#23 - βομβαρδίζοντας μια φωτογραφία

 

Ο ΑΦΡΟΣ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΩΝ ΗΜΕΡΩΝ

 

Ηρακλής Παπαϊωάννου

 

Τo photobombing, η πρακτική της εκούσιας ή της ακούσιας εισόδου σε αναμνηστικές φωτογραφίες γνωστών ή αγνώστων, εντοπίζεται και συζητείται τα τελευταία χρόνια αρκετά ώστε να αναγνωρίζεται με διακριτό όρο. Κάποιες φορές είναι ένα αθόρυβο πέρασμα πίσω από αυτούς που ποζάρουν, αρκετό για να κλονίσει την εστία προσοχής. Άλλοτε, ένα συνειδητό σαμποτάρισμα στα παιχνιδίσματα των οικείων με το καθρέφτισμα της μνήμης. Η φωτογραφία, από τον Μεσοπόλεμο και μετά τουλάχιστον που άρχισε να κυριαρχεί το στιγμιότυπο, βρίθει από τέτοιες γοητευτικές αστοχίες, που ουδέποτε ώς τώρα έτυχαν ιδιαίτερης σημασίας. Γιατί λοιπόν τώρα; Ίσως γιατί κάθε γωνιά σχεδόν της ασημαντότητάς μας διεκδικεί πλέον θέση καθημερινά σε μια οπτική επικοινωνία, αυξάνοντας εκθετικά τον αριθμό των κοινότοπων φωτογραφιών και τις πιθανότητες, ειδικά στα πυκνοκατοικημένα αστικά κέντρα, ενός τέτοιου ανώδυνου ατυχήματος. Όμοια και αντίστροφα, καθώς υπάρχει μια άνευ προηγουμένου, ενίοτε υστερική, προσήλωση στον εαυτό, ό,τι αποπροσανατολίζει από αυτόν διακρίνεται μάλλον ευκρινέστερα. 

Παλιότερα οι άνθρωποι ήταν πρακτικά αδιάφοροι για τη φωτογραφική πράξη όταν δεν μετείχαν σ’ αυτήν. Εισέβαλαν ανενδοίαστα στην οπτική γωνία της λήψης, καθώς δεν είχε αρχίσει ακόμη να υφαίνεται η λεπτή διάκριση του ιδιωτικού μέσα στο δημόσιο. Σταδιακά εξοικειώθηκαν με τους κώδικες του φακού, τις βραχείες ιεροτελεστίες της δημόσιας αναπαράστασης. Στα πολυσύχναστα πεζοδρόμια των μεγαλουπόλεων έβλεπε κανείς πλέον περαστικούς να περιμένουν υπομονετικά ή να προσπερνούν προσεκτικά, ώστε να μη διακόψουν μια σκηνή λήψης, πρακτική που απαντάται ακόμη συχνά, σαν ένα είδος σιωπηρής συμφωνίας. Οι φωτογραφίες όμως στον δημόσιο χώρο πλήθυναν πλέον δραματικά καθιστώντας την όποια πιθανή εγρήγορση στην παρουσία τής (όλο και μικρότερης) κάμερας μια αρκετά πιο περίπλοκη υπόθεση. Κάπως έτσι, προσκήνιο και φόντο στο κάδρο των αναμνήσεων κατοικήθηκαν ξανά από διερχόμενους, αδιάφορους ή ανύποπτους για τη δημόσια ιδιωτικότητα, που συνιστά ένα ούτως ή άλλως εύθραυστο όριο.

Το πιο χαμηλόφωνα ανατρεπτικό, και με λανθάνουσες πολιτικές προεκτάσεις, παράδειγμα photobombing είναι ίσως η περίπτωση του άγνωστου άντρα που τρύπωνε στις αναμνηστικές φωτογραφίες πολιτικών ηγετών σε συνόδους κορυφής, επιτυγχάνοντας μια εικονική, απρόσκλητη γέφυρα ανάμεσα στην κορυφή και τη βάση, στην ηγεσία και το λαό, έστω για το φευγαλέο κλάσμα μιας λήψης. Αυτός βέβαια είχε συνειδητή στόχευση: έπαιρνε με φυσικότητα θέση στο στήσιμο της πόζας, ένας ανώνυμος πολίτης στον πιο επίσημο και ισχυρό πυρήνα εξουσίας. Η είσοδος στις φωτογραφίες (δηλαδή τις εικονικές ζωές) των άλλων θα μπορούσε να τύχει βαθύτερης καλλιτεχνικής διαπραγμάτευσης, σαν μια διατάραξη κοινής ησυχίας που απειλεί χιουμοριστικά τη συμβατική παραγωγή αναμνήσεων.

Το photobombing απέκτησε, καθόλου παράδοξα, βαρύτητα σε μια εποχή στην οποία ο εικονικός εαυτός απέκτησε μέγεθος ικανό ώστε να ρίχνει σκιά στον πραγματικό. Όταν άρχισε να θολώνει το όριο ανάμεσα στην αναμνηστική φωτογραφία κάποιου και την ανάγκη να ανανεώνει διαρκώς και να φιλοτεχνεί το ψηφιακό προφίλ του στη διογκούμενη εικονόσφαιρα. Ερωτηματικό όμως εγείρει και ο ίδιος ο όρος: γιατί bombing; Τόσο εύκολα μετατρέπεται σε πεδίο μάχης το ορθογώνιο πλαίσιο μιας φωτογραφίας; Ή μήπως ακυρώνεται μερικώς ο αμήχανος ακκισμός με την αυτοεικόνα; Παρά την υψηλότερη από κάθε άλλη εποχή χωρική κινητικότητα και την κλιμακούμενη ρευστότητα της σύγχρονης ταυτότητας, φαντάζει δύσκολο πλέον να συνυπάρχουμε ανενόχλητα με αγνώστους, ακόμη και στα όρια μιας απλής φωτογραφίας.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 23 (03.2015)