#8 – Video Room

 

Ο ΑΦΡΟΣ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΩΝ ΗΜΕΡΩΝ

 

Ηρακλής Παπαϊωάννου

 

Τι ταινίες έβλεπε ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν; Ο συμπατριώτης του δημοσιογράφος και κριτικός κινηματογράφου Χένεκ Πάλλας, ερευνώντας το καταφύγιό του στο απομονωμένο νησάκι Φόρο, ανακάλυψε το video room του μεγάλου Σουηδού σκηνοθέτη. Μπαίνοντας στο δωμάτιο ο έκπληκτος Πάλλας αντίκρισε μια παλιομοδίτικη τηλεόραση, τη χακί μοκέτα, μια πράσινη αναπαυτική πολυθρόνα και εκατοντάδες βιντεοταινίες. Στο προσωπικό μελετητήριο του Μπέργκμαν αριθμήθηκαν συνολικά 1.711 συνολικά ταινίες. Ο Πάλλας κατέγραψε προσεκτικά το περιεχόμενο του δωματίου και ξεκίνησε ένα σχετικό ντοκιμαντέρ. Ανάμεσα στο υλικό της συλλογής βρήκε ταινίες του Αγγελόπουλου (Το βλέμμα του Οδυσσέα, Το μετέωρο βήμα του πελαργού), τον Αγνοούμενο του Γαβρά. Εκτός όμως από ταινίες σκηνοθετών όπως ο Χάνεκε, ο Κισλόφσκι ή ο Γούντυ Άλλεν, ανακάλυψε επίσης τα Σαγόνια του καρχαρία, τους Μπλουζ Μπράδερς, τον εμπορικό Τζέημς Μποντ, την αισθησιακή Εμμανουέλλα.1

Η είδηση μαρτυρά κατ’ αρχάς κάτι αναμενόμενο ίσως αλλά όχι αναγκαστικά δεδομένο: ότι ο μεγάλος δημιουργός ήταν επίσης φανατικός θεατής. Αφουγκραζόταν σε συνθήκες ιδιωτικής γαλήνης την τέχνη των άλλων δημιουργών, επιβεβαιώνοντας το αυτονόητο: κανένας, όσο σπουδαίος κι αν είναι, δεν δημιουργεί στο κενό. Η τέχνη και ο πολιτισμός δεν είναι προϊόν παρθενογένεσης αλλά ένα πολυεπίπεδο ψηφιδωτό, προϊόν συλλογικής πορείας στον χώρο και τον χρόνο στην οποία κανένας δεν διεκδικεί την απόλυτη αυθεντία.

Η μαρτυρία αυτή αμφισβητεί επίσης τον απόλυτο διαχωρισμό ανάμεσα στην υψηλή και τη μαζική, εμπορική τέχνη. Κανείς δεν συγκρίνει ασφαλώς τον Φελλίνι με μια ανάλαφρη ταινία της σειράς. Παραμένει όμως γεγονός ότι είναι μάταιο, αν όχι αδύνατο, να επιχειρεί κανείς να συσκευάσει αεροστεγώς την υψηλή κουλτούρα από τη μαζική. Η πρώτη χαράζει δρόμους, τολμά να εισέλθει σε αχαρτογράφητα εδάφη, αποπειράται να πραγματώσει προσωπικά οράματα, είναι τεχνικά και αισθητικά δουλεμένη σε βάθος. Κάποια έργα της βέβαια είναι αμφιλεγόμενα, δυσνόητα, δημιουργώντας ανάχωμα στην επαφή με το ευρύ κοινό. Η μαζική κουλτούρα από την άλλη είναι συνήθως μετριότερων πνευματικών προδιαγραφών, αποσκοπεί στην εμπορική επιτυχία και συχνά προπαγανδίζει την κυρίαρχη κουλτούρα. Εμφανίζεται βατή, χρησιμοποιεί στερεότυπα, αποφεύγει επικίνδυνα μονοπάτια. Παρ’ όλα αυτά επηρεάζει τη σκέψη και την πράξη του πλήθους, διαθέτει συνεπώς κατευθυντήρια δύναμη που δεν μπορεί να περνά απαρατήρητη, ενώ ενίοτε εμφανίζει ενδιαφέρουσες ποιότητες. Δεν είναι άλλωστε εν διαστάσει η σοβαρή τέχνη με τη μαζική κουλτούρα. Και σε κάθε περίπτωση το χαοτικό εργαστήρι του μυαλού χωνεύει τα πράγματα πολύ πιο πολύπλοκα από τα όποια επίσημα ή αφανή αισθητικά όρια.

Το θέμα υψηλής και μαζικής κουλτούρας ενδιαφέρει και το πεδίο της φωτογραφίας. Τον 20ό αιώνα η φωτογραφία συνδέθηκε με πρωτοπορίες, ανέβηκε τα σκαλοπάτια μεγάλων μουσείων, πέτυχε απροσδόκητα υψηλές τιμές στα χρηματιστήρια της τέχνης, παράλληλα όμως διαδόθηκε ως πολύπλευρη γλώσσα που μετέφερε ιδέες και αξίες σε κάθε σπίτι, σε κάθε μυαλό, μέσα από εύπεπτα, εμπορικά κανάλια. Με τρόπο αντίστοιχο αυτού που μας διδάσκει ο Μπέργκμαν για τον κινηματογράφο, δεν είναι εύκολο να διαμορφώσει κανείς γνώμη για τη φωτογραφία αν δεν λάβει υπόψη του όλα τα είδη καρπών που βγάζει το δέντρο. Η είδηση για την ιδιωτική ταινιοθήκη του Μπέργκμαν φέρνει, χωρίς καμία καλλιτεχνική έκπτωση, έναν απρόσιτο ημίθεο του σύγχρονου κινηματογράφου εγγύτερα στο επίπεδο ενός μέσου ανθρώπου με κοινότοπα ενδιαφέροντα. Αυτό από μόνο του συνιστά ευπρόσδεκτη εξέλιξη.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

1. Ευάννα Βερνάρδου, Ελευθεροτυπία (2.2.2013).

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 08 (12.2013)