η μεταπολίτευση των κομμάτων: το έλλειμμα συνεκτικών ιδεολογιών

 

Η ιδεολογική σύγχυση των κύριων κομματικών σχηματισμών
της μεταπολιτευτικής περιόδου εξηγεί καλύτερα
το σοκ της ελληνικής χρεοκοπίας

 

Γεράσιμος Μοσχονάς

 

Συνήθως αποδίδεται στις «ιδέες» της Μεταπολίτευσης η οικονομική κατάρρευση του 2010. Εντούτοις, μάλλον τα πράγματα εξελίχτηκαν διαφορετικά. Το ναυάγιο της ελληνικής οικονομίας προέκυψε από την αδυναμία των ιδεολογιών της Μεταπολίτευσης (ριζοσπαστικών, σοσιαλδημοκρατικών ή συντηρητικών) να παίξουν έναν ισχυρότερο ρόλο στη διαμόρφωση του οικονομικού και δημοσιονομικού καθεστώτος της χώρας (δημιουργώντας τους ανάλογους θεσμούς και τα αντίστοιχα κίνητρα και τιμωρίες που η θεσμική πρακτική προϋποθέτει ή συνεπάγεται). Η ανάδυση κοµµάτων και η άσκηση πολιτικών που δεν διέπονταν από συνεκτική ιδεολογία φαίνεται να εξηγεί καλύτερα το σοκ της ελληνικής χρεοκοπίας. Βεβαίως, με τον όρο μη συνεκτική ιδεολογία περιγράφεται κάτι πολύ βαθύτερο από την τάση συγκρότησης πολυσυλλεκτικών κομμάτων (catch-all parties) χωρίς συμπαγές πρόγραμμα και αρχές. Ο πολυσυλλεκτικός χαρακτήρας των κομμάτων εξουσίας δεν συνιστά ελληνική πρωτοτυπία. Με τον όρο μη συνεκτική ιδεολογία περιγράφονται αντιφάσεις τέτοιου μεγέθους και βάθους που αντιστρατεύονται μετωπικά τους κεντρικούς στόχους που ο ιδεολογικός ή προγραμματικός λόγος σκιαγραφούν.

Δύο ακραία παραδείγματα, η φορολογική πολιτική του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και η δημοσιονομική πολιτική της Ν.Δ., εικονογραφούν το έλλειμμα ιδεολογικής συνοχής των δύο άλλοτε πανίσχυρων κομμάτων του ελληνικού δικομματισμού. Και στις δύο περιπτώσεις, τα δύο κόμματα δεν έδρασαν σύμφωνα με τον πιο στοιχειώδη πυρήνα των ιδεολογιών που εκπροσωπούν ή διακήρυξαν ότι επιδιώκουν να εκπροσωπήσουν. Δεν σεβάστηκαν τους ελάχιστους καταναγκασμούς συνοχής που εμπεριέχει και συνεπάγεται κάθε ιδεολογική και πολιτική στρατηγική, δεξιά ή αριστερή.

 

Η φορολογική πολιτική του ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Τίποτε δεν συνοψίζει καλύτερα την κρίση στον ιδεολογικό πυρήνα του ΠΑ.ΣΟ.Κ. από την αναδρομή στο παρελθόν. Στα τέλη του 19ου αιώνα οι Γερμανοί Σοσιαλδημοκράτες, το κόμμα-φάρος της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας της εποχής, στο περίφημο πρόγραμμα της Ερφούρτης (το οποίο επηρέασε τις προγραμματικές επεξεργασίες του συνόλου των σοσιαλιστικών κομμάτων) διεκδικούσαν για τους εργάτες δωρεάν ιατρικές υπηρεσίες, δωρεάν τροφή, δωρεάν εκπαίδευση σε όλες τις βαθμίδες. Και απαιτούσαν τα προηγούμενα να πληρώνονται «με προοδευτική φορολογία εισοδήματος και ιδιοκτησίας και φόρο κληρονομιάς». Επίσης, ζητούσαν «κατάργηση όλων των έμμεσων φόρων».1 Διεκδικούσαν δηλαδή το ακριβώς αντίθετο από ό,τι συνέβη, και εξακολουθεί να συμβαίνει, στην Ελλάδα, σε μια χώρα που το σύνολο της Αριστεράς (ΠΑ.ΣΟ.Κ. + κομμουνιστική + κομμουνιστογενής Αριστερά) κατά κανόνα υπερβαίνει το 50% της λαϊκής ψήφου, καθιστώντας την ελληνική κοινωνία, από εκλογική άποψη, μία από τις πιο αριστερές στην Ευρώπη. 

