#2

 

Ο ΑΦΡΟΣ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΩΝ ΗΜΕΡΩΝ

 

Ηρακλής Παπαϊωάννου

 

Η εποχή μας «προτιμά την εικόνα από το αντικείμενο, το αντίγραφο από το πρωτότυπο, την αναπαράσταση από την πραγματικότητα, την εμφάνιση από την ύπαρξη». Αντίθετα απ’ ό,τι ίσως θα πίστευε κανείς, δεν πρόκειται για σύγχρονη κριτική αλλά για φράσεις που έγραψε ο Λούντβιχ Φώυερμπαχ μόλις το 1843, αφουγκραζόμενος προσεκτικά τις κοινωνικές μεταλλάξεις που προκαλούσε η πρώιμη νεωτερικότητα. Ο σύγχρονος (εικονογραφημένος) κόσμος εκπλήρωσε χωρίς αμφιβολία την προφητεία του για το πρωτότυπο και το αντίγραφο σε κάθε δυνατή μορφή: τρώμε τροφές που συχνά μοιάζουν με τροφές, χρησιμοποιούμε ξύλο που μοιάζει με ξύλο, χλοοτάπητες που μοιάζουν με χλοοτάπητες, βλέπουμε αθλητές που μοιάζουν με αθλητές, εικόνες πολέμου που θυμίζουν ηλεκτρονικά παιχνίδια. Για καθετί σχεδόν έχει εφευρεθεί ή καλλιεργηθεί ένα υποκατάστατο, στο οποίο η μορφή διατηρείται αλώβητη ή ενίοτε βελτιώνεται θεαματικά, το περιεχόμενο όμως υφίσταται έκπτωση. Εκτός από την ύλη όπου το φαινόμενο απλώνεται θεαματικά, η κουλτούρα του υποκατάστατου έχει διεισδύσει επίσης βαθιά στον ψυχικό και συναισθηματικό κόσμο: μιλάμε σαν να μιλάμε, αγαπάμε σαν να αγαπάμε, φροντίζουμε το σώμα με σκοπό να μοιάζει σε άλλα σώματα που έχουμε πειστεί να θαυμάζουμε μέσα από εικόνες, είμαστε πολίτες μιας εικονικής δημοκρατίας που μοιάζει με δημοκρατία. Ντυνόμαστε εικόνες (ηθοποιών, τηλεαστέρων, σελέμπριτι κάθε λογής) μηρυκάζοντας ταχέως εναλλασσόμενες μόδες με ευρεία διασπορά και ανηλεή υπερπροβολή. Τα πάντα σχεδόν στον μητροπολιτικό πολιτισμό του «ανεπτυγμένου» κόσμου προσβλέπουν στην προσομοίωση μιας εικόνας, μιας συνθήκης εξιδανίκευσης, και αγωνίζονται να χωρέσουν σε μια επιφάνεια συρρικνώνοντας το βάθος. Και οι άνθρωποι, εθισμένοι σε ομοιώματα και αντίγραφα, κάνουν πως αναζητούν μέσα σε αυτά ή μέσα από αυτά τρίμματα από αλήθειες.

Τι ακριβώς μας έχει συμβεί; Ολισθήσαμε στη δημιουργία ενός κόσμου αντίγραφου που θα ήταν πιο οικονομικός, πιο αποτελεσματικός, πιο όμορφος, πιο θεαματικός, θα πρόσφερε μεγάλες ποσότητες ανώδυνης ψυχαγωγίας. Αθόρυβα όμως επωμιστήκαμε τελικά τη μεγαλύτερη οδύνη: διαρρήξαμε τη σχέση μας με την αληθινή ζωή που πάλλεται, τα αληθινά αισθήματα και γεγονότα, τον κόσμο των αιτίων και των πραγματικών συνεπειών, τον κόσμο στον οποίο δεν υπάρχει undo.

Η Σούζαν Σόνταγκ ήδη από τα μέσα του ’70 μιλούσε σχεδόν προφητικά για την οικολογία της εικόνας: την ανάγκη δηλαδή να αναζητήσουμε μια ισορροπία γι’ αυτήν στη ζωή μας, έτσι ώστε να μας συναρπάζει, να μας διδάσκει, να μας συντροφεύει, να μας εξεγείρει χωρίς να μας κυριεύει αποτελώντας για την ύπαρξή μας ζωτικότερο θέλγητρο από τον πραγματικό κόσμο.

Τελικά, η παλιά διαμάχη εικονομαχίας-εικονολατρίας δεν εξέλιπε ουσιαστικά ποτέ. Η ροπή του ανθρώπου να παγιδεύεται σε ομοιώματα αποδεικνύεται διαχρονική. Παλιά ήταν η πολιτική εξουσία ή η θρησκεία, σήμερα η κυρίαρχη ιδεολογία της αγοράς. Με βολικό άλλοθι τη λάμψη της τέχνης (την οποία η αγορά απορρόφησε επίσης), η εικόνα έγινε βασικό γρανάζι στη θεμελίωση ενός πλανητικά ομογενοποιημένου περιβάλλοντος που αποπροσανατολίζει από τις πραγματικές ανάγκες και εδραιώνει στη θέση τους πλασματικές. Καθόλου παράδοξα τότε, η πανταχού παρουσία της εικόνας έχει δημιουργήσει έναν παράξενο φόβο κενού. Έχει πλέον πληρώσει τόσο πιεστικά το συνειδησιακό μας χώρο ώστε αναρωτιέται κανείς: τι θα μείνει αν οι εικόνες περιοριστούν γύρω μας; Θα βρεθούμε αντιμέτωποι με τον εαυτό μας; Είναι κάτι το οποίο πλέον επιθυμούμε; Είναι κάτι που νομίζουμε πώς αντέχουμε;

 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

σελ. 1 (από: 1) ΧΡΟΝΟΣ 02 (06.2013) < προηγ. άρθρο     |     επόμ. άρθρο >