#9 - σύγχρονες κιβωτοί

 

Ο ΑΦΡΟΣ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΩΝ ΗΜΕΡΩΝ

 

Ηρακλής Παπαϊωάννου

 

Η έννοια της κιβωτού, έλκοντας εν μέρει την καταγωγή της από την Παλαιά Διαθήκη, έχει περάσει στο συλλογικό ασυνείδητο ως μυθολογία της σωτηρίας του κόσμου. Σήμερα, σε μια εποχή που διακυβεύεται η κατάρρευση οικοσυστημάτων, και ενώ η χλωρίδα και η πανίδα φτωχαίνουν διαρκώς, αποκτά μια δραματικά ρεαλιστική επικαιρότητα. Έτσι, ο φωτογράφος του NationalGeographic Τζόελ Σαρτόρε αποφάσισε να φωτογραφίσει όσα απειλούμενα είδη μπορούσε να εντοπίσει, υπερβαίνοντας μέχρι στιγμής τα 2.650, γεγονός που καταδεικνύει με απόλυτη ακρίβεια το μέγεθος της απειλής. Στα στούντιο αυτά πορτρέτα, τα ζώα εμφανίζονται συχνά να αιωρούνται στο απόλυτο σκοτάδι που προοιωνίζεται την ανυπαρξία, το έρεβος του Κάτω Κόσμου. Άλλα πάλι εικονίζονται σε ένα εκτυφλωτικά λευκό φόντο το οποίο ανακαλεί ίσως, με πικρή ειρωνεία, την πιθανότητα της μεταθανάτιας ζωής. Πολλά από αυτά τα είδη άλλωστε, κατά τον φωτογράφο, έχουν ήδη αφανιστεί. Οι εικόνες τους συνεπώς συνιστούν ενθύμια και τεκμήρια συγχρόνως μιας θαυμαστής αλλά παράλληλα συρρικνούμενης βιοποικιλότητας. Ίσως γι’ αυτό ο Σαρτόρε επιλέγει να τις επιβιβάσει σε μια σύγχρονη, ψηφιακή κιβωτό.

Ο Σαρτόρε αλιεύει τα δείγματά του από ζωολογικούς κήπους καθώς λόγω σπανιότητας είναι δύσκολο αυτά να ανευρεθούν ελεύθερα στη φύση, πόσο μάλλον να φωτογραφηθούν. Το στούντιο πορτρέτο, απουσία άλλων πληροφοριακών στοιχείων, του επιτρέπει να εξομοιώσει σε σημασία την κλίμακα του βατράχου με εκείνη του χιμπατζή. Τα ζωηρά, κορεσμένα χρώματα ανακαλούν την εξωτική αισθητική του NationalGeographic, που έκανε κάποτε στούντιό του κάθε γωνιά του πλανήτη. Τα ίδια τα πορτρέτα όμως δεν αναδίδουν αναγκαστικά αίσθημα απειλής. Αυτή ελλοχεύει στη συμφραζόμενη γνώση και τη μελαγχολική αθωότητα των βλεμμάτων, μελαγχολία που έχει ίσως τη ρίζα της στη χρόνια συνθήκη αιχμαλωσίας.

Η κιβωτός, στην κυριολεκτική και μεταφορική της έννοια, αποτελεί τελικά μέρος του πεπρωμένου της φωτογραφίας, μέσα από συλλογές, αρχεία, εκθέσεις, εκδόσεις που ανθολογούν θραύσματα, βιώματα, εμπειρίες, ψηλαφούν το φως και το σκοτάδι ενός πολιτισμού αμφιλεγόμενου για τον οποίο η κατασκευή αναμνήσεων και αφηγήσεων είναι πλέον πιο σημαντική από το βίωμα. Πιο εύκολα άλλωστε επιβιώνει σήμερα κάτι σε εικόνες παρά σε φυσική μορφή. Η φωτογραφία βέβαια, που εδώ καλείται να παίξει ρόλο διασώστη, υπήρξε επί ενάμιση αιώνα, όταν η αποικιοκρατία αναζητούσε εργαλεία κυριαρχίας από απόσταση, πειθήνιος βραχίονας στη διαδικασία εξερεύνησης του πλανήτη, αποβλέποντας στην ανηλεή εκμετάλλευση κάθε φυσικού πόρου. Εισέβαλε ακόμη και στις πιο παρθένες γωνιές του, παραδίδοντάς τες βορά στην ακόρεστη περιέργεια του βλέμματος και του άπληστου μηχανισμού που το όπλιζε. Ανέλαβε ακόμη το ευγενές έργο να απεικονίζει ανθρώπινους τύπους από τόπους μακρινούς, ως εξωτικά ομοίως δείγματα με εικόνες που συγκροτούσαν εξίσου παράξενες κιβωτούς υπό το σοβαρό πρόσχημα της ανθρωπολογίας και άλλων επιστημών. Τώρα που οι «άγριοι» εξημερώθηκαν, οι πολιτισμοί τους μουσειοποιήθηκαν και οι τόποι τους κατακτήθηκαν, εμφανίζονται τα κινήματα διατήρησης για να διαπιστώσουν ότι τα πάντα σκιάζονται και βιάζονται από την παρέμβαση του ανθρώπου. Υπάρχει κάτι ελεγειακό, βαθιά ίσως αντιφατικό, στον τρόπο που λειτούργησε στις σύγχρονες κοινωνίες η φωτογραφία: πρώτα εξοικείωσε το ευρύ κοινό με το άγνωστο, το παράξενο, ελέγχοντας και εμπορευματοποιώντας το ως γραφικό. Όταν αυτό είχε αλωθεί και καταναλωθεί, αναζητούνταν πλέον ως κάτι απειλούμενο και σωζόταν με την ίδια ακριβώς μέθοδο: εικονιζόταν ξανά.

 

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 09 (01.2014)