Στη χώρα μας, ένα από τα πιο προοδευτικά συστήματα συλλογής φόρων στην Ευρώπη μετατράπηκε, με μεγάλη ευθύνη του ΠΑ.ΣΟ.Κ., σε κεντρικό μηχανισμό φορολογικής ασυλίας για τη μεγάλη θάλασσα των αυτοαπασχολουμένων και για τον κόσμο της μεσαίας και μεγάλης επιχείρησης. Όλες οι στατιστικές δείχνουν ότι το φορολογικό σύστημα υπήρξε ο κύριος μηχανισμός παραγωγής δημόσιων ελλειμμάτων και χρέους. Η δε αποτυχία του συστήματος καλύφθηκε εν μέρει με μαζικούς έμμεσους φόρους –ιστορικός στόχος της σοσιαλδημοκρατίας, ας τονιστεί εκ νέου, ήταν η πλήρης κατάργηση των έμμεσων φόρων–, γεγονός που ενίσχυσε τον κοινωνικά άδικο χαρακτήρα της εφαρμοζόμενης φορολογικής πολιτικής.

Οι αριθμοί είναι γνωστοί και δεν θα τους παραθέσουμε εδώ. Χάρη στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. ωστόσο μάθαμε κάτι που δεν γνωρίζαμε: ότι ένας δημόσιος τομέας μπορεί να αποκτήσει εν μέρει σοσιαλδημοκρατικά χαρακτηριστικά με κριτήριο το μέγεθος, τις κοινωνικές δαπάνες και την ενδυνάμωση των προνοιακών μηχανισμών του, ενώ στα φορολογικά του έσοδα (ύψος και δομή φορολογικών εσόδων) να είναι υπερνεοφιλελεύθερος! Η γιγάντια αυτή αντίφαση δεν μπορεί να ερμηνευτεί διαχειριστικά (το ΠΑ.ΣΟ.Κ. αντιπροσωπεύει μια «κακή», μια «αναποτελεσματική» ή μια «αποτυχημένη» σοσιαλδημοκρατία – αλλά, πάντως, σοσιαλδημοκρατία). Δεν βγαίνει αριστερό νόημα, ή σοσιαλδημοκρατικό νόημα, από αυτή την αντίφαση. Η αντινομία είναι καθοριστική, διότι θίγει την καρδιά της ταυτότητας του συγκεκριμένου κόμματος. Αντιστρατεύεται απόλυτα και τον πιο κεντρικό πυρήνα της προγραμματικής στοχοθεσίας του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (οικοδόμηση ισχυρού κράτους, ενίσχυση των προνοιακών μηχανισμών, ενίσχυση της υγιούς επιχειρηματικότητας) και την πιο κρίσιμη κανονιστική συνθήκη που βρίσκεται στην αφετηρία δράσης κάθε σοσιαλδημοκρατικού κόμματος: την κοινωνική δικαιοσύνη. 

 

Η δημοσιονομική πολιτική της Ν.Δ.

Τίποτα δεν συνοψίζει καλύτερα την ιδεολογική αποτυχία της Ν.Δ. από την προσχώρηση σε μια λογική χαλαρής δημοσιονομικής διαχείρισης. Ιστορικά, η δεξιά παράταξη, με πρωθυπουργό τον μετέπειτα ιδρυτή της Ν.Δ., τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, ήταν εκείνη που κατά την περίοδο 1953-63 είχε διακριθεί για την εμμονή της «στην επίτευξη πλεονασμάτων στον τακτικό προϋπολογισμό για τη χρηματοδότηση δημοσίων επενδύσεων».2 Ήταν, επίσης, η παράταξη που, υπό την ηγεσία πάντα του Κωνσταντίνου Καραμανλή, διαχειρίστηκε την πρώτη δύσκολη περίοδο της δημοκρατικής μετάβασης (1974-80) και των δύο πετρελαϊκών κρίσεων με πολύ καλά δημοσιονομικά αποτελέσματα. Η Ν.Δ. ήταν, επίσης, η παράταξη που είχε ασκήσει σκληρή κριτική στον δημοσιονομικό βολονταρισμό των κυβερνήσεων Παπανδρέου της δεκαετίας του 1980.

