πολιτισμική εντροπία και νεοελληνική λογοτεχνία

 

Η πρόσφατη λογοτεχνική παραγωγή μένει έξω από την εκπαιδευτική διαδικασία

 

Σοφία Ιακωβίδου

 

Γίνεται όλο και πιο σαφές ότι ζούμε σε συνθήκες πολιτισμικής εντροπίας – όλα αλλάζουν τόσο γρήγορα, ούτε καν τι είναι σύγχρονο ή σημερινό δεν προλαβαίνει να προσδιοριστεί με ακρίβεια. Τι θα σήμαινε λοιπόν «η νεοελληνική λογοτεχνία σήμερα», σε κατάδηλα μάλιστα κρίσιμους όσο και ρευστούς καιρούς; Το «παράδοξο» βέβαια είναι πως αν και λίγοι υποτίθεται ότι είναι αυτοί που θα συγκατένευαν στο «μέσα σε πόλεμο – φαντάσου, ελληνικά ποιήματα», η πλειοψηφία απαξιώνει ολοσχερώς τη λογοτεχνία, τους εκπαιδευτικούς θεσμούς που προσπαθούν να την καταστήσουν λόγο ενεργό κι επομένως την όποια σχέση της με την κοινωνία. Θα επιχειρήσουμε εντούτοις να δούμε τις έννοιες λογοτεχνία, εκπαίδευση, κοινωνία ως κινούμενες μάζες της ίδιας υδατογραφίας, όπου την κίνηση προξενεί ακριβώς η μεταβλητή του παράγοντα «σήμερα». Η θεώρηση της νεοελληνικής λογοτεχνίας στο σήμερα περικλείει, νομίζω, τρεις διαστάσεις: α) το αν διαβάζεται η νεοελληνική λογοτεχνία σήμερα (τι ακριβώς, ποια μορφή/φάση της), μια και σύμφωνα με έναν από τους ορισμούς της που εστιάζει στον παράγοντα πρόσληψη «λογοτεχνία είναι αυτό που συμβαίνει καθώς διαβάζουμε»,1 β) πώς και αν επανασυστήνεται η νεοελληνική λογοτεχνία σήμερα στο δυνητικό αναγνωστικό κοινό της, και κυρίως σε μαθητές ή σπουδαστές/μελλοντικούς της διδάσκοντες, γ) ποια είναι η σημερινή νεοελληνική λογοτεχνία ή τι γράφεται σήμερα, από αυτούς που μεγάλωσαν σε άλλες συνθήκες, τις λεγόμενες «σύγχρονες» (παγκοσμιοποίηση, διάχυση της πληροφορίας, ηλεκτρονικά μέσα κ.λπ.) – επομένως από όσους γεννήθηκαν λίγο πριν-λίγο μετά τη μεταπολίτευση, αυτούς που όπως τονίζουν δεν μοιράζονται ούτε την ενοχή της Δεξιάς ούτε της Αριστεράς, αντιθέτως αισθάνονται σε πολλά πιο κοντά σε ξένους ομότεχνούς τους παρά σε ό,τι άρδευσε το έργο προηγούμενων ομοεθνών τους συγγραφέων, τουτέστιν των μεταπολεμικών· οι τελευταίοι ωστόσο απαρτίζουν την υστερότερη φάση του κανόνα της νεοελληνικής λογοτεχνίας και διασφαλίζουν μια θέση σε προγράμματα διδασκαλίας των ανώτερων βαθμίδων της εκπαίδευσης. Μετά από αυτούς συχνότατα το πεδίο σκοτεινιάζει και η όποια θέση σε