«έχασαν, κέρδισαν, ποιος μπορεί να το πει;»

 

Μια φιλοσοφική ανάγνωση της πρώτης συλλογής μικρών πεζών και διηγημάτων του Νικόλα Σεβαστάκη, καθηγητή Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας στο Α.Π.Θ., ο οποίος εκπόνησε τη διδακτορική του διατριβή στη χαϊντεγκεριανή κριτική της τεχνικής και της νεωτερικότητας

 

Βασιλική Πέτσα

 

Στο πόνημά του με τίτλο Κτίζειν, κατοικείν, σκέπτεσθαι1 ο Μάρτιν Χάιντεγκερ σημειώνει ότι το ανθρώπινο Είναι συνίσταται στο κατοικείν, στο να υπάρχει κανείς πάνω στη γη –και, προφανώς, κάτω από τον ουρανό–, στο «παραμένειν ενώπιον των θεοτήτων» και στο «ανήκειν στη συναλληλία των ανθρώπων» (2008: 35). Αν ξεκινώ παραθέτοντας φιλοσοφικούς στοχασμούς, και παρά το γεγονός ότι ψήγματα της βιωμένης εμπειρίας ξεχωρίζουν στο μωσαϊκό της μυθοπλαστικής αφήγησης, δεν είναι για να στηριχτώ στον βιογραφισμό (σε μια λογική, δηλαδή, αντανάκλασης του προσωπικού) για την παρουσίαση της συλλογής διηγημάτων του καθηγητή Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας, Νικόλα Σεβαστάκη, ο οποίος εκπόνησε τη διδακτορική του διατριβή στη χαϊντεγκεριανή κριτική της τεχνικής και της νεωτερικότητας. Έχω, όμως, την αίσθηση ότι αν υπάρχει ένας συνεκτικός ιστός στα διηγήματα της Γυναίκας με ποδήλατο (Πόλις, 2014), αυτός μπορεί να εντοπιστεί σε ένα σχέδιο ποιητικής απόδοσης της ολοκλήρωσης της διαδικασίας μετάβασης από μια προτεχνολογική και προεπιστημονική σχέση με το υπαρκτό, προς την απομάγευση του κόσμου και την επίταση ενός αισθήματος ανεστιότητας, μια διαδρομή που προσαρμόζεται, όμως, τόσο στα δεδομένα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, όσο και στην πορεία του υποκειμένου προς την ενηλικίωση, και τελικά προς τον θάνατο. Αλλού, με τα λόγια του ποιητή, ο Σεβαστάκης θα μας πει: «Ξέχασες το νησί πάει να πει: / Ξέχασες ότι ήσουν, κάποτε, νησί / Και όχι διαρροή σωλήνων ύδρευσης στην Κασσάνδρου».2

Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, αυτό το ταξίδι στον χώρο και στον χρόνο ως συνεπιβάτες, καθισμένοι στη σχάρα του ποδηλάτου, όχι μιας γυναίκας, αλλά ενός «μικροαστού διανοούμενου με μελαγχολική αδηφαγία» (σ. 81) για βιβλία, όπως μας συστήνεται σε ένα από τα διηγήματά του ο συγγραφέας, και ας ξαναδούμε, μέσω της τέχνης, την αλήθεια όσων χάθηκαν στον υπολογισμό και τον έλεγχο της φρενήρους τεχνολογικής ανάπτυξης και όσων εμείς οι ίδιοι γίναμε. Κι αν ο ποδηλάτης μας περνά από τα ίδια τοπόσημα ξανά και ξανά, αν μας ωθεί στην παλινδρόμηση ενός vibratomisterioso της γραφής και της μνήμης, ας κοιτάξουμε καλύτερα: το πριν είναι πάντα λίγο διαφορετικό. Και, ίσως, ακόμη μπροστά μας, γιατί σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ, η ανεστιότητα, αν «τη σκεφτούμε ορθώς και τη διαφυλάξουμε καλά στον νου […] είναι η μοναδική προσαγόρευση η οποία καλεί τους θνητούς να εισέλθουν στον χώρο του κατοικείν» (2008: 75).

