στη χώρα της νεκρής ζώνης

 

Το επίσημο αφήγημα του Ο.Η.Ε. για την ουδέτερη στρατιωτική ζώνη της Λευκωσίας σχεδόν αρνείται τον αντίκτυπο της ιστορίας πάνω στον χώρο

 

Κωνσταντίνα Ζάνου

 

Όταν πέρασα την αδιαπέραστη γραμμή και μπήκα στην ουδέτερη ζώνη του Ο.Η.Ε. στη Λευκωσία, απολαμβάνοντας κατ’ εξαίρεση μια επίσημη ξενάγηση εκεί από τα Ηνωμένα Έθνη, ένιωσα πως βρέθηκα ξαφνικά πίσω από το σκηνικό της ζωής μου.

Καθώς περπατούσα στην πίσω πλευρά των κτιρίων που συνήθως αποτελούν το φόντο της καθημερινότητάς μου, κατά μήκος δηλαδή αυτής της στενής λωρίδας γης που εμείς, οι Ελληνοκύπριοι, αποκαλούμε Νεκρή Ζώνη, και η οποία από το 1964 και εξής κόβει τη Λευκωσία στα δύο, οριοθετώντας τη γραμμή κατάπαυσης του πυρός μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, συνάντησα το πρώτο μου πρόβλημα: δεν μπορούσα να πω πού ακριβώς βρισκόμουν σε σχέση με τον έξω κόσμο. Σαν να ξετυλιγόταν μπροστά μου μια εντελώς νέα, ανεξάρτητη και αποσυνδεδεμένη από την υπόλοιπη πόλη γεωγραφία. Δεν μπορούσα να καταλάβω, για παράδειγμα, πού ένας δρόμος που διακόπτεται από τη μια πλευρά του συνόρου συνεχίζεται από την άλλη. Η αντίληψή μου για τη Λευκωσία μοιάζει πράγματι να αποτελείται μόνο από διακεκομμένους δρόμους, χωρίς συνέχεια και χωρίς όλον.

Η πρόσληψη αυτής της πόλης ως ενός κατακερματισμένου χώρου δεν είναι όμως μόνο δικό μου πρόβλημα. Νομίζω ότι χαρακτηρίζει τους περισσότερους ανθρώπους της γενιάς μου (ιδιαίτερα τους Ελληνοκύπριους), όσους δηλαδή γεννήθηκαν μετά τις διακοινοτικές ταραχές του 1963 και τη δημιουργία του status quo της «Πράσινης Γραμμής», αλλά και την de facto διχοτόμηση της πόλης μετά τον πόλεμο του 1974. Όχι μόνο δεν βιώσαμε ποτέ την πόλη μας ως ενιαία, αλλά και μεγαλώσαμε με χάρτες που έδειχναν όλα τα υπόλοιπα μέρη της (συγκεκριμένα τον τουρκοκυπριακό τομέα και την ουδέτερη ζώνη του Ο.Η.Ε.) ως αχάρακτα κενά. Στη σχολική μας φαντασία αυτές ήταν περιοχές χωρίς δρόμους, χωρίς ονόματα, χωρίς ανθρώπους, χωρίς γεωγραφία· ήταν νεκρές ζώνες που μια μέρα θα ανασταίνονταν και θα γίνονταν πάλι δικές μας.

