happy days

 

Το πιστεύω ενός αιρετικού ζωγράφου

 

Τάσος Παυλόπουλος

 

Ο ΧΡΟΝΟΣ δημοσιεύει το κείμενο που συνοδεύει την καινούρια έκθεση του Τάσου Παυλόπουλου. Μια έκθεση-ειρωνικό σχόλιο στη γενική κρίση, όπου ο 58χρονος καλλιτέχνης υπονομεύει το χρηματιστήριο των εικαστικών τεχνών παρουσιάζοντας τα τσαλακωμένα ξέργα του σε σειρές πολλαπλών, επιλογή που πραγματώνει έναν εκδημοκρατισμό της κουλτούρας ιδιαίτερα σημαντικό στα συμφραζόμενα της εποχής

 

Ο τίτλος ασφαλώς και είναι ειρωνικός και προβοκατόρικος. Εκφράζει, όμως, τις «χαρούμενες μέρες» τού σήμερα. Αρκεί να τον τουμπάρετε. Εκφράζει και τα πρόσφατα έργα μου, που είναι τσαλακωμένα. Αρκεί να τρίψετε λίγο τα μάτια σας. Στο διάστημα της δημιουργίας τους έζησα, εξαιτίας τους, κυριολεκτικά happy days. Αν θέλετε, πιστέψτε με ή θεωρήστε πως μπλοφάρω.

 

Salto mortale

Γιατί τσαλακωμένα έργα; Θα σας παραπέμψω, αρχικά, στον Καβάφη, θυμίζοντάς σας το «Όσο μπορείς»: «Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις, / τούτο προσπάθησε τουλάχιστον / όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις / μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, / μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες. // Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την, / γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την / στων σχέσεων και των συναναστροφών / την καθημερινήν ανοησία, / ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική». Μας τσαλάκωσε ή δεν μας τσαλάκωσε όλους;

Τσαλακωμένες μέρες, τσαλακωμένοι άνθρωποι, τσαλακωμένη Τέχνη… Ή, όπως υποστήριζε ο κατεξοχήν είρων καλλιτέχνης, ο Μαρσέλ Ντυσάν, προσάπτοντάς μας πως ζούμε μέσα σε ψευδείς και χειραγωγημένες εικόνες, «σκεφτόμαστε κάλπικα, νιώθουμε κάλπικα, βλέπουμε κάλπικα». Δεν το είπε, βέβαια, καθόλου ειρωνικά. Ένας άλλος ντανταϊστής καλλιτέχνης, ο προβοκάτορας Πικαμπιά, λέει: «Η Τέχνη σάς κατηγορεί ότι αγαπάτε τα πάντα από σνομπαρία και μόνο, αρκεί να είναι αρκετά ακριβά. Είστε σοβαροφανείς μέχρι θανάτου. Η σοβαρότητα, όμως, είναι μια πολλή σοβαρή υπόθεση. Είστε έντιμοι άνθρωποι; Η τιμή μπορεί να αγοραστεί και να πουληθεί. Όπως και ο κώλος, όπως και τα πατατάκια τσιπς». Ο Πικαμπιά υπήρξε ιδιαιτέρως ευκατάστατος, αλλά αυτό δεν μειώνει στο παραμικρό την πνευματώδη στάση του. Σας θυμίζω και τον Όσκαρ Ουάιλντ: «Η σοβαροφάνεια είναι το τελευταίο καταφύγιο των ρηχών». Προσυπογράφω!

