το φοιτητικό «όχι» στην κοινωνική και πολιτισμική αλλοτρίωση

 

Η πρώτη συστηματική διερεύνηση στην αγγλική γλώσσα των φοιτητικών
κινημάτων διαμαρτυρίας που έδρασαν στην Ελλάδα την περίοδο 1967-1974.

Κριτική για τη μονογραφία Children of the Dictatorship. Student Resistance,
Cultural Politics, and the “Long 1960s” του Κωστή Κορνέτη

 

Νίκος Παπαδογιάννης

 

Στη συγκυρία της παρούσας κρίσης πυκνώνουν οι φωνές οι οποίες ασκούν δριμεία κριτική στην περίοδο της Μεταπολίτευσης, ταυτίζοντάς τη μονοσήμαντα με την έξαρση των πελατειακών σχέσεων και την καθυπόταξη κάθε πτυχής του δημόσιου βίου στην εξυπηρέτηση κομματικών συμφερόντων. Οι «αντι-μεταπολιτευτικές» φωνές, όπως εύστοχα έχουν χαρακτηριστεί από τον Δημοσθένη Παπαδάτο-Αναγνωστόπουλο, κατά κανόνα θέτουν στο στόχαστρο και τη λεγόμενη «γενιά του Πολυτεχνείου», την οποία θεωρούν υπεύθυνη για τις εξελίξεις αυτές. Μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις, ιδίως στη ρητορική της Χρυσής Αυγής, η «αντι-μεταπολιτευτική» τοποθέτηση συναρθρώνεται και με μια απόπειρα να εκμηδενιστεί η σημασία της εξέγερσης του Πολυτεχνείου το 1973.

Σε αυτό το πλαίσιο, η δημοσίευση της μονογραφίας του Κωστή Κορνέτη (Kostis Kornetis, Children of the Dictatorship. Student Resistance, Cultural Politics, and theLong 1960sin Greece, Berghahn Books, Νέα Υόρκη/Οξφόρδη 2013), η οποία αποτελεί μια πολύ ευαίσθητη και προσεκτική ανάλυση του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος στην Ελλάδα, είναι μια πραγματικά καλοδεχούμενη εξέλιξη. Η συγκεκριμένη μονογραφία αποτελεί την πρώτη συστηματική διερεύνηση στην αγγλική γλώσσα των φοιτητικών κινημάτων διαμαρτυρίας που έδρασαν στην Ελλάδα την περίοδο 1967-74. Κεντρικός άξονας του βιβλίου είναι η κατηγοριοποίηση των υποκειμένων του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος σε δύο γενιές: η πρώτη, σύμφωνα με τον Κορνέτη, ήταν η συνέχεια των νέων που συμμετείχαν στη Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη και έδρασε μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’60, ενώ η δεύτερη εμφανίζεται από το 1971 στο πλαίσιο της απόπειρας του δικτατορικού καθεστώτος για «ελεγχόμενη φιλελευθεροποίηση».

