για το κίνημα στις σκουριές χαλκιδικής

 

Σίμος Ανδρονίδης

 

Τα τελευταία χρόνια, στις Σκουριές Χαλκιδικής έχει αναπτυχθεί ένα κοινωνικό κίνημα που αντιμάχεται την επένδυση –εξόρυξη χρυσού– που πραγματοποιεί η εταιρεία «Ελληνικός Χρυσός». Το κοινωνικό πράττειν που έχει αναπτυχθεί στις Σκουριές Χαλκιδικής διακρίνεται για την ποιοτική του «ένταση» και διάρκεια, καθότι επηρεάζει καθοριστικά το τοπικό κοινωνικό γίγνεσθαι. Το κίνημα στις Σκουριές Χαλκιδικής αποτελεί τη μαζική συμπύκνωση των αγώνων που έχουν «αναπτυχθεί» ενάντια στη μνημονιακή διαχείριση της βαθιάς οικονομικής κρίσης. 

Ως εκ τούτου, σχετίζεται με την κληρονομιά η οποία και αμφισβητεί κύρια το τρέχον υπόδειγμα διαχείρισης των «ροών» της οικονομικής κρίσης. Κι είναι αυτή η έντονη κινηματική δραστηριότητα η οποία και ανανοηματοδοτεί και ανασημασιοδοτεί το τοπικό κοινωνικό γίγνεσθαι. 

Εάν προβούμε σε μια σαφή περιοδολόγηση και καταγραφή των πλέον κομβικών στιγμών του κινήματος, θα δούμε ότι χωρίζεται σε δύο κύριες φάσεις: α) Η πρώτη περίοδος λαμβάνει τα χαρακτηριστικά της κινηματικής «συσσώρευσης». Σχετίζεται άμεσα με τα κινήματα αμφισβήτησης της κυρίαρχης «κρισιακής» στρατηγικής, απορρίπτει ένα δεδομένο υπόδειγμα κεφαλαιακής συσσώρευσης, το οποίο προσλαμβάνει τη μορφή της με κάθε τρόπο προσέλκυσης ξένων επενδύσεων, ενώ, την ίδια στιγμή, δύναται να υιοθετεί μορφές εναντίωσης, που εκκινούν από λεκτικές διακηρύξεις και καταλήγουν σε περισσότερο μαζικές κινητοποιήσεις. 

Η σταδιακή και «ποιοτική» ανάπτυξη των αγώνων «σταθεροποιείται» την περίοδο 2010-2013. Όπως αναφέρει και ο Σπύρος Σακελλαρόπουλος, «Επίσης, σε όλο το διάστημα από το 2010 μέχρι το 2013 πολύ δυναμικοί αγώνες θα πραγματοποιηθούν στις Σκουριές της Χαλκιδικής, ενάντια στην επέκταση των δραστηριοτήτων της εταιρείας Ελληνικός Χρυσός, αφού η υλοποίηση του εν λόγω έργου θα κατέστρεφε περισσότερα από 3.000 στρέμματα δάσους, ενώ οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις θα έχουν καταστροφικές συνέπειες στην υγεία των κατοίκων αλλά και στην αλιεία, την υλοτομία, τη δασοκομία, την οικοδομή και τον τουρισμό».1 β) Η δεύτερη περίοδος θα λέγαμε πως είναι η περίοδος της αποκαλούμενης θεσμικής αποκρυστάλλωσης. Με αυτόν τον τρόπο, επιτελείται μια μετατόπιση των διεκδικητικών στόχων προς το άμεσο-τοπικό εκλογικό και πολιτικό πεδίο. Σε αυτή την περίπτωση, ο κύκλος της κοινωνικής διαμαρτυρίας εμπεριέχει τα στοιχεία μιας ιδιαίτερης εκλογικής δυναμικής.

Ουσιαστικά, η κοινωνική-κινηματική κίνηση στις Σκουριές «εγχαράσσει» τα όρια ενός ιδεολογικού λόγου που θέτει στην προμετωπίδα του την αναγκαιότητα διακοπής της τρέχουσας οικονομικής μεγέθυνσης. Η κοινωνική-κινηματική κίνηση συγκροτείται ως μια «ζώσα» αντιηγεμονική πράξη που τείνει να αποκλείσει την κυρίαρχη ιδεολογική αφήγηση. 

