τα ελληνικά κοιτάσματα υδρογονανθράκων: φαντασίωση vs πραγματικότητας

 

Η πρόκληση που αντιμετωπίζουν οι φτωχές χώρες και οι δυσοίωνες προοπτικές της εξόρυξης υδρογονανθράκων

 

Λεωνίδας Πετράκης

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Στέφανος Θεοδωρίδης

 

Οι υδρογονάνθρακες έχουν γίνει απαγορευτικά ακριβοί για τους Έλληνες, καθώς το κόστος θέρμανσης και μετακίνησης με τα μέσα μαζικής μεταφοράς αυξάνεται ενώ τo εισόδημα μειώνεται. Ταυτόχρονα, τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων στα οποία ευελπιστεί η χώρα, διαφημίζονται ως δυνητική πανάκεια για τα οικονομικά δεινά της, ως αφετηρία για ένα νέο ξεκίνημα που υπόσχεται φθηνότερη ενέργεια και μαζί εξαγωγή του όποιου πλεονάσματος στην πεινασμένη για ενέργεια Ευρώπη. Επιπλέον, θεωρείται ότι τα κοιτάσματα θα συμβάλουν στην εξάλειψη του τεράστιου χρέους της χώρας και θα προσφέρουν μια στέρεη βάση για την οικονομική της ανάπτυξη και ευημερία. Μάλιστα, το ζήτημα αυτό αναπαράγεται συστηματικά και από τους ειδικούς και από τους αρθρογράφους των Μ.Μ.Ε., οι οποίοι προσπαθούν είτε να επιβεβαιώσουν την πραγματική αξία του εθνικού αυτού πλούτου είτε να αποκαλύψουν ξένες συνωμοσίες που αποσκοπούν στην ιδιοποίησή του. Το ενδιαφέρον για τα ελληνικά κοιτάσματα υδρογονανθράκων έχει εντείνει η ανακάλυψη κοιτασμάτων στα ανοιχτά των κυπριακών ακτών, με αποτέλεσμα να μπαίνουν στο παιχνίδι τρίτοι, όπως η Deutsche Bank, οι οποίοι επαναλαμβάνουν ή διογκώνουν τα καλά νέα. Αυτή η υπερβολική ευφορία εστιάζει στο όφελος που θα προκύψει και στην ταχύτητα με την οποία τα κέρδη από τα κοιτάσματα αυτά θα γεμίσουν τα κρατικά ταμεία, καθώς οι πιο αισιόδοξοι υπολογισμοί μιλούν για τρισεκατομμύρια ευρώ μέσα στα επόμενα τέσσερα χρόνια.

Ίσως λοιπόν θα ήταν χρήσιμο να πάρουμε μια βαθιά ανάσα και να δούμε τα πράγματα από κάποια απόσταση για να αποτιμήσουμε την κατάσταση. Άλλωστε η εμπειρία των Η.Π.Α. καταδεικνύει σε ρεαλιστικό επίπεδο τι περιμένει την Ελλάδα και άλλες φτωχές χώρες που επιχειρούν να προχωρήσουν στην εκμετάλλευση των –υπαρκτών ή προσδοκώμενων– κοιτασμάτων υδρογονανθράκων.

Η εποχή των υδρογονανθράκων για τις Η.Π.Α. ξεκίνησε το 1859 με τα πρώτα πηγάδια να ανοίγονται στην Πενσυλβάνια και αργότερα στο Τέξας και αλλού. Μάλιστα, οι υδρογονάνθρακες είναι η αιτία της παγκόσμιας κυριαρχίας των Η.Π.Α.  κατά τον 20ό αιώνα και, όπως φαίνεται και από τις τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις των υποψηφίων στις πρόσφατες προεδρικές εκλογές, εξακολουθούν να βρίσκονται στο επίκεντρο της προσοχής. Οι υδρογονάνθρακες ήρθαν στο προσκήνιο για τις Η.Π.Α.  τη δεκαετία του ’70, μετά το εμπάργκο των αραβικών πετρελαιοπαραγωγών χωρών και την ιρανική επανάσταση. Ο τότε πρόεδρος Τζίμμυ Κάρτερ δήλωσε ότι η ενεργειακή κρίση είναι «ηθικά ισοδύναμη με πόλεμο», και μάλιστα προχώρησε σε συμβολικές πράξεις για να κινητοποιήσει τον απλό κόσμο. Για παράδειγμα, εμφανίστηκε στην τηλεόραση με μάλλινο πουλόβερ θέλοντας να προτρέψει τους πολίτες να χαμηλώσουν το θερμοστάτη. Ο ίδιος φρόντισε να τοποθετηθούν στον Λευκό Οίκο φωτοβολταϊκά στοιχεία. Όταν ανέλαβε την προεδρία ο Ρόναλντ Ρέηγκαν, έσπευσε να τα αφαιρέσει και κατέστησε πιο ελαστικούς τους κανονισμούς για τις έρευνες και την εξόρυξη υδρογονανθράκων. Ο πρόεδρος Μπους (ο Πρεσβύτερος), από την άλλη, εξέδωσε ένα πλήρες σχέδιο Εθνικής Ενεργειακής Στρατηγικής που έβαλε οριστικά τη χώρα στον δρόμο της αληθινής ενεργειακής αυτάρκειας, ασφάλειας και ευημερίας.