Αυτό ήταν ίσως το μεγαλύτερο σοκ που έπαθα όταν μπήκα στη Νεκρή Ζώνη. Αντιλήφθηκα ξαφνικά ότι δεν είναι καθόλου νεκρή. Καθώς ο στρατιώτης του Ο.Η.Ε. μας ξεναγούσε στον χώρο, ξεδιπλώνοντας σιγά σιγά το αυστηρά προκαθορισμένο σενάριο της ξενάγησής του, συνειδητοποίησα ότι αυτή η στενή λωρίδα γης όχι μόνο δεν είναι κενή, αλλά αποτελεί μία από τις πιο ζωντανές περιοχές της πόλης. Αυτή είναι, για την ακρίβεια, μια άλλη πόλη· μια πόλη μέσα στην πόλη· ένα ξεχωριστό και ανεξάρτητο σύμπαν, με τη δική του καθημερινότητα, τους δικούς του ρυθμούς, τη δική του γλώσσα και τις δικές του μνήμες. Εκεί, μπροστά μου, ανάμεσα σε χαλάσματα, βαρέλια και συρματοπλέγματα, απλωνόταν πράγματι η μυστική χώρα των Ηνωμένων Εθνών. Εδώ και μισό αιώνα, οι 950 περίπου κάτοικοι αυτής της άλλης χώρας, στρατιώτες του Ο.Η.Ε. από κάθε άκρη της γης, έρχονται και πάνε κάθε έξι μήνες, εναποθέτοντας νέες εμπειρίες σε αυτόν εδώ τον χώρο. Η μακροβιότητα της ειρηνευτικής αποστολής του Ο.Η.Ε. στην Κύπρο δημιούργησε εδώ έναν τρίτο τόπο, με τον δικό του ιστορικό ρυθμό, τους δικούς του προφορικούς μύθους, σύμβολα και τελετουργίες, ο οποίος τρέχει παράλληλα με τις άλλες δυο μεγάλες πραγματικότητες αυτού του νησιού, την ελληνοκυπριακή και την τουρκοκυπριακή. Δημιούργησε, με άλλα λόγια, μια ετεροτοπία, μια ξεχωριστή «χώρα» που κείτεται ανάμεσα στις άλλες δύο.

Μαζί με τον πολιτικό κατακερματισμό του χώρου, η πολυδιάσπαση του χρόνου είναι ένα άλλο από τα βασικά χαρακτηριστικά της Λευκωσίας. Πριν από την επίσκεψή μου στη Νεκρή Ζώνη πίστευα πως αυτή η περιοχή αποκτά ζωή κάθε φορά που οι άνθρωποι απέξω κατά κάποιον τρόπο την «αγγίζουν» με τις δράσεις τους. Όπως στο παραμύθι της Κοιμωμένης Καλλονής, όπου όλα είναι παγωμένα μέχρι να φιλήσει ο όμορφος πρίγκιπας την ωραία πριγκίπισσα, έτσι κι εδώ νόμιζα πως η Νεκρή Ζώνη ζωντανεύει μόνο όταν μια εξωτερική δύναμη έρχεται σε επαφή μαζί της: κυρίως διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες από Κύπριους εκατέρωθεν, και σπανιότερα, τον παλιό καιρό, ανταλλαγές πυρών· τα τελευταία χρόνια (μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων το 2003), ειρηνικές διαβάσεις ανθρώπων και δικοινοτικές δραστηριότητες· αλλά, από την άλλη, και παράνομη μετανάστευση και διακίνηση ναρκωτικών. Όλες αυτές οι δράσεις, πίστευα, μετατρέπουν την «απουσία» αυτού του χώρου σε παρουσία.

Ωστόσο, καθώς ο στρατιώτης του Ο.Η.Ε. μας ξεναγούσε στα μονοπάτια αυτής της τόσο κοντινής μα και ταυτόχρονα τόσο μακρινής χώρας, διαπίστωσα πως η Νεκρή Ζώνη δεν είναι ούτε παγωμένη, ούτε απούσα. Και όχι μόνο επειδή, όπως τόσο παραστατικά έχει δείξει ο ανθρωπολόγος Γιάννης Παπαδάκης, γεμίζει με τις προβολές, τα φαντάσματα, τους φόβους και τα όνειρα των δύο αντιμαχόμενων πλευρών αυτού του νησιού.1 Η Νεκρή Ζώνη έχει ζωή από μόνη της, έχει τον δικό της ιστορικό χρόνο, τον χρόνο των Ηνωμένων Εθνών. Το σενάριο της ξενάγησής μας, ένα επίσημα διαμορφωμένο κείμενο με κάποιες προσωπικές πινελιές εδώ κι εκεί, είναι η πιο τρανταχτή απόδειξη γι’ αυτό. Δείχνει πως οι κάτοικοι αυτής της χώρας έχουν αναπτύξει το δικό τους (προφορικό) ιστορικό αφήγημα, το οποίο έχει τους δικούς του μύθους και μυστήρια που χάνονται στο χρόνο, όπως και αναφορές σε πολέμους, ήρωες και χώρες άλλες από τις δικές μας. Με αυτή την έννοια, μου έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση οι συχνές αναφορές στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο και ακόμα στους Πολέμους των Μπόερς, γεγονότα που είναι γενικά απόντα από την ιστορική μνήμη αυτού του νησιού (τόσο από τον ελληνοκυπριακό ιστορικό ορίζοντα όσο κι από τον τουρκοκυπριακό). Αυτές οι αναφορές δείχνουν να επιβεβαιώνουν τον ιστορικό Μαρκ Μαζάουερ όταν ισχυρίζεται ότι ο Ο.Η.Ε. πηγάζει από μια ιδεολογική παράδοση που πάει πολύ πίσω στον χρόνο και συνδέεται με τον «αυτοκρατορικό διεθνισμό» της ασθμαίνουσας Βρετανικής Αυτοκρατορίας, και μέσω αυτού, με την Κοινωνία των Εθνών της μεσοπολεμικήςπεριόδου.2

