Αίγυπτος: Η δυσχερής επανάσταση

 

Η εγκαθίδρυση μιας ελεγχόμενης δημοκρατίας εμφανίζεται ως η μόνη ελπίδα μετά την ήττα των Αδελφών Μουσουλμάνων προκειμένου να αποτραπεί η παλινόρθωση του παλαιού καθεστώτος

 

Αλέξανδρος Καζαμίας

 

Στη νουβέλα Μιραμάρ (1967), ο νομπελίστας συγγραφέας Ναγκίμπ Μαχφούζ παρομοιάζει τη μετααποικιακή Αίγυπτο με μια νέα, όμορφη και αναλφάβητη κοπέλα που εργάζεται στην πανσιόν μιας ξένης Αλεξανδρινής. Η αθωότητά της κάνει τους θαμώνες να την ερωτεύονται με λανθάνοντα τρόπο και τους οδηγεί στο να θέλουν να την εξαπατήσουν και να την εκμεταλλευτούν. Κάτι ανάλογο, εδώ και τρία χρόνια, συμβαίνει με την Επανάσταση που ξέσπασε στην Αίγυπτο στις 25 Ιανουαρίου 2011. Στην αρχή προσπάθησε να την ιδιοποιηθεί ο στρατός, κατόπιν οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι και σήμερα κυβερνά στις πλάτες της μια συμμαχία του στρατού και κάποιων φιλελεύθερων κομμάτων. Παράλληλα, στοιχεία του παλαιού καθεστώτος Μουμπάρακ, τα επονομαζόμενα «κατακάθια», κατάφερναν κάθε φορά να παρεισφρήσουν, αποσπώντας ένα μικρό μερίδιο εξουσίας σε όλες τις μετεπαναστατικές κυβερνήσεις. Αν αναλογιστεί κανείς με πόσες δυνάμεις χρειάστηκε να αναμετρηθεί ώς τώρα η Αιγυπτιακή Επανάσταση, μόνο το γεγονός ότι δεν έχει κατασταλεί, αποτελεί ιστορικό επίτευγμα! Ωστόσο, όπως η ηρωίδα της νουβέλας του Μαχφούζ, έτσι και η εξέγερση που ξέσπασε το 2011 μπορεί να αντιμετωπίζει τα εμπόδια που συναντά διότι οι δυνάμεις που την επιβουλεύονται έχουν παράλληλα την τάση να αλληλοεξουδετερώνονται.

 

Αντεπανάσταση από τα πάνω και από τα κάτω

Από νωρίς άρχισε να διαφαίνεται ότι το μαζικό κίνημα που ανέτρεψε τον Μουμπάρακ και την οικογένειά του τον Ιανουάριο-Φεβρουάριο του 2011 κινδύνευε να παραμείνει μια ανολοκλήρωτη επανάσταση. Σε αντίθεση με την κυρίαρχη άποψη, εκείνοι που το υπονόμευαν δεν προέρχονταν μόνο από το κράτος, αλλά ένα εξίσου σημαντικό τμήμα τους είχε τις ρίζες του στο ίδιο το επαναστατικό κίνημα που έδιωξε τον Μουμπάρακ.

Εκ των άνω, η αντεπανάσταση άρχισε να εκδηλώνεται από το στρατιωτικό/γραφειοκρατικό κατεστημένο, που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά του μετααποικιακού αιγυπτιακού κράτους από τη δεκαετία του 1950 μέχρι σήμερα. Συγκεκριμένα, τη 18η ημέρα της εξέγερσης, στις 11 Φεβρουαρίου 2011, το Ανώτατο Συμβούλιο των Ενόπλων Δυνάμεων (Α.Σ.Ε.Δ.) υπό την ηγεσία του στρατάρχη Χουσέιν Ταντάουι, ανέλαβε την εξουσία, διέταξε τη σύλληψη του Μουμπάρακ και κήρυξε το τέλος της Επανάστασης. Την ίδια στιγμή ανακοίνωσε το ξεκίνημα μιας «μεταβατικής περιόδου» με στόχο την πραγματοποίηση θεσμικών αλλαγών για την παράδοση της εξουσίας εντός έξι μηνών «σε μια εκλεγμένη αρχή». Παράλληλα, η αντεπανάσταση άρχισε επίσης να εκδηλώνεται από τα κάτω, κυρίως από την οργάνωση των Αδελφών Μουσουλμάνων, η οποία, μαζί με στρατό, κήρυξε και αυτή την Επανάσταση λήξασα με το ανακοινωθέν της 11ης Φεβρουαρίου 2011: «Στους εξεγερμένους σε κάθε γωνιά της Αιγύπτου... λέμε: το ευκολότερο στάδιο έχει τελειώσει... που είναι το στάδιο της κατεδάφισης του διεφθαρμένου καθεστώτος. Όσο για το επόμενο στάδιο, αυτό είναι το στάδιο της οικοδόμησης ενός νέου συστήματος».1 Η στάση αυτή δίχασε το επαναστατικό κίνημα, αφήνοντας τις φιλελεύθερες και ριζοσπαστικές δυνάμεις μόνες να υιοθετούν το σύνθημα «Η επανάσταση συνεχίζεται», και να τονίζουν ότι η ανατροπή του Μουμπάρακ δεν ισοδυναμούσε με την περιβόητη «πτώση του καθεστώτος» που ήταν το αρχικό αίτημα των επαναστατών.