εκπαιδευτικά curricula, ιδίως σε ό,τι αφορά την πεζογραφία, εκλείπει. Καθίσταται όλο και πιο δυσδιάκριτο ή αμφισβητήσιμο/ακόμα υπό κρίση (καθώς μιλάμε για λογοτεχνικές διαδρομές εν εξελίξει) το αν πρόκειται όντως για λογοτεχνία. Θα άξιζε εντούτοις να σταθούμε σε αυτή την τρίτη διάσταση της νεοελληνικής λογοτεχνίας σήμερα, δηλαδή στην πρόσφατη παραγωγή, η οποία, αν και μοιάζει πιο επισφαλής από θεσμική άποψη, θα μπορούσε να επιδράσει δυναμικά στον εκπαιδευτικό χώρο. Κι αυτό γιατί φέρει εγγεγραμμένη εντός της τη μεταβλητή «σήμερα» – συχνά μέσα από τα χάσματα και τις α-πορίες της. Συναντούμε σ’ αυτήν (καθώς έχει ήδη διαμορφωθεί σώμα αξιόλογων συγγραφέων οι οποίοι αντιπροσωπεύουν διακριτές τάσεις εντός της) πολλά από τα ζητήματα που μπορούν να «μιλήσουν» σήμερα, ιδίως σε πανεπιστημιακά ακροατήρια. Καταρχήν την άνοδο του πολιτισμικού έναντι του πολιτικού (για «αποικιοποίηση» του πολιτικού από το πολιτισμικό στη δυτική τέχνη έκανε λόγο ο Τ. Ήγκλετον)2 και την καταφυγή στην τέχνη ως πολιτική της ταυτότητας. Ίσως μάλιστα να πρόκειται για το κυρίαρχο ταυτοτικό αφήγημα μιας ολόκληρης γενιάς, αυτής του τέλους του 20ού αιώνα (πρόκειται για τη λεγόμενη «γενιά του ’90» με εκπροσώπους όπως ο Θ. Χειμωνάς, ο Χ. Χρυσόπουλος, ο Η. Μαγκλίνης, ο Χ. Αστερίου, η Δ. Κολλιάκου, ο Δ. Σωτάκης, η Α. Δημητρακάκη κ.ά.),3 β) την επιτελεστική διάσταση του σώματος, συχνά συνδεόμενη με ένα άγχος [απώλειας] ιστορικής μνήμης, γ) τις ατελέσφορες διαδρομές – εντός και εκτός των συνόρων της χώρας, την αστική περιπλάνηση και τον μετεωρισμό πάνω από το κενό, δ) ένα αίσθημα αποτυχίας/ήττας υπαρξιακής μάλλον τάξης (το σύγχρονο αντεστραμμένο είδωλο της πολιτικής ήττας που επικράτησε στη λογοτεχνία, κυρίως την ποίηση, της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς) που συνίσταται στο να-μην-μπορεί-κανείς-να επιβιώσει-μέσα στις ίδιες του τις επιλογές (όπως το θέτει ηρωίδα του Μανιφέστου της ήττας της Α. Δημητρακάκη), ε) την υποκατάσταση της δημιουργικής μυθοπλασίας από το αρχείο, στ) όψεις του σύγχρονου γκροτέσκου, όπου το εγώ, έχοντας χάσει κάθε είδους κοινωνική πρόσδεση ή όριο μοιάζει να έχει απομείνει μόνο επί σκηνής να χειρονομεί και να μορφάζει χωρίς να μπορεί να εγγυηθεί την ύπαρξή του κανένα κοινωνικό σύστημα.4