 

Επιθετικές γεωτρήσεις στο Ιόνιο και στην Κρήτη

Ωστόσο η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Το 1970 οι Η.Π.Α. κάλυψαν το 40% των αναγκών τους σε πετρέλαιο μέσω εισαγωγών πληρώνοντας 35 σεντς το γαλόνι, ενώ αυτή τη στιγμή οι εισαγωγές έχουν φτάσει το 65% και η τιμή της βενζίνης έχει δεκαπλασιαστεί. Η ζοφερή αυτή εικόνα της ισχυρότερης χώρας του κόσμου δείχνει την τρομακτική πρόκληση που αντιμετωπίζει η Ελλάδα καθώς και άλλες φτωχές χώρες. Μάλιστα, οι προοπτικές που διαγράφονται κάθε άλλο παρά ευοίωνες είναι, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς ότι οι Η.Π.Α. ξεκίνησαν από απλά πηγάδια που ανέβλυζαν άφθονο πετρέλαιο, και σήμερα έχουν στη διάθεσή τους ένα πανίσχυρο οπλοστάσιο που τους εξασφαλίζει επιτυχία: εντυπωσιακές δημόσιες και ιδιωτικές πρωτοβουλίες (τη στιγμή που η Ελλάδα διαλύει το ούτως ή άλλως περιορισμένης δυναμικής Ι.Γ.Μ.Ε. – Ινστιτούτο Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών), καθώς και τεράστιους οικονομικούς πόρους που προσφέρονται σε επενδύσεις. Φυσικά όλα αυτά αποσκοπούν στο κέρδος και ενδεχομένως να οδηγήσουν σε σύγκρουση με τα κατά τόπους εθνικά συμφέροντα, κάτι που δεν πρέπει να ξεχνάμε, ειδικά αν λάβουμε υπόψη τις πρόσφατες συμφωνίες που υπέγραψαν οι Έλληνες στην απελπισμένη προσπάθειά τους να εξασφαλίσουν την τελευταία δόση από την τρόικα.

Οι πρώτες έρευνες για τους υγρούς υδρογονάνθρακες της Ελλάδας πραγματοποιήθηκαν το 1860, έναν χρόνο μετά από αυτές στις Η.Π.Α., όμως η πορεία τους είναι πολύ διαφορετική. Εκείνες οι πρώτες έρευνες επικεντρώθηκαν στο Ιόνιο Πέλαγος, κοντά στη Ζάκυνθο, όμως από εμπορική άποψη τα ευρήματα ήταν αδιάφορα. Στη συνέχεια, προσπάθειες να εντοπιστούν υδρογονάνθρακες στον ελληνικό χώρο (ορισμένες εν κρυπτώ, καθώς φαίνεται) έγιναν από τη δεκαετία του 1960 και μετά. Περισσότερες από διακόσιες πετρελαιοπηγές έχουν διανοιχτεί συνολικά, με πιο εντυπωσιακά αποτελέσματα στην περίπτωση του Πρίνου. Η παραγωγή της συγκεκριμένης πετρελαιοπηγής –η οποία είναι δαπανηρή, αφού οι πηγές της φτάνουν σε βάθος 3.000 μέτρων– έφτασε στο ζενίθ της κατά τα τέλη του ’80, ενώ σήμερα ανέρχεται σε λιγότερο από 2.000 βαρέλια τη μέρα που καλύπτουν λιγότερο από το 1% των ενεργειακών αναγκών της χώρας.