 

Πραιτοριανός κοινοβουλευτισμός και μεταρρυθμίσεις

Η διάσπαση του επαναστατικού κινήματος διευκόλυνε σημαντικά την προσπάθεια του στρατού να συγκρατήσει την Επανάσταση και να προασπίσει την εξουσία του γραφειοκρατικού/πραιτοριανού πυλώνα του μετααποικιακού κράτους που παρέμενε στην ουσία άθικτος. Στο πλαίσιο μιας ανεπίσημης συμμαχίας με τους Ισλαμιστές, το Α.Σ.Ε.Δ. προέβη σε μια σειρά μεταρρυθμίσεων που απέβλεπαν στον μερικό εκδημοκρατισμό του κράτους και την εδραίωση ενός συστήματος «πραιτοριανού κοινοβουλευτισμού», όπου ο ίδιος θα μοιραζόταν τη διακυβέρνηση της χώρας με εκλεγμένους από τον λαό πολιτικούς. Τα πρώτα δείγματα της σύμπραξης αυτής φάνηκαν στις 15 Φεβρουαρίου 2011, όταν το Α.Σ.Ε.Δ. διόρισε δεκαμελή επιτροπή για την προσωρινή αναθεώρηση του Συντάγματος, η οποία απαρτιζόταν κυρίως από Ισλαμιστές.2 Οι τροποποιήσεις που πρότεινε η επιτροπή κινήθηκαν σε δημοκρατική κατεύθυνση αλλά με εμφανή όρια, ενώ αμέσως έλαβαν στήριξη από τον στρατό και τους Ισλαμιστές. Έτσι, στο δημοψήφισμα της 19ης Μαρτίου 2011, που υπήρξε η πρώτη μη νοθευμένη εκλογική διαδικασία μετά από 61 χρόνια, οι προσωρινές συνταγματικές τροποποιήσεις ψηφίστηκαν με 77% «υπέρ» και 23% «κατά». Μεγάλη έκπληξη προκάλεσε η χαμηλή προσέλευση, που έφτανε το 41% του εκλογικού σώματος, παρά το γεγονός ότι η χώρα είχε μόλις γνωρίσει μία από τις μεγαλύτερες επαναστάσεις σε μέγεθος συμμετοχής σε όλη τη σύγχρονη Ιστορία.

Μετά τις γρήγορες αλλαγές των πρώτων ημερών, που περιέλαβαν τη διάλυση της εικονικής Άνω και Κάτω Βουλής του Μουμπάρακ και τη νομιμοποίηση όλων των πολιτικών κομμάτων, ο στρατός άρχισε να κωλυσιεργεί ώς την εξάντληση του υποσχόμενου εξαμήνου. Τον Ιούλιο, οι βουλευτικές εκλογές που είχαν αρχικά οριστεί για τον Σεπτέμβριο, αναβλήθηκαν για τον Νοέμβριο, ενώ καμία ένδειξη δεν υπήρχε για την ημερομηνία των πιο κρίσιμων προεδρικών εκλογών. Ταυτόχρονα, οι δίκες του Μουμπάρακ και των γιων του εκκρεμούσαν ύποπτα, ενώ ο τελευταίος πρωθυπουργός του παλαιού καθεστώτος, ο στρατηγός Άχμεντ Σαφίκ, είχε αφεθεί στη θέση του ώς τις 3 Μαρτίου, σαν να μην είχε στο μεταξύ μεσολαβήσει Επανάσταση. Μάλιστα, αν δεν ξεσπούσε η τηλεοπτική λογομαχία του με τον μυθιστοριογράφο Αλάα Ελ-Ασουάνι, στην οποία ο τελευταίος τον εξέθεσε με οξείς χαρακτηρισμούς, είναι αμφίβολο αν ο στρατός θα ζητούσε την παραίτησή του. Αλλά και η νέα κυβέρνηση του Εσάμ Σάραφ, πάλι περιλάμβανε στελέχη του παλαιού καθεστώτος, μη εξαιρουμένου και του νέου πρωθυπουργού.