Ωστόσο, αυτή η παράταξη, την επομένη της ανόδου της στην εξουσία, τον Απρίλιο του 2004 (με κεντρικό σύνθημα την «επανίδρυση του κράτους»), αναίρεσε την ιστορική οικονομική φιλοσοφία της. Η Ν.Δ. ακολούθησε μια «συνολικά ασυνάρτητη πολιτική δαπανών», η οποία συνοδεύτηκε από «αδικαιολόγητη χαλάρωση του φορολογικού μηχανισμού».3 Κατά ειρωνικό τρόπο, η θέση ότι το Μάαστριχτ «κατέστησε την επιστροφή στις μεθόδους της δεκαετίας του ’80 πρακτικώς αδύνατη»4 διαψεύστηκε πριν απ’ όλα από το κόμμα που έβαλε την Ελλάδα στην Ευρώπη και είχε καταγγείλει τις «μεθόδους» της δεκαετίας του 1980.

Ένας οξυδερκής μελετητής της Ν.Δ., ο Γιάννης Κωνσταντινίδης, έδειξε, σε μια μελέτη για την ευρωπαϊκή της πολιτική, ότι το κόμμα της ελληνικής Κεντροδεξιάς, αν και εμπνευστής του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της χώρας, χαρακτηρίζεται από «επιφανειακότητα» θέσεων στα θέματα ευρωπαϊκής ενοποίησης.5 Ωστόσο, η «επιφανειακότητα» φαίνεται να χαρακτηρίζει το σύνολο της ιδεολογικής και προγραμματικής συγκρότησης του κόμματος. Η ελληνική Κεντροδεξιά σταδιακά απώλεσε το ιδεολογικό της βάθος (το όποιο, τέλος πάντων, είχε). Η χρόνια ανταγωνιστική κατωτερότητα σε σύγκριση με το ΠΑ.ΣΟ.Κ., η μακροχρόνια παραμονή στην αντιπολίτευση, το επίμονο έλλειμμα ακτινοβολίας, αλλά και οι πολλές μικρές διασπάσεις, στέρησαν από τη Ν.Δ. γενιές στελεχών και οιονεί στελεχών, γενιές ικανών ανθρώπων αλλά και ανθρώπων «πιστών σε σκοπούς». Έπληξαν, επίσης, και μάλιστα βαριά, την ιδεολογική και πολιτική αυτοπεποίθηση της παράταξης.

Ο σχετικά συγκροτημένος συντηρητισμός του παρελθόντος, μετά από αλλεπάλληλες ήττες και αλλαγές ηγεσιών, υποχώρησε προς όφελος του ιδεολογικού και εκλογικού τακτικισμού. Στην ουσία, το άλλοτε κόμμα της δημοσιονομικής εγκράτειας, που ήταν ταυτόχρονα και το κόμμα της ευρωπαϊκής προοπτικής της χώρας (δεκαετία του 1970 και του 1980), το κόμμα της «επανίδρυσης του κράτους» (δεκαετία του 2000), είχε αναιρέσει κρίσιμα στοιχεία της οικονομικής φιλοσοφίας του πολύ πριν το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης του 2008. Ο εκτροχιασμός των ελλειμμάτων στη διάρκεια του 2008 και του 2009 (της παγκόσμιας κρίσης βοηθούσης) και η άσκηση στα Greek statistics απλώς συνόψισαν με δραματικό όσο και γκροτέσκο τρόπο τη συντελεσθείσα αλλαγή. Όπως ακριβώς το ΠΑ.ΣΟ.Κ. στα φορολογικά, η Ν.Δ., στα δημοσιονομικά, είχε προδώσει ένα ισχυρό στοιχείο της ιστορικής της παράδοσης, την αυστηρότητα της διαχείρισης των μεγάλων δημοσιονομικών μεγεθών. Χρησιμοποιώ τη λέξη προδώσει γιατί για τη Ν.Δ., όπως και για το ΠΑ.ΣΟ.Κ. στα θέματα φορολογικής πολιτικής, η επιλογή της «χαλαρότητας» ήταν συνειδητή. Η Ν.Δ., αν και είναι κόμμα μοντέρνο, υπό την έννοια ότι ακολουθεί τις διεθνείς ιδεολογικές τάσεις, και ικανό να παράγει ενδιαφέρουσες προγραμματικές συνθέσεις,6 χαρακτηρίζεται δομικά πλέον από την έλλειψη κουλτούρας αυστηρότητας και από την απουσία συμπαγούς αξιακού ιστού.