Το πρόσφατο πανδαιμόνιο γεωτρήσεων επικεντρώθηκε για άλλη μια φορά στο Ιόνιο Πέλαγος, αλλά και στη δυτική ηπειρωτική χώρα και στα νότια της Κρήτης, και στηρίχτηκε κατά κύριο λόγο στην ύπαρξη γεωλογικών σχηματισμών παρόμοιων με εκείνους της Βενεζουέλας που ευνοούν την παγίδευση ορυκτών καυσίμων. Ωστόσο και μόνο η ύπαρξη ευνοϊκών σχηματισμών δεν εγγυάται απαραίτητα ότι υπάρχουν και κοιτάσματα. Για να επαληθευτεί η ύπαρξη και η ποιότητα τέτοιων κοιτασμάτων απαιτούνται γεωτρήσεις. Νέες τεχνικές (ανάκλαση σεισμικών κυμάτων) προσφέρουν τρισδιάστατους χάρτες πιθανών κοιτασμάτων και καθοδήγηση για τα σημεία που πρέπει να γίνουν οι γεωτρήσεις. Όμως η γεώτρηση είναι δαπανηρή και πολύ πιο επικίνδυνη όσο αυξάνεται το βάθος της πηγής. Μέχρι και 60% αυτών των βαθιών πηγών που έχουν τσιμενταριστεί, μετά από καιρό εμφανίζουν ρωγμές και κατά συνέπεια διαρροή πετρελαίου. Νότια της Κρήτης, καθώς και στο Ιόνιο Πέλαγος (ο πειραματικός ανιχνευτής νετρίνων NESTOR [Neutrino Extended Submarine Telescope with Oceanographic Research] βρίσκεται δυτικά της Πύλου, 4.000 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας), υπάρχουν ορισμένα από τα βαθύτερα σημεία της Μεσογείου. Δύσκολα λοιπόν μπορεί κανείς να είναι αισιόδοξος όσον αφορά την προοπτική τα έσοδα από τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων να γεμίσουν σύντομα το εθνικό θησαυροφυλάκιο.

 

Οικολογική καταστροφή, η αρνητική όψη της εκβιομηχάνισης

Οι υδρογονάνθρακες (πιο σωστά: ορυκτά καύσιμα, αφού συχνά δεν αποτελούνται μόνο από υδρογόνο και άνθρακα) έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στην εκβιομηχάνιση και την ευημερία των ανεπτυγμένων κρατών, πράγμα που προκαλεί τον φθόνο των αναπτυσσόμενων κρατών. Ωστόσο το τίμημα υπήρξε πολύ ακριβό.

Τα ορυκτά καύσιμα δημιουργούνται με την εναπόθεση πλούσιων φυτικών και ζωικών οργανισμών που κατά τη διάρκεια των γεωλογικών περιόδων έχουν υποστεί χημικούς και φυσικούς μετασχηματισμούς που τους έχουν δώσει τη σημερινή τους μορφή – στερεή, υγρή ή αέρια. Συχνά η χημική τους σύσταση είναι ιδιαίτερα πολύπλοκη και βρίσκονται παγιδευμένα σε γεωλογικούς σχηματισμούς ή αναμεμειγμένα με άλλα ορυκτά, και εντοπίζονται κοντά στην επιφάνεια της θάλασσας ή κάτω από αυτή, σε μεγάλο βάθος. Καθώς ο αριθμός των πηγών μειώνεται, η εξαιρετικά πολύπλοκη διαδικασία εξαγωγής, επεξεργασίας, μεταφοράς και χρήσης των ορυκτών καυσίμων γίνεται ολοένα και πιο δαπανηρή. Και φυσικά όλα αυτά έχουν τις επιπτώσεις τους. Αρκεί να θυμηθούμε την κατάρρευση της πλατφόρμας άντλησης πετρελαίου Deepwater Horizon της BP στον Κόλπο του Μεξικού το 2010, τη διαρροή πετρελαίου στη Σάντα Μπάρμπαρα της Καλιφόρνιας και στις ακτές της Αλάσκας (από το δεξαμενόπλοιο Exxon Valdez) που κατέστρεψαν τις υπέροχες ακτές τους, το αποπνικτικό φωτοχημικό νέφος στην Αθήνα και άλλες μεγάλες πόλεις σε όλο τον κόσμο, τη σταδιακή υπερθέρμανση του πλανήτη και τα άκρως ανησυχητικά επίπεδα διοξειδίου του άνθρακα που αυτή τη στιγμή πλησιάζουν τα 400 μέρη ανά εκατομμύριο (από 270 περίπου πριν από τη βιομηχανική επανάσταση). Όλα αυτά έχουν φέρει τον πλανήτη στα πρόθυρα της οικολογικής καταστροφής.