Είναι σαφές ότι τα ζητήματα αυτά θα μπορούσαν να προσφέρουν τη διδακτική ευκαιρία να παρουσιαστούν ταυτόχρονα με σύγχρονους τρόπους εννόησής τους (σπουδές του φύλου, όψεις της ετερότητας, επιτελεστικότητα, σχέσεις οπτικών και κειμενικών αναπαραστάσεων κ.λπ.) κι έτσι να οδηγήσουν σε τρόπους θέασης του σύγχρονου πραγματικού όπως και ποικίλων του, κειμενικών αλλά και οπτικών, αναπαραστάσεων. Φυσικά, η προσέγγισή μας σε καμία περίπτωση δεν υπονοεί ότι είναι μόνο ή κυρίως τα σύγχρονα έργα που θα μπορούσαν να μιλήσουν καλύτερα για τη σύγχρονη εποχή και βεβαίως ούτε πως δεν μπορούν να ενεργοποιηθούν πολλά από τα ζητήματα που αναφέραμε (και σίγουρα πολλαπλάσια άλλα) σε παλιότερα κείμενα του κανόνα. Το παράδειγμα του μοναδικού Έλληνα ποιητή που πολλαπλασιάζει εντυπωσιακά το κοινό του με τα χρόνια, και το εγχώριο και το διεθνές, στέκοντας εξακολουθητικά σε λοξή γωνία ως προς τις εντροπικές διαστάσεις του εκάστοτε τόπου και χρόνου μιλά από μόνο του. Το καβαφικό φαινόμενο μοιάζει να παρακολουθεί τις διερωτήσεις μας για τη σχέση λογοτεχνικού, εκπαιδευτικού, σύγχρονου με τον βαθμό διήθησης που έχει επιτύχει.

