#14 - η φούσκα της πληροφορίας

 

Ο ΑΦΡΟΣ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΩΝ ΗΜΕΡΩΝ

 

Ηρακλής Παπαϊωάννου

 

Η θεωρία του Big Bang, της κοσμογονικής έκρηξης που άρχισε να μορφοποιεί το σύμπαν, βρίσκει μια ασύμμετρη αντιστοιχία στη σύγχρονη, ατέρμονη διαστολή του ψηφιακού κόσμου. Η ανθρωπότητα, σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις, χρειάστηκε δύο χιλιετίες για να παραγάγει 5 δισεκατομμύρια Gigabyte δεδομένων (από παπύρους μέχρι DVD). Από το 2013 ο ίδιος όγκος δεδομένων παράγεται κάθε δέκα λεπτά, αναδεικνύοντας την ανάγκη του datability.[1] Ότι δηλαδή το μέλλον της πληροφορικής, αλλά και των μηχανισμών παρακολούθησης, εξαρτάται πλέον από την αποτελεσματική οργάνωση, διαχείριση και δυνατότητα προσπέλασης μεγάλου όγκου δεδομένων (big data). Ικανό μέρος αυτών αποτελούν οι φωτογραφίες, από μουσειακές συλλογές μέχρι το Facebook που το 2013 φιλοξενούσε ήδη πάνω από διακόσια σαράντα δισεκατομμύρια εικόνες. Εδώ διαφαίνεται μια σημαντική μετατόπιση: παλιά προείχε η υλικότητα της εικόνας και οι ιδιότητες ή αισθητικές αρετές που προέκυπταν από αυτήν· τώρα η μαγική λέξη είναι πληροφορία. Πρόκειται για μια άλλη γλώσσα στην οποία κυριαρχούν όροι όπως διαχείριση, επεξεργασία, αποθήκευση, που δεν εμπλέκουν αναγκαστικά αλλά ούτε αποκλείουν φυσικά ζητήματα αισθητικής ή ιδεολογίας. Η ευρύτατη πλέον χρήση της έγχρωμης φωτογραφίας μάλιστα σχετίζεται ίσως και με αυτή την εξέλιξη, καθώς το χρώμα εισφέρει κρίσιμο βάθος πληροφοριών. Τη συνθήκη προέβλεψε ο Αντρέας Γκούρσκυ (Andreas Gursky) στο έργο Montparnasse (1993), τη φωτογραφία ενός αυστηρού, τεράστιου κτιριακού συγκροτήματος στην οποία μετά την απόμακρη, αρχιτεκτονικά ουδέτερη, γενική όψη μπορεί κανείς μεγεθύνοντας να βουτήξει λαίμαργα στις λεπτομέρειες σχεδόν κάθε παραθύρου. Δεν χρειάζεται πλέον να αποφασίσει κανείς τη χρήση από πριν. Η φωτογραφία γίνεται ένα ακατέργαστο (raw) αρχείο υψηλής ανάλυσης, η χρήση του οποίου μπορεί να επινοείται ανά πάσα στιγμή. Η αλλαγή σημασιοδότησης δεν είναι κάτι καινούριο, η διευρυμένη δυνητικότητα της εικόνας όμως μοιάζει πλέον να αποτελεί συστατικό της στοιχείο. Ομοίως, βάρος δεν φέρει πλέον το μεμονωμένο έργο αλλά η διατήρηση της ροής και η δυνατότητα ανάκλησης συγκεκριμένων εικόνων. Κάποτε, όπως διαφήμιζε η Kodak από το 1888, με ένα πάτημα του κουμπιού μπορούσες να βγάλεις μια φωτογραφία χωρίς να γνωρίζεις τίποτε για την τεχνική της. Σήμερα με ένα πάτημα του κουμπιού ακόμη μπορείς να τη διασπείρεις, με την ίδια τεχνολογική άγνοια, στον μισό πλανήτη.

Αν όμως το big bang του ψηφιακού κόσμου κλιμακώνεται καταιγιστικά, τι γίνεται με την ερμηνεία των εικόνων; Όπως με την οικονομία (πλούσιοι και φτωχοί), την τροφή (καλή και κακή ποιότητα ανάλογα με την τιμή), έτσι και στο παντοδύναμο, ακτινοβόλο στερέωμα της τεχνικής εικόνας διαπλάθεται ένα ιδιότυπο ταξικό φαινόμενο: αφενός υπάρχει η μειοψηφία των ακαδημαϊκών ή των καλλιτεχνικών κύκλων στους κόλπους της οποίας καλλιεργείται μία μάλλον υπερβάλλουσα θεωρητικοποίηση και συχνά εξαντλητική ανάλυση που σωρεύει πλήθος γνώσεων και ενίοτε αμφίβολων αναγνώσεων για το κυρίαρχο νόμισμα της σύγχρονης επικοινωνίας, την εικόνα. Αφετέρου η ευρύτερη μάζα πολιτών, η οποία διαθέτει συνήθως φτωχότερο ορίζοντα υποδοχής στην εικόνα, καλείται κυρίως να την καταναλώσει ή να καταναλώσει εξαιτίας της. Ενόσω λοιπόν διαστέλλεται ανεξέλεγκτα και πανηγυρικά η φούσκα τής συχνά αχρείαστης πληροφορίας, βαθαίνει παράλληλα και βολικά το χάσμα πρόσληψης στον λαμπυρίζοντα κόσμο της εικόνας. Ως αποτέλεσμα εντείνεται η διαδικασία κερματισμού της ατομικής ή της συλλογικής ταυτότητας, γεγονός που συνιστά μείζονα πρόκληση στο πλαίσιο της μετα-δημοκρατίας του 21ου αιώνα και μιας ψευδεπίγραφης παγκοσμιοποίησης.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 14 (06.2014)