Οι συνέπειες αυτές προκύπτουν από την εκμετάλλευση μόλις του 50% των διαθέσιμων κοιτασμάτων ορυκτών καυσίμων και πολύ συχνά από τις δραστηριότητες εταιρειών που έχουν μεγάλη εμπειρία και τεχνογνωσία στον χώρο.

Αυτή τη στιγμή τα ορυκτά καύσιμα μπορεί να βρίσκονται ακόμα παντού, αλλά τα αντίστοιχα αποθέματα είναι περιορισμένα, δεν είναι ανεξάντλητα. Εξάλλου η ανακάλυψη κοιτασμάτων δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αυτά έχουν και εμπορική αξία. Η παραγωγή πετρελαίου στις Η.Π.Α., όπως πολύ σωστά προέβλεψε ο γεωλόγος Μ. Κινγκ Χούμπερτ, έφτασε στο ζενίθ το 1970, ενώ η παγκόσμια παραγωγή άρχισε να μειώνεται το 2005. Σύμφωνα με μια έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, η παραγωγή πετρελαίου με συμβατικές μεθόδους έφτασε στο ζενίθ το 2006. Το 2005 ο Γ.Τζ. Κάμμινγκς της πετρελαϊκής Exxon-Mobil δήλωσε ότι «όλα τα εύκολα κοιτάσματα πετρελαίου και αερίου παγκοσμίως έχουν λίγο-πολύ ανακαλυφθεί. Τώρα αντιμετωπίζουμε το δύσκολο εγχείρημα ανεύρεσης και παραγωγής πετρελαίου από πιο δυσπρόσιτες περιοχές». Ο λόρδος Ρον Όξμπουργκ, πρόεδρος της Shell UK (Royal Shell Dutch), έχει δηλώσει: «Είναι πασιφανές ότι δεν υπάρχουν πολλές πιθανότητες να ανακαλύψουμε μεγάλες ποσότητες φθηνού πετρελαίου. Οι όποιες νέες ποσότητες πετρελαίου –ή όσες παράγονται με αντισυμβατικές μεθόδους– θα έχουν οπωσδήποτε υψηλό κόστος».

Ωστόσο η βιομηχανία πετρελαίου, ολοένα και πιο διψασμένη για κέρδη (ο λόρδος Όξμπουργκ κατηγόρησε ορισμένους από τους επικεφαλής της για στρουθοκαμηλισμό), έχει καταφύγει σε «επιθετικές» τεχνικές για να εξορύξει ακόμη και πολύ μικρές ποσότητες και να αποκτήσει πρόσβαση σε θαλάσσια κοιτάσματα που βρίσκονται σε μεγάλα βάθη ή σε χαμηλής διαπερατότητας γεωλογικούς σχηματισμούς. Παράδειγμα η υδραυλική ρηγμάτωση (το λεγόμενο «fracking») όπου μεγάλες ποσότητες νερού μαζί με ένα κοκτέιλ χημικών εισάγονται υπό υψηλή πίεση στον σχηματισμό που περιέχει τα αέρια κοιτάσματα, με στόχο τη διάνοιξη ρηγμάτων και την απελευθέρωση υδρογονανθράκων. Οι συνέπειες τέτοιων μεθόδων μπορεί να αποβούν καταστροφικές, καθώς τα χημικά ενδέχεται να μολύνουν τους υδάτινους πόρους, ενώ μπορεί να προκληθούν σεισμικές δονήσεις σε περιοχές που δεν ήταν ήδη σεισμογενείς.

