#25 - το διπλανό άγνωστο

 

Ο ΑΦΡΟΣ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΩΝ ΗΜΕΡΩΝ

 

Ηρακλής Παπαϊωάννου

 

Αρκετοί είναι σήμερα οι συστηματικοί ερασιτέχνες των οποίων η κάμερα παίρνει φωτιά όταν διασχίσουν τα σύνορα, όταν βρεθούν στην κοσμοπολίτικη Βαρκελώνη ή στο Λονδίνο, στην ανατολίτικη Κωνσταντινούπολη. Βρίσκουν συχνά έμπνευση στο αστραφτερά προηγμένο, το προκλητικά υποανάπτυκτο, το χαριτωμένα διαφορετικό. Για κάποιους η φωτογραφία συνιστά καλή δικαιολογία για να ταξιδεύουν γνωρίζοντας τον κόσμο. Πολλές μητροπόλεις, άλλωστε, υπηρετούν με συνέπεια τη φωτογένεια, προσφέροντας πλήθος τοπόσημων για οπτική κατανάλωση σε ένα περιβάλλον άρτιων δημόσιων χώρων, με εμβληματικά αρχιτεκτονήματα, ευρηματικές αναπλάσεις που φέρνουν σε διάλογο το παλιό με το σύγχρονο, πλατείες που βουίζουν σαν κυψέλες. Αρκετές αποτελούν ανοιχτό θέατρο στο οποίο έχουν διαδραματιστεί σκηνές της παγκόσμιας πολιτικής και του πολιτισμού, ενώ η ζωή μέσα τους συνεχίζει να κυλά, μικρές ανθρώπινες ιστορίες ξετυλίγονται αθόρυβα. Πόσο βαθύ όμως είναι τελικά το ολιγοήμερο βίωμα του Παρισιού ή του Βερολίνου ώστε να μετουσιωθεί σε πιο ουσιαστικό έργο;

Η φωτογραφία αναδύθηκε τον 19ο αιώνα ως τέχνη αλλά και ως αναπτυσσόμενη βιομηχανία που ενεπλάκη στη μαζική παραγωγή, κυκλοφορία και κατανάλωση εικόνων. Γρήγορα διασταυρώθηκε με μια άλλη αναδυόμενη βιομηχανία, αυτή του τουρισμού. Με την εκλαΐκευση της ερασιτεχνικής φωτογραφίας, άρχισε σταδιακά να θεωρείται αφύσικο το να επιστρέφει κανείς από ταξίδι χωρίς φωτογραφίες που αφηγούνται και τεκμαίρουν τη γεωγραφική μετατόπιση. Πέρα από την αναμνηστική διάσταση υπήρχε ένας λανθάνων ηρωισμός σχεδόν σ’ αυτή την εικονική επαφή με έναν εξωτικό ή προηγμένο τόπο, ένα είδος υπέρβασης ορίων. Σήμερα πολλά από αυτά τα όρια μοιάζουν ανοιχτές πόρτες. Σε συνθήκες σχιζοφρενικού καπιταλισμού, ζούμε τη συνθήκη εδραιωμένων βιομηχανιών που σε παραδίδουν η μια στην άλλη, όπως οι κυλιόμενοι διάδρομοι ενός εργοστασίου: η αεροπορική στην ξενοδοχειακή, στη μουσειακή, στη φωτογραφική. Εικονίζοντας, όμως, το πολλαπλά φωτογραφημένο και αυτό που έχει προδιαγραφεί να φωτογραφίζεται είναι σαν να εγγράφει κανείς τον εαυτό του σε μια αόρατη επετηρίδα, σαν να γίνεται ασυνείδητα μέρος ενός τυπικού στο οποίο το σώμα του αποτελεί εξάρτημα. Σ’ αυτό το τυπικό, κάθε βλέμμα φιλοδοξεί να ξεφύγει από την πεπατημένη, μια πεπατημένη τόσο ευρεία ώστε καθίσταται όλο και πιο δύσκολο να ξεφύγει κανείς. Καταναλωτές και δημιουργοί στην ίδια βιομηχανία, οι εικόνες όλων επηρεάζονται αναμφίβολα πολύ από όσες έχουν ήδη ιδωθεί από κάθε τόπο. Είναι πλέον απίθανο να ταξιδέψει κανείς σε έναν τόπο παρθένος από εικόνες του. Οι εικόνες προηγούνται κατηγορηματικά, συστήνοντας ένα αφανές νοητικό πλαίσιο, έναν οπτικό ορίζοντα προσδοκιών και φωτογραφικών ευκαιριών.

Υπάρχει μια γλυκιά ψευδαίσθηση ελευθερίας στο να επισκέπτεται κανείς το άγνωστο με ημερομηνία λήξης, λύοντας προσωρινά τα τοπικά δεσμά. Γόνιμη όσο κι αν είναι κάθε ταξιδιωτική απόδραση, μας καθιστά συχνά τουρίστες μιας ξένης πραγματικότητας με τη φωτογραφία να λειτουργεί ως ανακλαστικό επιφανειακής γνωριμίας. Γιατί η ανάγκη να συναντήσουμε το άγνωστο, προοπτική που δίκαια διεγείρει όλες τις αισθήσεις, επιτρέπει να προσπερνούμε τον οικείο τόπο με τέτοια σπουδή; Πόσο θάρρος απαιτείται για να διαπεράσει κανείς τον υμένα του προφανούς; Ποιο μάθημα αυτογνωσίας αποφεύγουμε να πάρουμε παρατηρώντας το μικρό και το μεγάλο δίπλα μας; Πόσο βολικά έχουμε συνηθίσει να αδιαφορούμε γι’ αυτόν τον τόπο χωρίς να τον εννοούμε; Ένα μέρος από το πραγματικό άγνωστο λαμβάνει χώρα γύρω μας, ερήμην μας. Έχει αυτό κάποιο αντίκρισμα φωτογραφικό;

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 25 (05.2015)