#6 – λεπτομέρειες ενός σκούρου αλόγου σε χαμηλό φωτισμό

 

Ο ΑΦΡΟΣ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΩΝ ΗΜΕΡΩΝ

 

Ηρακλής Παπαϊωάννου

 

Η φωτογραφία έχει σχολιαστεί συχνά, τα τελευταία κυρίως χρόνια, για το φανερό ή λανθάνον πολιτικό της υπόστρωμα, τις ιδεολογικές προεκτάσεις ακόμη και εικόνων φαινομενικά συνηθισμένων. Όπως προκύπτει όμως, εκτός του περιεχομένου, ακόμη και τα ίδια τα υλικά της φωτογραφίας εμπλέκονται ενίοτε σε τέτοιες αναγνώσεις: τη μεταπολεμική περίοδο μεγάλες εταιρείες όπως η Kodak και η Polaroid σχεδίαζαν έγχρωμα φιλμ που αναπαρήγαγαν με ικανοποιητική πιστότητα το λευκό δέρμα, αλλά αποτύγχαναν (χωρίς ενισχυτική λάμψη φλας) να αποδώσουν τους σκούρους τόνους στην επιδερμίδα των έγχρωμων πολιτών (http://www.theguardian.com/artanddesign/2013/jan/25/racism-colour-photography-exhibition). Αν λοιπόν φωτογράφιζε κανείς μαζί δύο παιδιά, ένα λευκό και ένα μαύρο, η επιδερμίδα του λευκού αποδιδόταν σχετικά αξιόπιστα. Στο μαύρο όμως διακρινόταν συχνά μόνο το λευκό των ματιών και των δοντιών. Στοιχεία από τα αρχεία των εταιρειών κατέδειξαν ότι ο σχεδιασμός των υλικών ήταν συνειδητός και ότι στις αρχές του ’70 ερευνητές των εταιρειών είχαν ξεσηκώσει διαμαρτυρία γι’ αυτή την πρακτική που συνδέθηκε έμμεσα και με την υπεράσπιση των εταιρειών προς την πολιτική του απαρτχάιντ. Οι φωτογράφοι Άνταμ Μπρούμπεργκ και Όλιβερ Τσάναριν, που έκαναν πρόσφατα μια φωτογραφική εργασία στη Νότια Αφρική με ληγμένα υλικά εκείνης της περιόδου τα οποία προμηθεύτηκαν μέσω διαδικτύου, αναφέρουν ότι ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ το 1977 στη διάρκεια ενός γυρίσματος στη Μοζαμβίκη αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει φιλμ Kodak με την αιτιολογία ότι ήταν εγγενώς ρατσιστικό. Παρά τις εσωτερικές αντιδράσεις, οι εταιρείες φαίνεται πως αναδιπλώθηκαν ουσιαστικά μόνο όταν η κυριαρχία της έγχρωμης φωτογραφίας στη διαφήμιση οδήγησε σημαντικές βιομηχανίες όπως αυτές της σοκολάτας ή των επίπλων να διαμαρτύρονται για την ελλιπή απόδοση των σκουρόχρωμων προϊόντων τους μέσα από τη γυαλιστερή έγχρωμη εικόνα. Ως αποτέλεσμα η Kodak δημιούργησε στις αρχές της δεκαετίας του ’80(!) μια νέα γενιά υλικών που πρόσφερε ένα σαφώς βελτιωμένο αποτέλεσμα, αναδεικνύοντας τη σάρκινη υπόσταση όλων πλέον των ανθρώπων ανεξαρτήτως χρώματος. Είχε μεσολαβήσει βέβαια η πύρινη δεκαετία του ’60 κατά την οποία διεξήχθη σκληρός αγώνας για να αλλάξει ροή το ισχυρό ρεύμα των φυλετικών διακρίσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι το πρόγραμμα βελτίωσης των φωτογραφικών υλικών έφερε τον κωδικοποιημένο τίτλο «Φωτογραφίζοντας ένα σκούρο άλογο σε χαμηλό φωτισμό»!

Τα δεδομένα αυτά φανερώνουν, πέρα από κάθε αμφιβολία, ότι η φωτογραφία και η τεχνική εικόνα γενικότερα είναι συνυφασμένη με πολιτικές προεκτάσεις ή συνέπειες σχεδόν σε κάθε έκφανσή της, ακόμη και όταν μιλάμε για αθώες αναμνηστικές φωτογραφίες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, πέρα από τη σημασία της απαθανάτισης του ατόμου, της οικογένειας ή της κοινότητας, τα ίδια τα υλικά έφεραν κρυφή ατζέντα φυλετικών διακρίσεων. Η πρακτική αυτή βέβαια φανερώνει επίσης ανάγλυφα την κοινωνική συνθήκη μιας ολόκληρης εποχής: ότι, για παράδειγμα, λευκοί και έγχρωμοι δεν φωτογραφίζονταν προφανώς συχνά μαζί, ζούσαν σε παράλληλους κόσμους, πραγματικούς και εικονογραφικούς. Όμοια, ότι η αναπαράσταση έγχρωμων πολιτών σε εικονογραφημένα περιοδικά (ρεπορτάζ, διαφημίσεις, μόδα) μάλλον δεν συνηθίζονταν. Ο εκδημοκρατισμός τον οποίο επέφερε η φωτογραφία μοιάζει τελικά αρκετά πιο αμφιλεγόμενος. Αναλογίζεται επίσης κανείς ότι οι έγχρωμοι πολίτες, για λόγους κοινωνικούς και οικονομικούς, επιδίωκαν ίσως λιγότερο τη φωτογραφική τους αναπαράσταση, διαθέτοντας περιορισμένη πρόσβαση στην εικόνα τους. Κι όταν ακόμη όμως βρισκόταν λόγος, συνειδητός ή τυχαίος, για να σταθούν απέναντι στον φακό μπορούσαν να παραμένουν βολικά κρυμμένοι στις σκιές της φωτογραφίας.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 06 (10.2013)