Και εγένετο φως: το μεσημέρι στα μέσα Ιουλίου, το φως της αμφιβολίας, της διακριτικής απραξίας και της ισορροπίας του Σεπτεμβρίου, έπειτα το αστραφτερό χειμέριο φως: το φως της φτώχειας, το φως σαν κρύσταλλο με σημάδια από τους λασπωμένους αντίχειρες των φίλων. Μα πάνω απ’ όλα το φως των αστεριών, στο πρώτο διήγημα της συλλογής, που ατενίζει με ονειροπόλα μα και κάφρικη διάθεση μια αγοροπαρέα σε κάποιο νησί, κάτω από τον ουρανό και πάνω στη γη, όπως θα το ήθελε ο Χάιντεγκερ· και είναι ο πρωταγωνιστής ο τελευταίος που θα σηκωθεί υποψιαζόμενος ότι η θλίψη ξεκινά, ακριβώς, όταν ο άνθρωπος σταματά να ονειροπολεί, όταν σηκώνεται όρθιος για να ελευθερώσει τα χέρια του, προς χάριν της «μηχανικής τεχνικής», για να αποσπάσει και να συγκρατήσει αγαθά, αντιμετωπίζοντας τη φύση με όρους αποθέματος στη βάση της εκμετάλλευσης. Tυλιγμένο με τα πέπλα της νοσταλγίας, στην αχλή μιας ατμόσφαιρας μυστηριακής, με την ασάφεια των σχημάτων και τα σβησμένα περιγράμματα των μορφών, το νησί αποκαλύπτεται μέσα από την πλαισίωση που του παρέχει η τέχνη και αποκτά τις χωροχρονικές διαστάσεις ενός πρωταρχικού παραδείσου απ’ όπου εκκινεί η πτώση. Αυτός ο εδεμικός, όμως, τόπος, αυτό το «αλλού στον χώρο και στο χρόνο», ο τόπος, ταυτόχρονα, της παιδικής ηλικίας, φέρει ήδη τα σημάδια της παρακμής: όσο κι αν τα παιδικά μάτια «πιάνονται» στη ρυθμική επανάληψη των διχτυών που ρίχνουν οι ψαράδες στο διήγημα «Σάρκινα εδώλεια», όσο κι αν «Οι τελευταίοι άσχημοι άνθρωποι» του ομώνυμου διηγήματος αντιστέκονται στην τυραννία της ομορφιάς, τα πετάλια περιστρέφονται αργά αλλά σταθερά· πρέπει να φύγουμε, η Ιστορία και του καθενός η προσωπική ιστορία προχωρούν.

Θα συναντήσουμε στον δρόμο μας τον εργάτη του Συνεταιρισμού που μας προσπερνά βιαστικός με το ποδήλατό του, στο βάθος κόσμος μαζεμένος και δύο θαλάσσιες φιγούρες που κείτονται στην ακτή αιμόφυρτες· δεν είμαστε στο σκηνικό της τελευταίας σκηνής της ταινίας DolceVita του Φελλίνι, όμως κι εδώ, κάπου εδώ, η πνευματικότητα, καθετί το υπερβατικό, οι θεότητες –ας θυμηθούμε ότι τα ψάρια λειτουργούν ως θεϊκό σύμβολο– ξεψυχούν. Όπως, αντίστοιχα, χάνεται και η μυστηριακή γοητεία της εγχώριας κινηματογραφικής «Μαλένα» όταν υφίσταται τη γήινη μεταμόρφωση, όταν σπάει ο «γυάλινος φράχτης» της απροσπέλαστης ομορφιάς, όπως ακόμη, εκεί, στα μέσα της δεκαετίας του 1980, ο παλιός κόσμος σαρώνεται στη δύναμη της φλόγας που κατακαίει τις πλαγιές του νησιού για να δώσει τη θέση του στην μπετονένια φυσιογνωμία της καινούριας εποχής που δεν έχει μάθει να θυμάται, που χτίζει χωρίς να φείδεται, χωρίς να κατοικεί, μετατρέποντας, όπως θα έλεγε ο Χάιντεγκερ, τη «νύκτα σε ημέρα και την ημέρα σε αγχώδη πολυπραγμοσύνη» (2008: 39).