 

Χωρίς συνεκτικό ιδεολογικό πυρήνα

Τα δύο παραδείγματα που αναφέραμε είναι ενδεικτικά. Θα μπορούσαν πολλά άλλα να επιλεγούν στη θέση τους. Είναι όμως αποφασιστικής σημασίας, διότι αφορούν τομείς δημόσιας πολιτικής που στον μέσο και μακρό χρόνο λειτουργούν σαν ατμομηχανές.

Για ένα αριστερό κόμμα που θέλει να οικοδομήσει ισχυρό κοινωνικό κράτος σε ένα διεθνές οικονομικό περιβάλλον εχθρικό, η αποτελεσματική φορολογική διοίκηση και πολιτική είναι η εδραία βάση και η μηχανή κεντρικής ώθησης ώστε να οικοδομηθούν βιώσιμοι, δηλαδή ανθεκτικοί στη μακρά διάρκεια, προνοιακοί μηχανισμοί. Είναι, επίσης, η βάση για την οικοδόμηση μιας κοινωνίας –αλλά και κουλτούρας– αλληλεγγύης. Ας μείνω λίγο στην κουλτούρα αλληλεγγύης. Όταν περίπου οι μισοί Έλληνες (μεγάλο κεφάλαιο, μικροί επιχειρηματίες και ελεύθερα επαγγέλματα (πνευματικά και χειρωνακτικά)) δεν πληρώνουν φόρους, δεν παράγεται κουλτούρα αλληλεγγύης αλλά αξιακό σύστημα δυσπιστίας και ατομικισμού. Το φαινόμενο δεν είναι ελληνικό. «Who wants to be a sucker?» είναι το κεντρικό ερώτημα που θέτει ο Σουηδός καθηγητής Bo Rothstein, αναφερόμενος στη φοροδιαφυγή σε κοινωνίες που μοιάζουν με τη δική μας.7 «Στην υγειά των κορόιδων!» λέμε εμείς. 

Η κρίση χρέους ακύρωσε, σε ελάχιστο διάστημα, τις πολιτικές οικοδόμησης κοινωνικού κράτους του ΠΑ.ΣΟ.Κ., ακριβώς γιατί αυτές οι τελευταίες δεν στηρίχτηκαν σε στρατηγικές πραγματικής αναδιανομής του εισοδήματος. Ακύρωσε όμως σε μέγιστο βαθμό και τη λαϊκή και αριστερή φυσιογνωμία του κόμματος, αναδεικνύοντας το κενό που υπήρχε στην καρδιά, στον κεντρικό πυρήνα, της ιδεολογικής συγκρότησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Η καταστροφή αυτού του τύπου του δημόσιου τομέα συντελείται σήμερα και, μαζί με αυτήν, η καταστροφή του κατεξοχήν δημιουργού του, του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Ένας σπουδαίος programmatic actor και ένας ακόμη πιο σπουδαίος electoral entrepreneur αγωνίζεται για την επιβίωσή του, ακριβώς γιατί αντιφάσεις τέτοιου μεγέθους και βάθους απλώς δεν είναι στον μακρό χρόνο διαχειρίσιμες.

Από την άλλη μεριά, η δημοσιονομική πειθαρχία είναι ακρογωνιαίος λίθος του νεοφιλελεύθερου παραδείγματος, καθώς θεωρεί ότι τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα αποτελούν πρώτης σπουδαιότητας εμπόδιο (primary harm) στην καλή λειτουργία της οικονομίας. Καθώς στην Ελλάδα θα ήταν δύσκολο για τις κυβερνήσεις να είναι tax cutters, λόγω του χαμηλού ποσοστού που αντιπροσωπεύουν οι φόροι στο σύνολο του Α.Ε.Π., θα περίμενε κανείς η Ν.Δ. να ακολουθήσει την άλλη νεοφιλελεύθερη οδό, να γίνει, έστω μετριοπαθώς (με δεδομένη τη λαϊκή της παράδοση), deficit cutter8 – στην κατεύθυνση μιας στρατηγικής ελέγχου των ελλειμμάτων. Μια στρατηγική πειθαρχημένων προϋπολογισμών θα ήταν μια επιλογή σύμφωνη με την ιστορία της, σύμφωνη και με τη σημερινή ιδεολογία της – σε συνθήκες δυναμικής καθιέρωσης του νεοφιλελεύθερου μοντέλου. Μια τέτοια στάση, επιπλέον, θα ήταν συμβατή και με τις ευρωπαϊκές πιέσεις και με την εικόνα της Ν.Δ. ως «το κόμμα της Ευρώπης στην Ελλάδα».