Η ταινία του Παντελή Βούλγαρη του 1976 για τη Μακρόνησο δεν λεγόταν «Το κολαστήριο» αλλά Happy Day. Ο πατέρας μου μού περιέγραψε τις πολύ «χαρούμενες» μέρες που πέρασε σ’ αυτό το ξερονήσι. «Χαρούμενες μέρες» ονόμασε το 1961 ο Σάμιουελ Μπέκετ ένα από τα πιο δυσνόητα και σπουδαία θεατρικά έργα του. Τον τίτλο τον έκλεψε από έναν στίχο του «καταραμένου» γάλλου ποιητή Πωλ Βερλαίν. Ο παράλογος κόσμος του Μπέκετ, κατά τους ειδικούς, στερείται κάθε νοήματος. Ίσως μοναδικό του νόημα είναι η έλλειψη νοήματος. Ο συγγραφέας μάς συμβουλεύει σοφά πως «όταν είμαστε μες στα σκατά ώς τον λαιμό, δεν μένει παρά να τραγουδήσουμε». Περιγράφει ένα σύμπαν ακατανόητο, όπου ο άνθρωπος βρίσκεται τυχαία ριγμένος, χωρίς αρχή και τέλος, καταδικασμένος να περιπλανιέται αέναα, «βουβός» και «τυφλός», επιβεβαιώνοντας έτσι τον Ντυσάν, τον Πικαμπιά, τον Ουάιλντ, τον Βερλαίν, τον Καβάφη, αλλά και τον πατέρα μου… Προσπάθησα, μέσω της τέχνης μου, να εικονογραφήσω τον κλαυσίγελο της σημερινής ανθρώπινης ύπαρξης, ακροβατώντας μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας και προσέχοντας ιδιαίτερα να μη διαψεύσω την ανατρεπτική χαρούμενη απόγνωση κανενός εκ των προαναφερομένων. Ένα κλασικό νούμερο του τσίρκου, το salto mortale, μου έδωσε, μεταφορικά, το έναυσμα να επιχειρήσω ένα άλμα στο κενό, δηλαδή στην «άλλη» πλευρά. Τελικά ένα άλμα στο παράλογο. Ή μήπως στην σημερινή πραγματικότητα της τρέλας και του γενικού «σαλταρίσματος»;

 

Μετενσάρκωση

Ας υποθέσουμε πως όλα τριγύρω φαντάζουν δραματικά αστεία και παρανοϊκά τσαλακωμένα. Όλοι μας είμαστε αστείοι και τσαλακωμένοι. Όσοι παραμένουν ατσαλάκωτοι θέλουν τσαλάκωμα. Για να νιώσουμε των ρυτίδων την τρίτη διάσταση. Για να ακούσουμε τα ποδοβολητά στα σκαλοπάτια. Για να αντικρίσουμε τα λιμάνια των σκιών. Ειδάλλως ας παραμείνουμε ατσαλάκωτοι και προστατευμένοι μέσα στο κουκούλι μιας χυδαίας ντιζαϊνιάς που μας περιβάλλει, δηλαδή στο τιποτένιο τίποτα. Ένα τσαλακωμένο χαρτονόμισμα δεν χάνει την αξία του. Ένα τσαλακωμένο τραπουλόχαρτο, όμως, αποσύρεται ως ύποπτο. Κανείς δεν μπορεί να ξαπλώσει σ’ ένα κρεβάτι χωρίς να τσαλακώσει τα σεντόνια… Όλα αυτά παραμένουν υποθέσεις.