Ένα από τα βασικά προτερήματα του βιβλίου είναι ότι, ενώ εστιάζει στην Ελλάδα, αποφεύγει μια προσέγγιση που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μεθοδολογικά εθνοκεντρική, κάτι που επιτυγχάνει με δύο τρόπους. Καταρχήν, αναλύει την επίδραση υπερεθνικών πολιτισμικών ροών [transnational cultural flows] στη διαμόρφωση του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Εντοπίζει την επίδραση τέτοιων ροών στη φυσιογνωμία των φοιτητών αυτών σε τέσσερα επίπεδα: στα συνθήματα, στην ενδυμασία, καθώς και στη μουσική και τις κινηματογραφικές ταινίες που άσκησαν επιρροή σε αυτούς. Όσον αφορά τα συνθήματα, αναφέρει ενδεικτικά ότι στην εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973 οι φοιτητές παραλλήλιζαν τον αγώνα τους με τη διαμαρτυρία σε άλλες χώρες, όπως στην Ταϊλάνδη, όπου τον Οκτώβρη του 1973 περίπου 200.000 διαδηλωτές, κυρίως φοιτητές, συγκρούστηκαν με την αστυνομία αγωνιζόμενοι κατά του αυταρχικού καθεστώτος του Thanom Kittikachorn. Η ενδυμασία τους, σε αντίθεση με τη «γενιά των Λαμπράκηδων», δεν περιλάμβανε επίσημο κοστούμι, αλλά τζιν παντελόνι τόσο για τους νέους άντρες όσο και για τις νέες γυναίκες, στο πρότυπο της εμφάνισης των νέων που συμμετείχαν σε κινήματα διαμαρτυρίας στη Δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική εκείνη την περίοδο. Επιπλέον, ο Κορνέτης επισημαίνει την αυξανόμενη διάδοση στο αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα της ροκ μουσικής από τις Η.Π.Α. και τη Βρετανία, ως προς την οποία η «γενιά των Λαμπράκηδων» ήταν από επιφυλακτική έως και εχθρική. Τέλος, επιχειρηματολογεί πειστικά ότι κινηματογραφικές ταινίες, όπως οι Φράουλες και αίμα (1970) και το Woodstock (1970), υπήρξαν όχι μόνο σημείο αναφοράς για τους φοιτητές που εξετάζει, αλλά και ένα «παράθυρο στον κόσμο» που τους έφερε σε επαφή με νεανικά κινήματα διαμαρτυρίας στις Η.Π.Α. και τη Δυτική Ευρώπη που έδρασαν στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Όπως αναφέρει ενδεικτικά ένα παράθεμα του βιβλίου, «Angeliki Xydi remembers that the global repertoire of youthful defiance struck her through the documentary on the festival of Woodstock rather than through the reporting of the ’68 events, which for some reason passed unnoticed for her:

 

Various things that were taking place abroad reached me of course, but these too came through in strange ways, not very clearly. I do not remember, that is, being intrigued by May ’68. I should not lie about that, I discovered it later on. But I remember that I was impressed by Woodstock and that I saw the movie three times and that once I also dragged my mother. I wanted to bring her to the cinema and make her watch as well and understand what incredible things were taking place outside Greece. (Xydi, interview)».

 

Επιπλέον, ο συγγραφέας τοποθετεί την εξέταση του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος στην Ελλάδα στο πλαίσιο εννοιολογικών προβληματισμών για τη δεκαετία του ’60 που έχουν διατυπωθεί στη διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα. Ενδεικτικά, υποστηρίζει ότι και στην Ελλάδα πραγματοποιήθηκαν οι δομικοί κοινωνικοί μετασχηματισμοί που ο Arthur Marwick εντόπισε στην Ιταλία, τη Βρετανία, τη Γαλλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τη διάρκεια της «μακράς δεκαετίας του ’60» [long Sixties], δηλαδή από τα τέλη της δεκαετίας του ’50 μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του ’70. Τέτοιες διαδικασίες αφορούσαν τη διάδοση μαζικών καταναλωτικών πρακτικών, την εσωτερική μετανάστευση από τις αγροτικές περιοχές στα αστικά κέντρα και τη σημαντική αύξηση του αριθμού των φοιτητών. Επιπλέον, προσεγγίζοντας το ζήτημα του εάν και κατά πόσο η δράση της δεύτερης γενιάς του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος στην Ελλάδα μπορεί να χαρακτηριστεί ως η ελληνική εκδοχή των εξεγέρσεων του «1968», ο Κορνέτης δίνει μια σύνθετη απάντηση. Ενώ τονίζει διασυνδέσεις μέσω των πολιτισμικών ροών που προανέφερα, ταυτόχρονα δείχνει ότι οι διεκδικήσεις των Ελλήνων φοιτητών που αντιστέκονταν στο δικτατορικό καθεστώς διέφεραν από τις αντίστοιχες του «1968», τουλάχιστον όπως εκφράστηκαν στη Γαλλία, σύμφωνα με τους Andrew Feenberg και Jim Freedman: στην πρώτη περίπτωση επικεντρώνονταν στην «οικονομική εκμετάλλευση», ενώ στη δεύτερη στην «κοινωνική και πολιτισμική αλλοτρίωση».