 

Τι, ποιος και γιατί διαβάζει

Ξεκινώντας από το πρώτο ερώτημα, το αν διαβάζεται η νεοελληνική λογοτεχνία σήμερα, και χωρίς να μπορούμε να το καλύψουμε στις πολλαπλές πτυχές του στα εδώ πλαίσια, παρά μόνο να θέσουμε κάποια ζητήματα ή τα διαθέσιμα στοιχεία (το ίδιο ακριβώς ισχύει και για το δεύτερο), η εικόνα που προκύπτει είναι σύνθετη. Ενόσω άνθρωποι του ευρύτερου εκδοτικού χώρου ερίζουν για το αν οι πραγματικοί αναγνώστες ξεπερνούν τους 5.000 με 10.000,5 το Ε.ΚΕ.ΒΙ. με αλλεπάλληλες έρευνες αναγνωστικής συμπεριφοράς6 που διενεργήθηκαν πανελλαδικά καταγράφει πολλαπλάσια νούμερα: στους 780.000 ανέρχονται οι μέτριοι έως συστηματικοί αναγνώστες, δηλαδή όσοι διαβάζουν πάνω από 10 βιβλία τον χρόνο (δεν παρουσιάζονται ουσιαστικές αποκλίσεις στις 3 διαθέσιμες έρευνες από το 1999 μέχρι το 2010), ενώ τα δεδομένα αυτά εκτοξεύονται σε ακόμη μεγαλύτερα ύψη άπαξ και συμπεριληφθεί η κατηγορία των ασθενέστερων αναγνωστών, αυτών που διαβάζουν από 1-9 βιβλία τον χρόνο, οι οποίοι ανέρχονται στο 40,2 % του πληθυσμιακού δείγματος. Μάλιστα, τα πρωτεία στις αναγνωστικές προτιμήσεις κατέχει η νεοελληνική λογοτεχνία, και δη το μυθιστόρημα, στενά ακολουθούμενο από την ξένη πεζογραφική παραγωγή. Όσο όμως η ποσοτικά εντυπωσιακή αυτή εικόνα κλονίζεται τόσο από την εκπαιδευτική πράξη –ιδίως στην υψηλότερή της βαθμίδα, την τριτοβάθμια, αδυνατεί να δει κανείς πού πήγαν τα παιδιά τόσων αφοσιωμένων αναγνωστών–, όσο και από μια απλή εικόνα που μπορεί να παρουσιάσει το ελληνικό αναγνωστικό κοινό σε μεγάλο ξένο συγγραφέα (κοιτώντας το συγκεντρωμένο πλήθος γύρω του ο καλεσμένος της περσινής διεθνούς έκθεσης βιβλίου Τζόναθαν Κόου δεν μπόρεσε να μην αναρωτηθεί φωναχτά: «Δεν διαβάζουν οι άντρες στην Ελλάδα;»), άλλο τόσο τα εμπειρικά αυτά δεδομένα επιβεβαιώνονται και από τα στατιστικά. Η μεγάλη μάζα των ασθενέστερων αναγνωστών είναι πράγματι γυναίκες και καταναλώνει στην πλειοψηφία της ό,τι φιγουράρει στις λίστες των ευπώλητων, ρομάντζα κυρίως, ηλικιακά δε κυμαίνονται μεταξύ 35-54 ετών. Είναι μάλλον απίθανο να συναντήσει κανείς στις λίστες των ευπώλητων κάποιον από τους συγγραφείς ή τα έργα που θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο διδασκαλίας στη δευτεροβάθμια ή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, έστω σε βάθος 10 ή και 20 ετών, κι αυτό όχι μόνο για τον αντικειμενικό λόγο ότι τα προγράμματα διδασκαλίας ή τα εγχειρίδια δεν προλαβαίνουν να επικαιροποιηθούν (αντιθέτως, συχνά λόγω των αλλεπάλληλων αλλαγών προγραμμάτων σπουδών δεν προλαβαίνουν να κεφαλαιοποιηθούν τα πορίσματά τους), αλλά επειδή αμφότερα παρουσιάζουν ισχυρές αντιστάσεις στο να αποκανονικοποιηθούν – και φυσικά δεν αναφερόμαστε επ’ ουδενί σε κατεδαφιστικές του κανόνα κινήσεις. Πώς θα διαχειριστεί όμως η εκπαιδευτική πράξη ένα κοινό μεικτών πολιτισμικών πρακτικών (που διαβάζει εξίσου το Βήμα, την Καθημερινή και το Πρώτο Θέμα, και αντιστοίχως και κλασικούς συγγραφείς και τον Πάολο Κοέλιο), όταν αποτάσσεται τις αναγνωστικές του εμπειρίες, έξεις και χρήσεις των όποιων αναγνωσμάτων του; Που άλλοτε επιβεβαιώνει τα εγνωσμένα (όπως ως προς το ότι στο αναγνωστικό κοινό πλειοψηφούν οι γυναίκες, οι οποίες συνήθως προτιμούν τη λεγόμενη ελαφρά λογοτεχνία) και άλλοτε τα σχετικοποιεί; (ενώ θα περιμέναμε ότι οι άντρες διαβάζουν περισσότερο για άντληση γνώσεων και πληροφοριών –εξάλλου προτιμούν την ιστορία, τις κοινωνικές επιστήμες, το πολιτικό βιβλίο–, οι έρευνες δείχνουν ότι αυτοί διαβάζουν περισσότερο για ψυχαγωγία και διαφυγή, και οι γυναίκες για γνώση και ενημέρωση).7