Έτσι, η «ζώσα» αντιηγεμονική πράξη ενσωματώνει οργανικά και αρμονικά έναν ιδεολογικό λόγο που αφενός μεν κατισχύει σε τοπικό επίπεδο, αφετέρου δε εκτείνεται και πέρα των γεωγραφικών-κοινωνικών ορίων της Χαλκιδικής. Η κοινωνική-ιδεολογική απόκλιση μεταξύ της εταιρείας και του κινηματικού πράττειν παράγει τους όρους και τις προϋποθέσεις για την ανάδυση και την αποκρυστάλλωση ενός δομικού δυϊσμού, που ορίζει και προσδιορίζει το τοπικό κοινωνικό «όλον». 

Αυτός ο τοπικός-δομικός δυϊσμός μεταξύ της εταιρείας «Ελληνικός Χρυσός» και του κοινωνικού κινήματος χαράσσει τα όρια δύο ριζικά διαφορετικών κινήσεων και αντιλήψεων για την ανάπτυξη: από τη μια πλευρά, η εταιρεία, συνεπικουρούμενη και από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους, αρθρώνει ένα λόγο που προτάσσει το ζήτημα της οικονομικής ανάπτυξης (μέσω της προσέλκυσης επενδύσεων) και της δημιουργίας θέσεων εργασίας. Από την άλλη πλευρά βρίσκεται το κοινωνικό κίνημα, που αντιτάσσεται στη συγκεκριμένη και «φορτισμένη» αντίληψη και λογική. Ο λόγος που αρθρώνει βρίσκεται στον αντίποδα των επιδιώξεων και των συμφερόντων της εταιρείας, καθότι προτάσσει το ζήτημα της μη κατασκευής των μεταλλείων χρυσού. 

Στο πλαίσιο αυτό, η κυρίαρχη ιδεολογική σκευή «απονομιμοποιεί» την αντιηγεμονική κοινωνική κίνηση, νομιμοποιώντας και «εργαλειοποιώντας» ταυτόχρονα τα συμφέροντα της εταιρείας που δραστηριοποιείται στην περιοχή. Το «στενό» και «περιορισμένο» ταξικό σημαίνον αφενός μεν μετασχηματίζεται σε «εθνικό» και «αναγκαίο», αφετέρου δε συμπυκνώνεται στον ιδεολογικό «τύπο» της προσέλκυσης επενδύσεων που θα συμβάλλουν στην τόνωση της τοπικής (διάβαζε εθνικής) οικονομίας και στη δημιουργία θέσεων εργασίας. 

Κάνουμε λόγο για ένα «ολικό» ιδεολογικό υπόδειγμα, που την ίδια στιγμή «κατηγοριοποιεί» και «φιλτράρει» ιδεολογικά την κινηματική δράση και άρθρωση των κατοίκων. Έτσι, το κοινωνικό κίνημα της περιοχής νοείται και ορίζεται ως εξόχως «αντιδραστικό» και «οπισθοδρομικό», καθότι δεν επιθυμεί την οικονομική μεγέθυνση και τόνωση της περιοχής. Οι «αντιδραστικοί μπαχαλάκηδες» που αντιτίθενται σφόδρα στην κατασκευή των μεταλλείων χρυσού δύνανται να «απονομιμοποιηθούν» ιδεολογικά και να «παταχθούν» κατασταλτικά. 

Οι βασικοί και θεμελιώδεις ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους, ενσωματώνοντας οργανικά το ταξικό πράττειν της εταιρείας, επιδιώκουν την τύποις συγκρότηση μιας νέας, «ολικής» και «κρισιακής» καπιταλιστικής «κανονικότητας», η οποία «επικαλύψει» και θα «επικαθορίσει» το προτσές της εργατικής-κινηματικής εναντίωσης. 

 Σε συνθήκες βαθιάς οικονομικής κρίσης, η τύποις συγκρότησης της «ολικής» καπιταλιστικής «κανονικότητας» προϋποθέτει τη ριζική αποδόμηση του εργατικού-κινηματικού «όλου». Την ιδεολογική «ανακατασκευή» του κοινωνικού κινήματος και της δράσης του συμπληρώνει η άσκηση κρατικής-κατασταλτικής βίας, μιας βίας που ασκείται στα «διακεκομμένα» όρια της δραστηριοποίησης του κοινωνικού κινήματος. Τη στιγμή που το κίνημα «γειώνεται» κοινωνικά, η εταιρεία εγκολπώνεται στο συστατικό πεδίο του κράτους, όντας ετεροπροσδιοριζόμενη εξωτερικά. 

Στο γενικότερο «κρισιακό» οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον, το κράτος σταδιακά αίρει τα χαρακτηριστικά της «αυτόνομης» συγκρότησής του, προσλαμβάνοντας την «κρισιακή» μορφή μιας «σχεσιακής-ποιοτικής» συγκρότησης, η οποία άπτεται των συμφερόντων και των ευρύτερων στοχεύσεων του άρχοντος συγκροτήματος εξουσίας. Με αυτόν τον τρόπο και όντας σχεσιακή ολότητα επιδιώκει τη δομική αποδιοργάνωση των αντιθετικών κινήσεων της εργατικής τάξης. 