 

Μια εναλλακτική λύση για την Ελλάδα

Αυτές οι επεμβατικές τεχνικές μπορεί να βλάψουν το περιβάλλον, τους υδάτινους πόρους, τη βιοποικιλότητα και την ποιότητα ζωής οπουδήποτε στον κόσμο, αλλά είναι ιδιαίτερα επικίνδυνες στην περίπτωση των κλειστών συστημάτων, όπως αυτό της Μεσογείου που είναι ήδη επιβαρυμένο από άλλους ρύπους. Στη λεκάνη της Μεσογείου είναι αρκετές οι χώρες που έχουν στραφεί στις γεωτρήσεις. Στην Ιταλία, η κυβέρνηση Μπερλουσκόνι έχει δώσει αφειδώς άδειες στις ενδιαφερόμενες εταιρείες, ορισμένες εκ των οποίων είναι τόσο ανεύθυνες ώστε να ζητούν άδεια για να εξερευνήσουν ακόμη και γεωλογικούς σχηματισμούς με ενεργά υποθαλάσσια ηφαίστεια (βλέπε «Εμπεδοκλής» στα ανοικτά της Σικελίας!). Δεδομένης αυτής της έξαρσης στις γεωτρήσεις, είναι απλώς ζήτημα χρόνου να προκληθεί κάποιο μεγάλο ατύχημα στη Μεσόγειο. H λεγόμενη «βαριά βιομηχανία» της Ελλάδας είναι ο τουρισμός, με κορωνίδα τα μοναδικής ομορφιάς νησιά της, τις μαγευτικές ακτογραμμές και τα κρυστάλλινα νερά, ιδανικά για κρουαζιέρες αναψυχής και αλιευτικές δραστηριότητες. Ένα τέτοιο ατύχημα λοιπόν θα είχε καταστροφικές συνέπειες για τον τουρισμό της.

Η Ελλάδα βρίσκεται αυτή τη στιγμή μπροστά σε δίλημμα: στη μία περίπτωση μπορεί να ενδώσει στο τραγούδι των σειρήνων (βλέπε υδρογονάνθρακες) και να αποκομίσει έτσι αμφίβολα κέρδη για μερικά χρόνια, διακινδυνεύοντας μια πιθανή οικολογική καταστροφή την επαύριον της οποίας θα εξακολουθεί –παρ’ όλα αυτά– να χρωστά και να βρίσκεται με υποθηκευμένες τις πλουτοπαραγωγικές πηγές και την εθνική της κυριαρχία· ένας επαίτης που ικετεύει για την έγκριση της επόμενης δόσης. Η άλλη δυνατότητα είναι να επιλέξει τολμηρές, πραγματικά καινοτόμες προσεγγίσεις ώστε να ανταποκριθεί στις ενεργειακές της ανάγκες χρησιμοποιώντας τις δικές της ανεξάντλητες και ανέξοδες πηγές (ηλιοφάνεια και ευνοϊκοί άνεμοι) και, σε συνδυασμό με πολιτικές προστασίας του περιβάλλοντος, να δείξει τον δρόμο προς μια πιο βιώσιμη ευημερία και αληθινή ενεργειακή αυτοτέλεια. Η Γερμανία, της οποίας το κλίμα είναι σαφώς λιγότερο ευνοϊκό από εκείνο της Ελλάδας, έχει ήδη τεράστιες εγκαταστάσεις φωτοβολταϊκών στοιχείων και, όπως και η Σουηδία, εγκαταλείπει την πυρηνική ενέργεια (η οποία κάποτε διαφημιζόταν ότι θα προσφέρει τόσο φτηνή ηλεκτρική ενέργεια ώστε δεν θα μας απασχολεί ούτε να τη μετράμε!).

Προκειμένου να αποφασίσει ο ελληνικός λαός –δεδομένου ότι η πλειονότητά του υποφέρει από πολιτικές τις οποίες εφαρμόζουν άνθρωποι στην καλύτερη περίπτωση ανίκανοι, ψεύτες, καιροσκόποι και ενίοτε εξόφθαλμα διεφθαρμένοι)– αξίζει έναν έντιμο και ζωηρό δημόσιο διάλογο και όχι να ακούει να επαναλαμβάνονται διαρκώς ουτοπικά-υπνωτικά κλισέ – που ανταποκρίνονται απλώς και μόνο στην περίφημη φράση «Drill, baby, drill»!1

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

1. Διάσημο σλόγκαν του ρεπουμπλικάνου Μάικλ Στηλ που χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 2008 στο Εθνικό Συνέδριο των Ρεπουμπλικάνων, και το οποίο προέτρεπε για εντατικοποίηση των γεωτρήσεων ώστε να λυθεί το ενεργειακό πρόβλημα των Η.Π.Α. (drill: γεώτρηση). (Σ.τ.Μ.)

 

 

σελ. 1 (από: 1) ΧΡΟΝΟΣ 02 (06.2013) ENGLISH VERSION |     επόμ. άρθρο >