κρατικό έλεγχο τα χιλιάδες φροντιστήρια μέσης εκπαίδευσης, πάρα πολλά από τα οποία ανήκουν στην «Οργάνωση» της οποίας αποτελούν οικονομικό πνεύμονα αλλά και μοχλό προπαγάνδας. Αν συνδυάσουμε την παράνοια που έχει κυριεύσει την κυβέρνηση αλλά και τον φιλοκυβερνητικό τύπο, δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί αυτό που συμβαίνει τις τελευταίες μέρες χαρακτηρίζεται ως πραξικόπημα της «Οργάνωσης» μεθοδευμένο από τις Η.Π.Α., όπου ζει ο ηγέτης της, και το Ισραήλ, προς το οποίο τρέφει συμπάθεια. Αυτό που ενόχλησε, λένε, και τους δύο είναι οι συμφωνίες στις οποίες προχώρησε προσφάτως η τουρκική κυβέρνηση με το Βόρειο Ιράκ αλλά και με το Ιράν για την εκμετάλλευση των πετρελαίων τους καθώς και άλλες αντίστοιχα προσοδοφόρες συναλλαγές. Η αφορμή για το ξήλωμα δόθηκε από έναν τυχοδιώκτη και απρόσεκτο νεαρό επιχειρηματία που προσπάθησε να φέρει 1,5 τόνο χρυσού σε αεροπλάνο από το Ιράν, να το ξεπλύνει μέσω της κρατικής Λαϊκής Τράπεζας και να το επαναδιοχετεύσει στην αγορά.

Η «Οργάνωση» έχει προσφέρει πολλά στην εκπαίδευση παιδιών σε κοινωνίες που το χρειάζονται, προωθώντας ταυτόχρονα και την τουρκική κουλτούρα και τα εθνικά της συμφέροντα. Αυτό δεν θα ήταν πρόβλημα αν δεν ήταν σαφές πως βασίζεται σε μια ξεκάθαρα αυταρχική δομή, όπου δεν αμφισβητείται ποτέ ο λόγος του ηγέτη. Το ενδιαφέρον είναι πως ακριβώς σε μια τέτοια «μαφιόζικου» τύπου οργάνωση έχει μετατραπεί και η κυβέρνηση, όπου ένα φάλτσο αρκεί για να σου στοιχίσει τον πολιτικό αποκεφαλισμό. Επιπλέον, η αλόγιστη ανάπτυξη, η άναρχη δόμηση, οι πρακτικές του πιο στυγνού καπιταλισμού και η αίσθηση πως δεν υπάρχει πολιτικός αντίπαλος έχει οδηγήσει την πολιτική και οικονομική ηγεσία σε τέτοιο σημείο αλαζονείας, που μπορούσε ο γιος υπουργού να έχει εκατομμύρια δολάρια στο σπίτι του σε κουτιά παπουτσιών σαν να μην τρέχει τίποτε. Είπαμε στην αρχή πως οι αστυνομικές Διευθύνσεις έκαναν τις έρευνες χωρίς να ειδοποιήσουν τους προϊσταμένους τους. Η κυβέρνηση έσπευσε λοιπόν με περισσή υποκρισία να αλλάξει εν μιά νυκτί τη διάταξη, την οποία είχε εισαγάγει η ίδια το 2004 και που έχει στοιχίσει ανακρίσεις, ταλαιπωρίες και φυλακίσεις σε χιλιάδες αριστερούς, Κούρδους αγωνιστές, φοιτητές και συνδικαλιστές. Όλοι ήξεραν πως η αστυνομία έκανε ό,τι ήθελε, κατασκεύαζε με πανομοιότυπο τρόπο κατηγορίες που όταν έβρισκαν μπροστά τους οι δικαστές ήταν πολύ δύσκολο να μην επικυρώσουν. Τώρα που το σύστημα αυτό έγινε μπούμερανγκ και χτυπά και τους ίδιους, σπεύδουν να το ανατρέψουν. Χρόνια τώρα η μόνιμη επωδός ήταν πως η δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη και πως υπάρχει διάκριση εξουσιών. Τώρα επιχειρούν να θέσουν τη δικαστική εξουσία κάτω από τον έλεγχο της εκτελεστικής για να γλιτώσουν τα κεφάλια τους.

Στα τουρκικά υπάρχει μια παροιμία για «τους ελέφαντες και το χορτάρι». Οι ελέφαντες αυτή τη στιγμή συγκρούονται και τελικά ένας από τους δύο θα επικρατήσει. Ωστόσο το χορτάρι, ο λαός, δεν μπορεί να κρίνει ποιον ελέφαντα να υποστηρίξει. Όσο και να θέλει κανείς να υποστηρίξει μια εκλεγμένη κυβέρνηση ενάντια σε μια υποτιθέμενη συνωμοσία, δεν μπορεί να παραβλέψει ότι ο υπουργός Εσωτερικών Muammer Güler, του οποίου ο γιος συνελήφθη να παίζει με τα εκατομμύρια, είναι αυτός που διέταξε τα Μ.Α.Τ. να χτυπήσουν στο Γκεζί και που είχε το θράσος μετά από πέντε θανάτους να υποστηρίξει ότι το πρόβλημα ήταν πως η αστυνομία δεν χρησιμοποίησε αρκετό νερό και δακρυγόνα. Όσο κι αν θέλει να υποστηρίξει κανείς ένα τμήμα της αστυνομίας που μάχεται εναντίον της διαφθοράς, θα πρέπει να λάβει υπόψη του πως ο γενικός διευθυντής που απομακρύνθηκε είναι αυτός που εκτέλεσε τις εντολές στο Γκεζί. Σήμερα, Κυριακή πρωί, ένα συγκλονιστικό συλλαλητήριο, στο Καντίκιοϊ, κατά της καταπάτησης του αστικού χώρου και της διαφθοράς παραλίγο να καταλήξει σε τραγωδία, αφού η αστυνομία πάλι έριξε δακρυγόνα και νερό μέσα στον κόσμο που είχε έρθει με τα παιδιά του σαν να πήγαινε σε γιορτή. Βλέπαμε την αστυνομία και μας ήταν αδύνατο να αισθανθούμε έστω και την παραμικρή συμπάθεια. Την αμηχανία που μας διακατέχει απέναντι σε μια σύγκρουση η οποία είναι βέβαιο πως θα αλλάξει την πορεία της χώρας, και που όμως βαθιά μέσα μας νιώθουμε πως δεν μας αφορά, την εξισορροπούσε μόνο ο θαυμασμός και η ελπίδα στο θέαμα των χιλιάδων νέων ανθρώπων που όπως στο Γκεζί έτσι και τώρα φώναζαν «Είναι μόνο η αρχή, ο αγώνας συνεχίζεται».

 

  

 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 09 (01.2014)