Οι καλλιτέχνες φτιάχνουν αυτό (το όμορφο;) που θέλουν και περιμένουν να δουν οι άλλοι. Κάποιοι, για να μην πεθάνουν από βαρεμάρα, φτιάχνουν το αντίδοτό της: το παράλογο και απρόβλεπτο. Τούτοι είναι πιο ειλικρινείς, πιο αληθινοί. Η αλήθεια έχει καταντήσει έκπληξη. Έτσι κι αλλιώς, «όλα είναι ένα ψέμα, μια ανάσα, μια πνοή» (Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου)… Πόση αλήθεια μπορεί να κρύβει ένα τσαλακωμένο χαρτί; Όπως οι τρελοί δεν τρελαίνονται, έτσι και τα τσαλακωμένα δεν τσαλακώνονται. Τσαλακώνω, πρώτος εγώ, τα έργα μου πριν μου τα τσαλακώσουν άλλοι. Ούτε να τα σιδερώσουν μπορούν. Είναι πράξη αυτοπροστασίας. Βουλιάζω τα καράβια μου πριν μου τα λεηλατήσουν. Πετάω το φορτίο στη θάλασσα για να επιπλεύσει στο Ρεύμα που περιγράφει ο Χέμινγουεϊ: «Στο Ρεύμα του Κόλπου που θα κυλάει όπως κυλούσε πάντα, ακόμα κι όταν πια όλοι οι Ινδιάνοι και οι Βρετανοί και οι Αμερικανοί και όλοι οι Κουβανοί και όλα τα συστήματα και οι κυβερνήσεις, τα πλούτη, η φτώχεια, τα μαρτύρια, η θυσία, η απληστία και η σκληρότητα θα έχουν χαθεί... Και τα δάφνινα στεφάνια από τις νίκες μας, οι καμένοι ηλεκτρικοί λαμπτήρες των ανακαλύψεων και τα άδεια προφυλακτικά των μεγάλων ερώτων μας θα επιπλέουν ανούσια πάνω στο μοναδικό πράγμα που διαρκεί – το ρεύμα». Ο Τσιτσάνης στο άσμα του «Με παράσυρε το ρέμα» μας μίλησε για το ρεύμα ενός άλλου Κόλπου, του γυναικείου. Κι αυτό σωστό είναι… Αποφάσισα να «ευτελίσω» τα έργα μου, επιδιώκοντας τη μετενσάρκωσή τους. Αποστολή ναυαγίου εξετελέσθη. Οι ρυτίδες τους είναι η πραγματική ταυτότητά τους. Τις δημιούργησα, λειτουργώντας σαν πλαστικός χειρουργός από την ανάποδη. Βαρέθηκα τις πετυχημένες αποτυχίες και στόχος μου είναι αποκλειστικά οι αποτυχημένες επιτυχίες. Όλα τ’ άλλα είναι πεθαμένες μπριζόλες.

 

Colpogrosso

Η τέχνη είναι το πιο απλό πράγμα του κόσμου. Κόβεις το αυτί σου και ξεμπερδεύεις. Φαντάζομαι πως κάποιοι έζησαν και δημιούργησαν μέσα σε υπόγειες σοφίτες. Θα προσπαθήσω να μεταγλωττίσω αυτό το «κάτι» που συμβαίνει υπογείως και βγαίνει στον αφρό. Είναι κάτι που φεύγει από το μετερίζι, την οχυρωμένη θέση δηλαδή, και ξεκινά την «επίθεσή» του. Είναι κάτι σαν τα βαρέλια με το κρασί που ωριμάζει στο υπόγειο και ακολούθως μας ευφραίνει τας καρδίας στις σοφίτες – σύμβολα των μποέμ καλλιτεχνών του Μεσοπολέμου. Είναι κάτι σαν τις ρίζες που αναπτύσσονται υπογείως, δίχως, όμως, δολιότητα. Σε τελική ανάλυση είναι ένας «μετασχηματισμός». Αυτή είναι ακριβώς η σωστή λέξη, η οποία μου ακούγεται ιδιαιτέρως εικαστική. Κάτι, δηλαδή, που μετασχηματίζεται από τη βαθιά δομή του στην τελική του, την επιφανειακή δομή. Σας κούφανα; Τα παράπονα στον Τσόμσκι και στη θεωρία της γενετικής μετασχηματιστικής γραμματικής του!