Ενάμιση αιώνα μετά τον Φλωμπέρ και την περίφημη δήλωσή του «Η Μαντάμ Μποβαρύ είμαι εγώ», οι άντρες αναγνώστες φαίνεται να διεκδικούν και για τον εαυτό τους τον μποβαρισμό, τη φυγή μέσα από την ανάγνωση ή και την τάση να φαντάζονται τον εαυτό τους ως κάτι άλλο από αυτό που είναι, όπως όριζε στο κατώφλι του 20ού αιώνα τον μποβαρισμό ο Ζυλ ντε Γκωτιέ (1892), θεωρώντας τον ως μια παθολογία της ανάγνωσης που παραδοσιακά υποτίθεται πως χαρακτήριζε περισσότερο τις γυναίκες αναγνώστριες.8 Την ίδια περίπου εποχή, στα 1903, η Αμερικανίδα Ίντιθ Γουώρτον στο έργο Η διαστροφή της ανάγνωσης αναφερόταν στο διάβασμα ως διαστροφή, και μάλιστα τη μεγαλύτερη, υπό την έννοια ότι από τον περισσότερο κόσμο νοείται ως αρετή, και αυτό καθιστά δύσκολο τον χειρισμό των εκτροπών της – το πότε δεν συστοιχεί ακριβώς με αρετή. Εξέφραζε μάλιστα την ανησυχία της για την αύξηση που παρουσίαζαν ήδη οι μηχανικοί αναγνώστες, όπως τους ονόμαζε, αυτοί που δεν έμπαιναν σε μια σχέση νοερής συνδιαλλαγής με το έργο και τον κόσμο του ενόσω διάβαζαν.9 Σήμερα ωστόσο, 110 χρόνια μετά, ως παθολογία της ανάγνωσης –και της εκπαίδευσης, η οποία, σε ό,τι αφορά τη διδασκαλία της λογοτεχνίας, και όχι μόνο, θέλει να νοείται και ως μία μορφή αναγνωστικής αγωγής– έχει φτάσει να θεωρείται από πολλούς το αντίθετο άκρο, η υπερειδίκευση, η θεωρητικοποίηση,10 ιδίως η μηχανική αναπαραγωγή κάποιας φόρμουλας ή ορισμένου jargon που μπορεί να διαγράψει τον πλήρη κύκλο και να έρθει να ξαναβρεί τον μηχανικό αναγνώστη της Γουώρτον ως μια ακόμη πιο κακοφορμισμένη, σχεδόν γκροτέσκα εκδοχή του. Γιατί ο μηχανικός αναγνώστης της Γουώρτον (όπως και ο σημερινός των ροζ και άλλων μυθιστορημάτων) τουλάχιστον απολάμβανε/απολαμβάνει αυτό που διαβάζει με τον τρόπο του, καθώς κανείς δεν του το είχε επιβάλει, ενώ ο μαθητής ή ακόμη χειρότερα ο καθηγητής ή ο σπουδαστής που αναπαράγει αμάσητους θεωρητικούς όρους το μόνο που γνωρίζει είναι πότε και πού θα τους εναποθέσει. Βέβαια αυτή η καρικατούρα της θεωρίας ή στην καλύτερη περίπτωση το «πολύ κακό για το τίποτε», στο οποίο μοιάζει να καταλήγουν ορισμένοι διδάσκοντες ή σπουδαστές μετά από μια πρόχειρη επαφή με θεωρητικά χωρία, έννοιες ή μεμονωμένες σελίδες εγχειριδίων, σε μεγάλο βαθμό έχει να κάνει με μια θεμελιώδη αντίφαση: μπορεί τα ίδια αυτά άτομα να αισθάνονται πως κατανοούν ή και πως προωθούν το διάβασμα ως δημιουργική διαδικασία και βιωματική υπόθεση, αλλά να μην έχουν διανοηθεί καν ότι μπορεί το ίδιο να ισχύει και για το διάβασμα θεωρητικών κειμένων. Ότι μπορεί και αυτά να δημιουργούν συνέχειες ή ρήξεις με τη βιωμένη τους εμπειρία, να βγάζουν σε γνωστικά ξέφωτα ή να δημιουργούν μικρές μικρές εκρήξεις. Προφανώς για κάποιον λόγο σημείωσε τόσες επανεκδόσεις πριν από λίγες δεκαετίες στη χώρα μας το τομίδιο Η σημειολογία στην καθημερινή ζωή που συγκέντρωνε άρθρα του Ουμπέρτο Έκο δημοσιευμένα στον τύπο. Αλλά και για πολλαπλούς λόγους ο θεωρητικός λόγος οδηγείται όλο και περισσότερο στην ευκρίνεια, το απλούστερο λεξιλόγιο και τις ομιλούσες στο ευρύτερο δυνατό κοινό εικόνες, κι αυτό όχι μόνο στον αγγλόφωνο χώρο όπου η ρυμοτομία των εννοιολογημάτων έμοιαζε πιο καθαρή και το ύφος μπορούσε να φτάσει και το χιούμορ.11 Πολλές εξάλλου κριτικές απαλοιφές, αναθεωρήσεις (όπως η υποχώρηση του δομισμού) ή ολικές επαναφορές της θεωρίας (όπως η επανάκαμψη του ανθρωπιστικού της προτάγματος) υπήρξαν κάτι παραπάνω από έκφραση του εγγενούς της αναστοχαστικού χαρακτήρα. Υπήρξαν θα λέγαμε το προϊόν μιας κοινωνιοποιητικής, υπαγορεύτηκαν από αντίστοιχες αλλαγές της κοινωνίας. Ό,τι ακριβώς συμβαίνει και στη λογοτεχνία, όπου τα διάφορα λογοτεχνικά είδη εμφανίστηκαν, υποχώρησαν ή επανέκαμψαν αναμορφωμένα ανάλογα με τις φάσεις της εκάστοτε κοινωνίας. Ουσιαστικά, ακόμη και σε ένα μάθημα Ιστορίας της νεοελληνικής λογοτεχνίας που αποστρέφεται τις θεωρητικές αναφορές, όταν λέμε ότι κατά τον Μεσαίωνα θέατρο δεν υπήρξε και χρειάστηκε να φτάσουμε στο ξύπνημα των ιδανικών της Αναγέννησης για την επανεκκίνηση του είδους, δεν λέμε τίποτε άλλο από αυτό που υποστηρίζει η σύγχρονη κοινωνιολογία της λογοτεχνίας. Η διάκριση μεταξύ εσωτερικών και εξωτερικών του λογοτεχνικού κειμένου στοιχείων ουδέποτε υπήρξε. Και με πολλούς τρόπους, το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για την εκπαίδευση: η διάκριση μεταξύ καθαρά εσωτερικών της ζητημάτων και εξωτερικών, κοινωνικών, εξελίξεων δεν μπορεί να ευδοκιμήσει.