Αυτή η επιλογή πολιτικής θα είχε ίσως συμβάλει στη μείωση του σοκ της χρεοκοπίας (ή, πιθανώς, σε έναν άλλο τύπο χρεοκοπίας, κοντινό στην ιρλανδική περίπτωση) και, πιθανώς, θα είχε οδηγήσει τη χώρα σε ένα διαφορετικό, πιο φιλελεύθερο, μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης (ουδείς σοβαρός οικονομολόγος υποστηρίζει ότι ο νεοφιλελευθερισμός δεν δημιουργεί ανάπτυξη, πολλοί όμως αμφισβητούν, και τεκμηριωμένα, το μοντέλο ανάπτυξης που στηρίζεται στο νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα). Είναι χαρακτηριστικό ότι στην τελευταία φάση πριν τη μεγάλη κρίση χρέους, όλοι οι μακροοικονομικοί δείκτες έσπασαν τις κόκκινες γραμμές. Η αποτυχία τής τότε κυβέρνησης της Ν.Δ. υπήρξε δραματική. Όχι γιατί δεν είδε τη μεγάλη κρίση που ερχόταν (πόσοι αλήθεια την προέβλεψαν;) ούτε γιατί δεν απέτρεψε το κακό (δεν ήταν βέβαιο ότι θα το πετύχαινε). Υπήρξε δραματική, γιατί τα «πολιτικάντικα» αντανακλαστικά της δεν της επέτρεψαν καν να αναγνωρίσει και αξιολογήσει τα σήματα συναγερμού. Το ότι δεν είχε «αντανακλαστικά» είναι η κρίσιμη ένδειξη του πόσο καίρια είχε διαρραγεί ο ιδεολογικός πυρήνας της οικονομικής κουλτούρας του κόμματος. Τα αντανακλαστικά είναι η ενεργοποίηση στάνταρ αντιδράσεων σε εξωτερικές απειλές. Είναι, συνεπώς, ζωτικοί δείκτες του κεντρικού κορμού της ιδεολογίας ενός κόμματος.

Όπως υπάρχει μια μεταπολίτευση των αξιών, υπάρχει και μια μεταπολίτευση των κομμάτων. Γνωρίζουμε περίπου ποιο ήταν το αξιακό περιεχόμενο των μεγάλων προσδοκιών που γέννησε η μεταπολίτευση. Γνωρίζουμε, επίσης, ότι τα κόμματα μεσολαβούν και μετατρέπουν, στο πλαίσιο των ιδεολογιών τους, την πολιτική ζήτηση σε πολιτική προσφορά (μέσω της παραγωγής προγραμματικών δεσμεύσεων και δημόσιων πολιτικών). Η πρώτη όψη της μεταπολίτευσης, η μεταπολίτευση των αξιών, σε ό,τι αφορά το βαθύτερο και μη συγκυριακό της κομμάτι (περισσότερη δημοκρατία, περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη, ισχυρή κρατική παρέμβαση στην οικονομία, πιο ανεξάρτητη Ελλάδα),9 είναι –μετά το «σπάσιμο» της χρηματοπιστωτικής φούσκας, την κρίση του κυρίαρχου μοντέλου καπιταλιστικής ανάπτυξης, την εμπειρία της τρόικας– περισσότερο επίκαιρη από ποτέ. Και περισσότερο δικαιωμένη από ποτέ. Η δεύτερη όψη της μεταπολίτευσης, η μεταπολίτευση των κομμάτων, απέτυχε. Η χρεοκοπία της χώρας απλώς αποτύπωσε την «εξάρθρωση» της ιδεολογίας των κεντρικών πρωταγωνιστών αλλά και της διαχειριστικής τους επάρκειας.

Τα προηγούμενα γεννούν ένα βαρύ ερώτημα. Γιατί τα πράγματα πήραν αυτή την τροπή; Ποιοι παράγοντες, οικονομικοί, κοινωνικοί, θεσμικοί, πολιτισμικοί, ώθησαν στη δημιουργία αυτού του εντυπωσιακού ελλείμματος ιδεολογικής συνέπειας και αυτής της μεγάλης σύγχυσης στον βασικό ιδεολογικό πυρήνα των κύριων κομματικών σχηματισμών της μεταπολιτευτικής περιόδου;

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 16 (08.2014)