Δεν υπάρχει το τελικό έργο πριν το τσαλακώσω. Πριν στεγνώσει καλά καλά το χρώμα, το κάνω ένα κουβάρι μεγέθους πορτοκαλιού. Είναι η αποφασιστική κίνηση που κάνουμε όλοι πριν καταλήξει ένα χαρτί στον κάλαθο των αχρήστων. Εγώ, όμως, του δίνω αμνηστία χαρίζοντάς του τη ζωή. Δεν ξέρω εκ των προτέρων τη μορφή που θα αποκτήσει μέχρι να το ξετυλίξω. Η έκπληξη της δημιουργικής και τυχαίας φθοράς του θυμίζει, ίσως, κακοτυπωμένη γκραβούρα, αλλά «αυτά είναι κόλπα ζόρικα που κάνουν στην Ινδία». Το ανάγλυφο αποτέλεσμα του βανδαλισμού αποτελεί κυρίαρχο στοιχείο. Ελάχιστα πια παρεμβαίνω. Ακολουθεί η διαδικασία μιας υπερσύγχρονης ψηφιακής αναπαραγωγής που ονομάζεται Giclee Printing και την εκμεταλλεύομαι για τη δημιουργία της ψευδαίσθησης της τρίτης διάστασης. Της οφθαλμαπάτης! Το στάδιο αυτό το θεωρώ ευρεσιτεχνία μου και μέγα επίτευγμα. Το αρχικό έργο είναι το μεταλλείο, το εύπλαστο καλούπι, το matrix (η μήτρα), ο βλαστός… Το επιχείρησα, διαβολικά, ώστε να συντελεσθεί μια μεταποίηση, ένας μαγικός μεταμορφισμός. Και εντέλει μια ειλικρινής, βαθιά και γνήσια μεταμέλεια για τα σφάλματα του παρελθόντος και έμπρακτη μετάνοια για τις αμαρτίες μου. Μόνο τις καλλιτεχνικές, εννοώ. Δεν θα ξανακάνω μαλακίες! Δεν θα ξανακάνω μαλακίες! Δεν θα ξανακάνω μαλακίες! Αυτό το λέω, μήπως το πιστέψω κι εγώ.

Είμαι σίγουρος πως δεν καταλάβατε τίποτα απολύτως. Μπερδευτήκατε με τα κάλπικα, τους κόλπους και τα κόλπα. Το colpo grosso πέτυχε! Τουλάχιστον «χαμογελάστε, γιατί τα δόντια σας δεν είναι μόνο για να τρώτε ή να δαγκώνετε», όπως συμβουλεύει και ο φίλος μου, ο Μαν Ρέυ.

Ακολουθεί το επιδόρπιό μου ως ρεζουμέ.

 

Grande finale

Ας πούμε ότι είμαι ένας ταπεινός θιασώτης ενός παλιομοδίτικου μιούζικ χολ δεκάτης κατηγορίας. Σας δείχνω, όμως, πόσο επίπεδος είναι ο κόσμος σας. Οι τρίχες μου εκσφενδονίζονται από τ’ αυτιά μου. Τα ξεβουλώνω για να σας ακούσω. Έχετε κάτι να δηλώσετε; Ανακαλύψατε κάνα ορυχείο φωτός, μήπως; Θαυμάσια! Είμαι ένας γάιδαρος όλος αυτιά. Σας προειδοποιώ, πάραυτα, πως η ζωγραφική προκαλεί γήρανση του δέρματος. Επίσης, σας πληροφορώ πως είμαι, μόλις, 58 χρονών, πως έχω ήδη δυο εγγόνια, πως το ύψος μου είναι δυόμισι μέτρα και πως παραποιώ λογαριασμούς (και όχι μόνο), νοθεύω τρόφιμα, νερώνω κρασιά και ευνουχίζω γάτους. Αυτή είναι η μεγάλη προσφορά μου στην Τέχνη των Καιρών! Ζώντας σε μια χώρα φρεσκοπουλημένη και ουχί φρεσκοπλυμένη, δεν τρέφω ασφαλώς καμιά συμπάθεια για τις νεκροκεφαλές σας. Γι’ αυτό αποσύρομαι διακριτικά στου σπιτιού μου την κλίνη, όπου μόνο η Τέχνη αντικαθιστά τον Προκρούστη.

Υποκλίνομαι στο αμήχανο κοινό. Χειροκρότημα επιθυμητό, αδιαφορία αναμενόμενη, αποδοκιμασίες αποδεκτές. Τώρα φεύγω, άρα έρχομαι!

 

 

 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 06 (10.2013)