 

Στην εποχή των data 

Σήμερα βέβαια, μετά την επικράτηση τόσων -ισμών (φορμαλισμός, δομισμός, μεταμοντερνισμός κ.ά.), έχει σημάνει η καμπάνα των data, των δεδομένων. Και αυτό ισχύει και για τις ανθρωπιστικές επιστήμες, η μετάβασή τους στην ψηφιακή τους εκδοχή/εποχή έχει ξεκινήσει από καιρό. Και μαζί με αυτήν εισέρχονται σε μια ισχυρή κρίση νομιμοποίησης, καθώς από την αφαίρεση των ιδεών χρειάζεται να περάσουν στην αντιμετώπιση της πραγματικότητας των δεδομένων.12 Ενόσω οι νόμοι της αγοράς πιέζουν, οι διάφορες βαθμίδες της εκπαίδευσης υποστελεχώνονται και η κοινωνική δυσφορία εντείνεται –με προεξάρχουσα την ελληνική οικογένεια, η οποία έχει χάσει κάθε εμπιστοσύνη στη δημόσια εκπαίδευση και δη στο πανεπιστήμιο–, οι ανθρωπιστικές επιστήμες διέρχονται μεγαλύτερο κίνδυνο από άλλες καθώς αδυνατούν να πείσουν ως προς το γιατί αξίζει να μελετούμε τη λογοτεχνία. Τα παλιότερα προτάγματα της αισθητικής εκλέπτυνσης και της ηθικής βελτίωσης φθίνουν ολοένα και πιο πολύ, καθώς περνούμε από τη λογοτεχνία ως αισθητικό αντικείμενο (με τους εσωτερικούς του κανόνες) στην έμφαση στο υποκείμενο του αναγνώστη, στο τι μπορεί αυτός να κάνει διαβάζοντας, σε ποιες χρήσεις του έργου να οδηγηθεί.13 Μάλιστα, αυτοί που φαίνεται να πείθονται όλο και λιγότερο για τη χρησιμότητα της λογοτεχνίας, να χαρακτηρίζονται από όλο και πιο χαλαρή σχέση με την ανάγνωση εν γένει, όπως αποδεικνύει η τελευταία έρευνα του 2010, εντοπίζονται στις πιο κρίσιμες ηλικιακές ομάδες: τις σχολικές (15-18 χρόνων), τις πανεπιστημιακές ηλικίες (19-24 χρόνων) αλλά και τις αμέσως επόμενες, μέχρι τα 35. Τα δεδομένα αυτά ελέγχουν πολλαπλά τα εφαρμοσμένα προγράμματα σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Αλλά και καταμαρτυρούν την επέλαση της τεχνολογίας, την αποσταθεροποιητική της λειτουργία, με τη μεγάλη διείσδυση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και την προτίμηση για επικοινωνία σε εικονικά περιβάλλοντα. Πέρα από τις επιπτώσεις όμως που διαπιστώνονται άμεσα στις μικρότερες ηλικίες (διάσπαση της προσοχής, αδυναμία συγκέντρωσης, έως και συνοχής μιας συλλογιστικής, δυσανεξία απέναντι σε ό,τι ξεπερνά τις λίγες σελίδες), ο άυλος χαρακτήρας της κουλτούρας μας επηρεάζει κάθε πληθυσμιακή ομάδα, διαπερνώντας συνολικά τον κοινωνικό ιστό. Μοιάζει να ζούμε σ’ έναν κόσμο-φάντασμα ψηφιακών δεδομένων όπου τα πάντα μπορούν να μεταφορτωθούν, να αναδιαταχθούν, να διαγραφούν, να ανακληθούν ανά πάσα στιγμή. Μέσα όμως στο άπειρο, το χαοτικό των σύγχρονων δυνατοτήτων ένα νέο άγχος επωάζεται, μια καινούρια μορφή αυτοαμφισβήτησης: ότι χάνουμε, ότι ξεχνάμε περισσότερα απ’ όσα μπορούμε να διαχειριστούμε ή να θυμόμαστε. Πρόκειται ωστόσο πράγματι για αμνησία;

 

Αμνησία ή πολιτισμική υπερμνησία;

Το παρελθόν, σύμφωνα με σύγχρονους θεωρητικούς του πολιτισμού, έχει γίνει απλώς μέρος του παρόντος κατά τρόπους που ούτε να διανοηθούμε δεν θα μπορούσαμε σε προηγούμενους αιώνες. Τα σύγχρονα μέσα έχουν επιφέρει μια ενοποίηση των διαφορετικών χωροχρονικών επιπέδων, μια συμπαρουσία τους σε ένα ενοποιημένο εδώ-τώρα. Αντί για αμνησία, πάσχουμε από πολιτισμική υπερμνησία.14 Υπήρξε όμως ποτέ και η πραγματική λογοτεχνία, τόσο ως γραφή όσο και ως ανάγνωση ή και ως το ανάμεσό τους, μετάφραση ή κριτική, τίποτε διαφορετικό; Και ποιος θα το αναδείξει αυτό αν όχι η εκπαίδευση; Όπως ακριβώς οι καλλιτέχνες, δεν θα χρειαστεί να ψάχνει για συνέχειες της λογοτεχνίας με τον σύγχρονο κόσμο, αλλά διαρκώς να βρίσκει.

 

 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 09 (01.2014)