Λίγο ακόμη και φτάνουμε στη Γαλλία των φοιτητικών χρόνων, των Ελλήνων φοιτητών που φλερτάρουν με την αστική τάξη της γαλλικής επαρχίας, ακούνε Γαβαλά και παίζουν πρέφα στα μίζερα ελληνικά καφενεία, των ανιαρών μαθημάτων φιλοσοφίας· κυρίως, όμως, στη Γαλλία του καταδικασμένου νεανικού έρωτα με μια μουσουλμάνα. Ο αφηγητής ανήκει σε μια γενιά αποκαθαρμένη από διονυσιακές παραφορές και ατιθάσευτα πολιτικά πάθη· «αγαπητοί μου», θα διαπιστώσει μελαγχολικά ο καθηγητής Μοζέν από τα έδρανα, «βρισκόμαστε καθ’ οδόν για την πλήρη επικράτηση του δημοκρατικού ατόμου» (σ. 200). Οι γενικολογίες, όμως, καθησυχάζουν με την αυστηρή τους περιχαράκωση της πολύπλοκης κοινωνικής πραγματικότητας μόνο όσους τις εκφέρουν αλαζονικά, κι εξάλλου, στις απαρχές της μετανεωτερικότητας, κάθε απόπειρα άρθρωσης ενός ολιστικού σχήματος είναι ήδη αναχρονιστική· φεύγουμε πάλι, αυτή τη φορά ο ποδηλάτης μάς παίρνει μαζί του στα ονειρικά ταξίδια του με το υπερωκεάνιο του Εμπειρίκου ώς τον Λίβανο και τη Συρία, να μας γνωρίσει την αγαπημένη του, κόρη άρτι αποφυλακισθέντος μαχητή του Λαϊκού Μετώπου.

Και φτάνουμε στη Θεσσαλονίκη του σήμερα· η βία δεν είναι πια η μαμή της Ιστορίας, όχι εφόσον σκοτώσαμε τη «γιαγιά Ρωσία»· κι αν οι παλιοί έφεδροι αξιωματικοί των τεθωρακισμένων του διηγήματος «Τα άρβυλα ή Φονέας γονέων», ξεπεσμένοι και ανήμποροι, σκοτώνουν ανηλεώς τους γονείς τους στο «αρχαίο κρεβάτι» για να αυτοκτονήσουν υπό το βάρος της πράξης τους και των υπαρξιακών τους αδιεξόδων, η δική μας πατροκτονία, η απομυθοποίηση των αριστερών ηρώων-συμβόλων –οι πολιτικοί εξόριστοι δεν μοιάζουν πια με τον Στάλιν, αλλά με τους φυλακισμένους των στρατοπέδων εργασίας στο διήγημα «Ο εξόριστος και η γιαγιά»– η απομυθοποίηση αυτή, λοιπόν, δεν μας φορτώνει με λιγότερες τύψεις. «Θα ξανάρθεις· όσα χρόνια κι αν περάσουν, θα ξανάρθεις»· η φασματική τους παρουσία θα μας κυνηγά στους δρόμους της πόλης να μας κρίνει για τις δικές μας ανεπάρκειες, όπως στο διήγημα «Γκριγκόρ, ένα φάντασμα», γιατί δεν ξεμπερδεύει κανείς εύκολα με τις προδομένες αγάπες και τους δολοφονημένους γονείς, γιατί το απωθημένο μοιραία πάντοτε θα επιστρέφει. Θα μας ψάχνει σε πάρκα, ανιχνεύοντας τους συμβιβασμούς, τις παραιτήσεις και τις ευκολίες· θα είναι εκεί, γιατί το πένθος για τη μητέρα κάποτε ολοκληρώνεται, γιατί φιλόστοργα και πονετικά σταματά η ίδια να μας «κοιτάζει», όπως η μητέρα του αφηγητή. Απ’ τον πατέρα-πρότυπο που απέρριψε, ωστόσο, να κρυφτεί κανείς δεν μπορεί· θα στρέφει πάντοτε το βλέμμα του πάνω μας επικριτικά, ευνουχίζοντας με τη δύναμη της ντροπής τους γιους του.

Η βία, όμως, κι ας μη φέρνει νέες εποχές, ή ίσως, ακριβώς γι’ αυτό, υπάρχει· στην καθυστερημένη καταβολή της σύνταξης στη μητέρα της απαιτητικής κόρης: «Οι τρεις λέξεις [δεν μπήκαν ακόμα] έσκισαν την πουκαμίσα με τα πουά σχέδια και σφηνώθηκαν στο στέρνο της γυναίκας. Ακριβώς πάνω από την ουλή στο αριστερό στήθος της, άνοιξαν μια τρύπα με μεγάλη διάμετρο» (σ. 207-208). Στα εκρηκτικά ξεσπάσματα των διαδηλώσεων στο διήγημα «Μα δεν υπάρχει κράτος;», αλλά, κυρίως, στην αναβίωση των φαντασμάτων μιας πλημμελούς εκκαθάρισης στο διήγημα «Ο αιχμάλωτος»: αγνοήσαμε τα χουντικά σταγονίδια και τα σύννεφα φουσκώνουν, ξαναβαραίνουν· «μετά τη βροχή», διαβάζουμε στο εναρκτήριο διήγημα, «ο ουρανός μοιραζόταν σε δύο άνισα μεταξύ τους διαστήματα: στα δυτικά βουνά ένα παχύ μολυβένιο στρώμα, και στην ανατολή το παραπέτο μιας γαλάζιας αιθρίας». Ό,τι κτίσαμε από το ’74 και μετά δεν μοιάζει με την Αγροικία στον Μέλανα Δρυμό που επικαλείται ο Χάιντεγκερ· δεν μας προστατεύει από τις θύελλες που καλούμαστε να θερίσουμε, έχοντας σπείρει, βαθιά, όπως νομίζαμε με αφέλεια, στη γη, τους ανέμους.