Στις Σκουριές Χαλκιδικής, η εταιρεία και το κράτος στοχεύουν στην εκμηδένιση και στην «αποδιοργάνωση» της εργατικής-κινηματικής δράσης και δραστηριοποίησης. Και είναι σε αυτό το πεδίο που το κράτος «οργανώνει» και ρυθμίζει ιδεολογικά και πολιτικά τα ευρύτερα κοινωνικά-ταξικά συμφέροντα (και της εταιρείας), με στόχο την τύποις συγκρότηση μιας νέας τοπικής (που μετασχηματίζεται σε «εθνική») «ολικής» και «κρισιακής» νεοφιλελεύθερης κανονικότητας. 

Η συγκεκριμένη και «ειρηνικά εξεγερσιακή» δραστηριότητα μετέβαλε τους θεμελιώδεις όρους της ευρύτερης κινηματικής στρατηγικής: κίνημα όχι μόνο «περιχαρακωμένο» και τοπικό αλλά «τύπος» δράσης που έλαβε ευρύτερες προεκτάσεις διεκδικητικής δυναμικής, προσήλωσης στο διακύβευμα της ανατροπής των δραστηριοτήτων της εταιρείας και εναλλαγής μορφών και τρόπων διεκδίκησης, καθώς και ανάδειξης μιας νέας πλουραλιστικής κινηματικής ταυτότητας. Πέρα από το λόγο, υπήρξε η δράση, το τοπόσημο προσαρμογής σε ένα νέο κοινωνικό-περιβαλλοντικό υπόδειγμα. 

Το «κρισιακό» αντιπαράδειγμα στις Σκουριές Χαλκιδικής είναι ενεργό και ζωντανό. Η λογική της συνέχειας, και τώρα, σε συνθήκες αριστερής διακυβέρνησης, διέπει το κοινωνικό κίνημα, το οποίο επίσης ενσωματώνει τις όψεις πραγματολογικής συγκρότησης μιας θετικά φορτισμένης δημόσιας σφαίρας. Το κρισιακό «αντιπαράδειγμα» των Σκουριών διαμόρφωσε τους όρους και τις προϋποθέσεις για την ανάδυση και την αποκρυστάλλωση μιας τύποις νέας κινηματικής «κανονικότητας» δράσης, η οποία διεκδίκησε το δικαίωμα της ριζικής και ρηξιακής αμφισβήτησης των δραστηριοτήτων της εταιρείας. 

Η επιδίωξη απίσχνανσης των κοινωνικών, εργασιακών και περιβαλλοντικών όρων, έτσι όπως εκδηλώθηκε στις Σκουριές, αποτέλεσε προϊόν της κύριας στρατηγικής της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου. Η εκδίπλωση της κρισιακής-μνημονιακής στρατηγικής συνίσταται στην επιδίωξη του μετασχηματισμού του ελληνικού κοινωνικοοικονομικού προτύπου. 

Κι αυτός ο δομικός μετασχηματισμός είναι ταυτόχρονα εσωστρεφής και εξωστρεφής: εσωστρεφής ως προς την υποβάθμιση των όρων διαβίωσης των λαϊκών τάξεων, εξωστρεφής ως προς την επιδίωξη ισχυροποίησης του κοινωνικού μπλοκ εξουσίας. Ενάντια σε αυτούς τους κρισιακούς όρους δομικής μεταβολής της κοινωνικής ισχύος και καταμερισμού της εργασίας συμπτύχθηκε ένα κοινωνικό μέτωπο που επαναπροσδιόρισε τα όρια της σύγχρονης «χαμένης» κοινωνικής αμφισβήτησης. 

Αυτό το κίνημα εναντίωσης και δράσης αναδιατάσσει τα όρια της μάχης που αξίζει να δοθεί, φέροντας εντός του την ίδια την πανσπερμία, την πολυμορφία και την αλληλουχία δράσης του αντιμνημονιακού κινήματος αμφισβήτησης. Οι Σκουριές τέμνουν εκ νέου την έννοια του αξιοβίωτου βίου.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

1. Βλ. σχετικά, Σπύρος Σακελλαρόπουλος, Κρίση και κοινωνική διαστρωμάτωση στην Ελλάδα του 21ου αιώνα, εκδόσεις Τόπος, Αθήνα 2014, σελ. 141.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 32 (12.2015)