Άξιος μνείας είναι και ο τρόπος που σκιαγραφεί ο Κορνέτης τις σεξουαλικές πρακτικές και έμφυλες σχέσεις που αναπτύχθηκαν εντός του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος στην Ελλάδα. Ο συγγραφέας δείχνει ότι, ενώ υπήρξε μια φιλελευθεροποίηση των σεξουαλικών πρακτικών ανάμεσα στους φοιτητές στην Ελλάδα την περίοδο που εξετάζει, ο βαθμός και ο τρόπος που βιώθηκε η διαδικασία αυτή ποίκιλλε. Ενδεικτικά, η ομοφυλοφιλία εξακολούθησε να είναι θέμα ταμπού και για τους αριστερούς φοιτητές τα χρόνια αυτά. Επιπλέον, ενδείξεις σεξουαλικής χειραφέτησης των γυναικών που συμμετείχαν στο αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα συχνά προκαλούσαν την αμηχανία των ανδρών συναγωνιστών τους. Όπως αναφέρεται σε μια προφορική μαρτυρία που παρατίθεται στο βιβλίο,

 

«Melpo was a nice chick back then and very emancipated and all that jazz. I was containing myself, containing myself, containing myself, and one day, at 5 o’clock in the morning, after a night-long I don’t know what, at Nea Philadelphia Square, I told her, “Look. I’m fed up. I’ll tell you everything so that I can let myself go. I don’t want us to be together any longer, because you are humiliating me, you dress like a whore!” (Lionarakis, interview)». 

 

Το βιβλίο βασίζεται σε έναν συνδυασμό γραπτών και προφορικών πηγών. Η μεθοδολογική προσέγγιση του Κορνέτη στις προφορικές μαρτυρίες που συνέλεξε είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη: λαμβάνει υπόψη το πώς η σχέση του με τους αφηγητές, αλλά και εάν και κατά πόσο η διαστρωμάτωση της μνήμης τους λόγω γεγονότων τα οποία έπονται της περιόδου που εξετάζει, επέδρασαν στις μαρτυρίες τους. Για παράδειγμα, χρησιμοποιεί την έννοια της «παγωμένης μνήμης» [frozen memory], που εισήγαγε ο Ronald Fraser, δείχνοντας πώς και για ποιους λόγους δομές σκέψης που ανέπτυξαν οι μαοϊκοί φοιτητές κατά τη διάρκεια της αντιδικτατορικής τους δράσης εξακολουθούν να δεσπόζουν στη ρητορική τους μέχρι σήμερα, ακόμη και στην περίπτωση που ο ιδεολογικός τους προσανατολισμός έχει αλλάξει ριζικά από τότε.

Συνοψίζοντας, θεωρώ ότι το συγκεκριμένο βιβλίο είναι μια πολύ ουσιαστική συνεισφορά στην ιστοριογραφία της σύγχρονης Ελλάδας, αλλά και των νεανικών κινημάτων διαμαρτυρίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Μάλιστα, το σχόλιο που περιέχει το βιβλίο, ότι δηλαδή οι μετασχηματισμοί, τους οποίους ο Marwick χαρακτηρίζει ως συστατικά στοιχεία της «μακράς δεκαετίας του ’60», παρατηρούνται και στην Ισπανία και στην Πορτογαλία, μπορεί να τροφοδοτήσει περαιτέρω ιστοριογραφικές αναζητήσεις. nbsp]

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

  ΧΡΟΝΟΣ 10 (02.2014)