Όποια και να ’ναι πάντως η ιδεολογική βάση του Ο.Η.Ε., η τοπική πραγματικότητα που αυτός έχει δημιουργήσει στην Κύπρο εγγράφεται σε μια «μεγάλη εικόνα» που είναι πολύ διαφορετική από αυτήν των υπόλοιπων κατοίκων αυτού του νησιού: το δικό τους είναι ένα παράλληλο σύμπαν, το οποίο συνδέεται όχι με τα συμβατικά μας σημεία αναφοράς αλλά με την παγκόσμια κοινωνία των Ηνωμένων Εθνών. Οι τοπικοί μικρορυθμοί αυτής της «ανάμεσης χώρας» συντονίζονται με τους μακρορυθμούς του διεθνούς κόσμου των Ηνωμένων Εθνών και επικοινωνούν ελάχιστα με την πραγματικότητα της έξω πόλης. Αν κανείς ξεφυλλίσει το BlueBeret, το περιοδικό των κυανοκράνων στην Κύπρο, θα δει όντως ότι ο χρόνος της Νεκρής Ζώνης διακόπτεται μόνο –παρά ξυπνάει, όπως πίστευα– από τις εξωτερικές παρεμβάσεις των κατοίκων εκατέρωθεν. Πράγματι, οι πολλαπλοί χρόνοι αυτής της πόλης όχι μόνο δεν επικοινωνούν μεταξύ τους, αλλά είναι και αμοιβαία αποκλειόμενοι: όταν ο ένας εισβάλλει στον άλλο, τότε αυτό συνεπάγεται συνήθως την ακινητοποίηση του δευτέρου.

Αλλά τι είδους ιστορικός χρόνος θα μπορούσε να αναπτυχθεί μέσα σε μια ουδέτερη στρατιωτική ζώνη; Τι είδους ιστορική συνείδηση θα μπορούσε να προκύψει σε μια χώρα σαν αυτή, που γεννήθηκε μέσα από μια «προσωρινή» στρατιωτικοπολιτική διευθέτηση; Αυτό είναι το πιο δύσκολο ερώτημα απ’ όλα διότι εμπεριέχει μια αντίφαση. Defacto, ο χρόνος που περνά δημιουργεί μια ιστορική συνείδηση, μια μνήμη πάνω στον τόπο. Είναι χαρακτηριστικό, ας πούμε, ότι οι στρατιώτες έχουν μετονομάσει τις περισσότερες από τις τοποθεσίες της Νεκρής Ζώνης και έχουν δημιουργήσει τα δικά τους αυτοσχέδια μνημεία, μύθους και τοπικές ιστορίες. Μολαταύτα, το επίσημο αφήγημα του Ο.Η.Ε., όντας συνυφασμένο με τις έννοιες της «εξαίρεσης», της «έκτακτης ανάγκης» και της «αορατότητας», σχεδόν αρνείται τον αντίκτυπο της ιστορίας πάνω στον χώρο. Όπως έχει εξηγήσει ο πολιτικός επιστήμονας Κώστας Μ. Κωνσταντίνου, η ουδέτερη ζώνη του Ο.Η.Ε. είναι μία από τις πολλαπλές «καταστάσεις εξαίρεσης» που η μετααποικιακή ιστορία έχει δημιουργήσει σε αυτό το νησί (οι άλλες είναι η ίδια η Κυπριακή Δημοκρατία, η «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου» και οι περιοχές των Βρετανικών Βάσεων).3

