#22 - xxl και ultra hd

 

Ο ΑΦΡΟΣ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΩΝ ΗΜΕΡΩΝ

 

Ηρακλής Παπαϊωάννου

 

Το αμερικανικό big is better έχει εξαπλωθεί την εποχή της εικονοκρατίας σε διάφορα επίπεδα, από την απλή ψυχαγωγία μέχρι τα υψηλότερα δώματα της τέχνης. Η φωτογραφία στην καλλιτεχνική της εκδοχή, για παράδειγμα, υιοθέτησε το μέγεθος XXL τις τελευταίες δεκαετίες όταν έγινε δεκτή στις γκαλερί και τα μεγάλα μουσεία τέχνης, άρχισε να αγοράζεται πιο συστηματικά από συλλέκτες και να γεννά υπεραξίες, φαινόμενο που οδήγησε τον φωτογράφο Duane Michals να καταλήξει στον επιδεικτικά σατιρικό αφορισμό: «Ποτέ μην εμπιστεύεσαι μια φωτογραφία που είναι τόσο μεγάλη ώστε να χωρά μόνο σε ένα μουσείο». Φέτος, κλείνουν σαράντα χρόνια από τη σπουδαία έκθεση New Topographics (1975) του George Eastman House η οποία οργανώθηκε με τη συμμετοχή σημαντικών φωτογράφων όπως, μεταξύ άλλων, οι Bernd και Hilla Becher, ο Lewis Baltz, ο Robert Adams, ο Stephen Shore, ο Nicolas Nixon και σφράγισε τις δεκαετίες που ακολούθησαν. Είναι ενδεικτικό αλλά λιγότερο γνωστό ότι ούτε ένα έργο της έκθεσης εκείνης δεν υπερέβαινε τα 30Χ40 εκατοστά.

Δεν υπάρχει τίποτε κακό με το μέγεθος όταν ως επιλογή δικαιώνει την εσωτερική ζωή και αναγκαιότητα ενός έργου. Το ερώτημα εγείρεται για εκείνα που γιγαντώνονται χωρίς κάποιον ιδιαίτερο λόγο. Την εποχή που η τέχνη προσεταιρίζεται την αισθητική του ντοκουμέντου, το μέγεθος προσφέρει, φαινομενικά τουλάχιστον, πανταχού ορατότητα, ενώ επιβάλλεται στον θεατή μέσα από την αλλαγή κλίμακας. Όμοια, η τεχνολογία Ultra HD υπερχειλίζει στις βιτρίνες με οθόνες που θέτουν το μάτι απέναντι σε είδωλα που παίζουν με τα όρια της ανθρώπινης φυσιολογίας. Ο συνδυασμός μεγάλου μεγέθους και υψηλής ευκρίνειας παράγει τελικά ένα αφοπλιστικό πλεόνασμα πληροφορίας, ζωντανεύοντας την εικόνα σε έναν άγνωστο ώς τώρα βαθμό υπερβολής, σχηματίζοντας ένα παράθυρο μέσα από το οποίο ο κόσμος μοιάζει σκηνοθετημένος σε μια εορταστική εκδοχή larger than life που ανοίγει την όρεξη της κατανάλωσης και αναισθητοποιεί, ώς έναν βαθμό, τις κοινωνικές πληγές. Πρόκειται για έναν υπερνατουραλισμό που εξωραΐζει τη συχνά μετριότερη πραγματική συνθήκη, μαγνητίζοντας το βλέμμα όπως το φως της λάμπας έλκει το έντομο, υπηρετώντας τη σύγχρονη, γλαφυρή ενημερωψυχαγωγία. Από την άλλη πλευρά, μια ολόκληρη σειρά καίριων γεγονότων, συνθηκών ή φαινομένων υποεκπροσωπούνται σε εικόνες, αν εκπροσωπούνται καθόλου. Παράλληλα, αυξάνεται σταθερά ο αριθμός των νησίδων στον δημόσιο χώρο όπου επισημαίνεται εμφατικά η απαγόρευση της εικονοληψίας. Έχει αναδειχτεί αρκετά το διευρυνόμενο χάσμα ανάμεσα στη διαρκή φωτοχυσία των υγρών κρυστάλλων και το κοινωνικό μισοσκόταδο; Η ζωτική ανάγκη, η εικόνα από μαγική ευκολία μεγέθους XXL και ευκρίνειας HD να αποκτήσει και ισχυρό κοινωνικό πρόσημο; Αντιλαμβάνεται η τέχνη ότι μέσα από ένα τέτοιο χάσμα μπορεί να ολισθήσει σε λαμπερό περιτύλιγμα, συχνά αμφιλεγόμενου περιεχομένου, που δεν διαχωρίζει επαρκώς τη θέση του από την αγοραία συνθήκη; Ή να κλειστεί «ανεπαισθήτως» εντός των καβαφικών τειχών; Ποιες είναι τελικά οι εικόνες που έρχονται στην επιφάνεια της δημοσιότητας, σε ποια ποιότητα και ποσότητα, ώστε μέσα από την πληθωρική ροή να συνεγείρουν αθροιστικά, να ορίζουν το πλαίσιο του κυρίαρχου λόγου, να ηγεμονεύουν τη συλλογική συνείδηση; Όλα είναι μεν διακριτά, αλλά μετράει και η δοσολογία. Ίσως έτσι το μάτι χορταίνει, σε βαθμό μάλιστα κορεσμού. Η ψυχή όμως ξεδιψά; Ίσως αυτό που ζητάει είναι λίγο μικρότερο μέγεθος, λίγο χαμηλότερη ευκρίνεια, περισσότερη πραγματική ζωή.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 22 (02.2015)