Γρήγορες ορθοπεταλιές και απογειωνόμαστε, βλέπουμε πια πανοραμικά. Το σχίσμα δεν υπάρχει μόνο στον ουρανό, εμφανίζεται και σαν όρυγμα στον βράχο πάνω από τα προσφυγικά στο νησί, θλιβερό μνημείο της αξιοθρήνητης επιστράτευσης του 1974, αλλά και σαν ρήξη, παραλληλισμός, ή και γέφυρα, στον τίτλο του διηγήματος: «1974 – κάθετος– (/) Παρόν». Κι αν ο διευθυντής του εργοστασίου εγκατέλειψε πρώτος τη βάρκα, το υπερωκεάνιο των ονειροπόλων της καθημερινής φούγκας/φυγής, όπου θα ερχόταν αρματωμένος και δήθεν πολεμοχαρής, αυτομόληση δεν θα το πει· αυτοεξορία θα το ονομάσει διότι, όπως θα καγχάσει ο απολυμένος εργάτης, «παλιός πασόκος ήταν, δεν θα την έβρισκε την ωραία του λέξη;» (σ. 215). Ας αφήσουμε τον αφηγητή να ξεκουραστεί, κι εμείς μαζί του, στο σήμερα, τσουγκρίζοντας το ποτήρι μας για τα παιδιά που μέτραγαν τ’ άστρα πάνω στα ρήγματα· «έχασαν, κέρδισαν, ποιος μπορεί να το πει; Όχι, πέστε μου, ποιος μπορεί να το ξέρει σε αυτούς τους καιρούς;» (σ. 217), θα μας ρωτήσει ο εργάτης που νικούσε με αυτοθυσία στους ποδοσφαιρικούς αγώνες μεταξύ εργατών για χάρη του αφεντικού με τις πράσινες γραβάτες· κι ας πιούμε μαζί του, να πάνε κάτω τα φαρμάκια των στημένων παιχνιδιών.

Μα νά που ο ποδηλάτης μας κουράστηκε, μια τελευταία στάση. Στο διήγημα «Κατάβαση στον Παράδεισο», το τελευταίο της συλλογής, ένας γερασμένος Ορφέας συναντά στον υπόγειο χώρο ενός πολυκαταστήματος καλλυντικών, στα βάθη της μνήμης, την αιώνια αργοπορούσα στα ραντεβού της Ευρυδίκη. Μα και στην ετυμολογία του ονόματός της (η πολύ δίκαιη), μια Ευρυδίκη μόνιμα υπό έλευση: ακούμε τα βήματά της αλλά δεν τη βλέπουμε στο «αινιγματικό σκοτάδι της αντηλιάς» (σ. 223) που μας τυφλώνει μαζί με τον ηλικιωμένο Ορφέα. Ένα νέο φως είν’ αυτό, που σκιάζει τους ορίζοντες του μέλλοντος. Ίσως πλησιάζει η Ευρυδίκη, ίσως έρχεται, ίσως μεταμορφώθηκε στον ομώνυμο αστερισμό, ίσως πρέπει να γυρίσουμε πάλι πίσω, ξανά στην αρχή και από την αρχή. Αν γκρεμίσουμε το μεταπολιτευτικό οικοδόμημα και βγούμε στην ύπαιθρο της Ιστορίας, εκεί όπου μια παρέα αγοριών κοιτάζει τον ουρανό, ίσως εκεί δούμε την Ευρυδίκη, διότι, όπως θα έλεγε και ο Λειβαδίτης, συγγενικός φίλος του πρωταγωνιστή στο διήγημα «Το ίδιο, ξανά και ξανά», «αυτό το αστέρι είναι για όλους μας». 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 14 (06.2014)