Η υποτιθέμενη «εξαιρεσιμότητα» και «προσωρινότητα» μιας διευθέτησης, η οποία στο μεταξύ έχει μετατραπεί σε κανονικότητα, δημιουργεί και μια ιδιαίτερη αντίληψη της ιστορίας που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ιστορία σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Το πιο σημαντικό στοιχείο μιας τέτοιας ιστορικής συνείδησης είναι η αίσθηση του μετέωρου χρόνου, του να υπάρχεις μεταξύ του είναι και του μη είναι, μεταξύ του κάνοντας και του μη κάνοντας. Η εντολή του Ο.Η.Ε. στην Κύπρο είναι η διατήρηση του status quo. Αυτό σημαίνει ότι τίποτα δεν πρέπει να αλλάξει, ότι ο ιστορικός χρόνος θα πρέπει να παγώσει, ότι τα πάντα θα πρέπει να παραμείνουν όπως ήταν κατά τη στιγμή της κατάπαυσης του πυρός. Αυτό είναι φυσικά αδύνατον και δημιουργεί μια σειρά προβλημάτων και αντιφάσεων. Μεταξύ αυτών είναι το αδιέξοδο που δημιουργήθηκε, για παράδειγμα, όταν ο Ο.Η.Ε. εξέφρασε την πρόθεσή του να κατεδαφίσει κάποια ερειπωμένα κτίρια στη Νεκρή Ζώνη, δεδομένου ότι συνιστούν απειλή για τους στρατιώτες. Αυτό, ωστόσο, αντιμετώπισε την άρνηση της Επιτροπής Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Λευκωσίας, η οποία ισχυρίζεται ότι αυτά τα κτίρια θα αναπαλαιωθούν όταν κάποτε επιτευχθεί η λύση του Κυπριακού. Όλη η περιοχή της Νεκρής Ζώνης έχει έτσι μετατραπεί σε ένα απίστευτο παράδειγμα «ζωντανού μουσείου».

Είναι ακόμα πιο ενδιαφέρον το γεγονός ότι, μέσα σε αυτό το «μεγάλο ζωντανό μουσείο», ο Ο.Η.Ε. έχει δημιουργήσει δύο άλλα μουσεία («μουσεία του μουσείου» ή «μουσεία μέσα στο μουσείο»): το ένα εκ προθέσεως, το άλλο ακούσια. Το πρώτο είναι ένα παλιό εγκαταλειμμένο κατάστημα, το οποίο ο Ο.Η.Ε. έχει προσπαθήσει να αποκαταστήσει στην προ-του-1964 κατάστασή του, καταγράφοντας όλα τα αντικείμενα που βρέθηκαν στο κτίριο κατά τη στιγμή της εγκατάλειψής του και σχεδιάζοντας μια λεπτομερή κάτοψη με το πού ακριβώς βρέθηκαν. Καθώς ο ξεναγός μάς μιλούσε με περηφάνια για τις επίπονες προσπάθειες που καταβάλλουν οι ανώτεροί του για να διατηρηθεί αυτό το μέρος στην «αμόλυντη» μορφή του, παρατήρησα μερικά μέτρα πιο πέρα μια περίεργη κατασκευή. Ήταν ένα ράφι στον πίσω τοίχο ενός σπιτιού γεμάτο από παλιές κουρελιασμένες μπάλες ποδοσφαίρου. «Τι είναι αυτό;» ρώτησα τον κυανόκρανο οδηγό μας. «Εδώ είναι που φυλάμε όλες τις χαμένες μπάλες από όταν τα παιδιά που παίζουν ποδόσφαιρο έξω, τις κλοτσάνε κατά λάθος εδώ μέσα». Αυτό λοιπόν το δεύτερο μουσείο, φτιαγμένο από όλες τις μπάλες που περιμένουν να ξανακλοτσηθούν πάλι πίσω στη ζωή, ξεφουσκωμένες από τα κενά μεταξύ των διαφορετικών ιστορικών χρόνων της Λευκωσίας, είναι νομίζω το πιο δυνατό σύμβολο αυτής της μουσειοποιημένης χώρας του μετέωρου χρόνου.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 17 (09.2014)