#24 - σκοτεινή ύλη

 

Ο ΑΦΡΟΣ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΩΝ ΗΜΕΡΩΝ

 

Ηρακλής Παπαϊωάννου

 

Τα τελευταία χρόνια η διεθνής φωτογραφική κοινότητα υποδέχτηκε την άγνωστη Βίβιαν Μάιερ, την Αμερικανίδα νταντά που για τέσσερις δεκαετίες (περ. 1950-1990) μελετούσε τον σφυγμό των δρόμων της Νέας Υόρκης, του Σικάγου κι άλλων μεγαλουπόλεων. Η μοναχική, αυτοδίδακτη Μάιερ συγκρότησε ένα αρχείο άνω των 100.000 αρνητικών, διεκδικώντας ετεροχρονισμένα θέση στη μεγάλη αμερικανική σχολή φωτογραφίας δρόμου, καθώς δεν παρουσίασε ποτέ έργο εν ζωή. Το μεγαλύτερο μέρος του αρχείου της αγοράστηκε προ ετών από τον ιστορικό-συλλέκτη Τζον Μαλούφ. Μετά από μια διαδικτυακή ανάρτηση εικόνων που έγινε viral, το έργο άρχισε να περιοδεύει διεθνώς, απονέμοντας στη φωτογράφο μεταθανάτια αναγνώριση. 

Η περίπτωση Μάιερ εγείρει ενδιαφέροντα ζητήματα. Πόσο παράταιρο φαντάζει να πωλείται η επίμονη προσπάθεια μιας ζωής, καλά προστατευμένης από αδιάκριτα μάτια, την εποχή των τεχνητών υπεραξιών σε ένα χαρτόκουτο έναντι τριακοσίων δολαρίων; Ή να αγνοείται το μέτρο ζωής ενός ανθρώπου που διψούσε να βλέπει χωρίς να δείχνει τίποτε; Ποιο μήνυμα φέρει η τέχνη που καλλιεργεί έναν αόρατο κήπο στην εποχή της διαρκούς, φλύαρης επικοινωνίας; Παράγει κανείς το ίδιο έργο σε πυκνότητα και ποιότητα εντός και εκτός των ορίων της δημοσιότητας; Αντίστροφα, για να θυμηθεί κανείς μια σπουδαία περίπτωση εμμονικής σχεδόν ιδιώτευσης, ποιος θα ήθελε να έχει θαφτεί η ποίηση του Καβάφη; 

Η Μάιερ δεν έκανε πολλές εκτυπώσεις και άφησε ανεμφάνιστα χιλιάδες αρνητικά. Μπορεί να δημιουργεί κάποιος φωτογραφική τέχνη χωρίς να έχει την εποπτεία της, σχεδόν ερήμην του; Ποια διακεκομμένη αφήγηση εγγράφεται έτσι αθόρυβα στη μνήμη του βλέμματος; Πόσο απέχει η ειλικρινής σεμνότητα από την ερμητική εσωστρέφεια; Μήπως μια άλλη ιστορία της φωτογραφίας θα έπρεπε να φωτίσει τα βήματα δημιουργών ταλαντούχων που απέφυγαν τη λεωφόρο της ευρείας δημοσιότητας, παραμένοντας σαν άλλη σκοτεινή ύλη στα σωθικά γαλαξιών όπου κυριαρχεί η λάμψη των αστέρων της τέχνης; Την εποχή του «δημοσιεύω ό,τι κάνω», των ναρκισσιστικών βίντεο με τα making-of ατελών συχνά πρότζεκτ, της πανηγυρικής οχλαγωγίας, τι σήμα εκπέμπει το ντοκιμαντέρ Finding Vivian Maier που, αντί να φωτίσει το περιεχόμενο του άγνωστου αυτού έργου, περιεργάζεται επίμονα την προσωπική και την επαγγελματική ζωή της μυστικοπαθούς Μάιερ; Ποια ακόρεστη περιέργεια ζητάει εδώ ικανοποίηση; Πόσο αγνοείται ο δημιουργικός σπινθήρας, φωτογραφικός ή άλλος, της Μάιερ και όλων εκείνων που αφέθηκαν, μέσα από τον μανδύα μιας κοινότοπης ζωής, στον κίνδυνο να χάσουν μέρος του εαυτού τους για χάρη της περιπέτειας ενός έργου που τους υπερβαίνει και τους παρασύρει, παραμερίζοντας τα σωσίβια της λογικής και τα βαρίδια της σκοπιμότητας; Ανθρώπους όπως αυτή για τους οποίους η μοναχικότητα αποτελεί σκληρό αλλά απαραίτητο καβούκι μιας ψυχής προσηλωμένης στις λεπτές αναταράξεις της ύπαρξης;

Ο Γάλλος φιλόσοφος Μαρσέλ Γκωσέ έγραφε προ ετών πως δεν υπάρχουν πια μεγάλα έργα γιατί ο καλλιτέχνης προτιμά φανερά πλέον τον εαυτό του από το έργο του. Αν εκπαιδευτήκαμε, καλλιτέχνες και κοινό ομοίως, να καταναλώνουμε με βουλιμία, ασφάλεια και ιδιοτέλεια τις ιδέες, την τέχνη, την επικαιρότητα, τα πάντα, τότε πού διαφεύγουν τα ακριβά νοήματα της ζωής; Τι αποφεύγουμε μεθοδικά να συναντήσουμε μέσα από τον ακατέργαστο, ακατάσχετο θόρυβο; Η γόνιμη σιωπή της Βίβιαν Μάιερ δεν συνιστά καταληκτική απάντηση. Υποδεικνύει όμως την ανάγκη, πέρα από την ευκολία της απλωτής στην επιφάνεια, για μια κατάδυση στα βαθιά.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 24 (04.2015)