Αυτές οι αμφιταλαντεύσεις ανάμεσα στο παλαιό και το νέο καθεστώς σύντομα άρχισαν να δημιουργούν υπόνοιες πως ο στρατός διακατεχόταν από δεύτερες σκέψεις σχετικά με το βάθος των μεταρρυθμίσεων που δεσμεύτηκε να εισαγάγει. Οι αμφιβολίες αυτές πυροδότησαν νέο κύμα διαδηλώσεων από τις φιλελεύθερες και αριστερές δυνάμεις, που αντιμετωπίστηκαν με πολύνεκρες επιθέσεις στην πλατεία Ταχρίρ, την Αμπασία και το Μασπέρο, ενώ ακολούθησαν μαζικές συλλήψεις ακτιβιστών, με γνωστότερη εκείνη του αριστερού Αλάα Άμπντελ Φατάχ. Κατά συνέπεια, σε έκθεσή της για την Αίγυπτο τον Νοέμβριο του 2011, η Διεθνής Αμνηστία ανέφερε ότι «η κριτική των αρχών ή του ρυθμού της μεταρρύθμισης καταπιέζεται με βαρβαρότητα. Τα στρατοδικεία έχουν φυλακίσει χιλιάδες πολίτες».3

 

Καταστολή της κοσμικής αντιπολίτευσης

Μέσα σε αυτό το κλίμα, ξέσπασε από τις 18 ώς τις 27 Νοεμβρίου η πολύνεκρη Εξέγερση της οδού Μοχάμεντ Μαχμούντ. Τα επεισόδια ξεκίνησαν από κατάληψη που πραγματοποίησαν στην Ταχρίρ οι συγγενείς των 1.000 περίπου θυμάτων της Επανάστασης. Ωστόσο, όταν οι Αρχές προσπάθησαν να τη διαλύσουν, νέοι από τις λαϊκές συνοικίες που είχαν παλιούς λογαριασμούς με την Ασφάλεια έδωσαν σκληρές μάχες με ένοπλους αστυνομικούς, οι οποίες αμέσως προσέλκυσαν τη στήριξη των επαναστατών. Εν μέσω προεκλογικής περιόδου, τα κοσμικά κόμματα ανέστειλαν τη συμμετοχή τους στις επικείμενες εκλογές της Κάτω Βουλής, ενώ η Ουάσινγκτον προειδοποίησε τον στρατό να παραδώσει σύντομα την εξουσία σε εκλεγμένη αρχή. Υπό την πίεση αυτή, ο στρατάρχης Ταντάουι διόρισε νέα κυβέρνηση υπό τον Καμάλ Ελ-Γκανζούρι (πρώην πρωθυπουργό του Μουμπάρακ που αποστασιοποιήθηκε κάπως από το παλαιό καθεστώς), ενώ σε τηλεοπτικό διάγγελμα ανακοίνωσε για πρώτη φορά ότι η «μεταβατική περίοδος» θα έληγε οριστικά στις 30 Ιουνίου 2012, με τη διεξαγωγή προεδρικών εκλογών. Στο μεταξύ, κοσμικοί διαδηλωτές στην πλατεία Ταχρίρ καλούσαν τους Ισλαμιστές σε νέο επαναστατικό κίνημα με σύνθημα «Ο λαός ζητά την πτώση του στρατάρχη», αλλά οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι αρνήθηκαν να προσέλθουν εμμένοντας στην προσήλωσή τους στην εκλογική διαδικασία που όρισε ο στρατός.

Στις εκλογές της Κάτω Βουλής, που πραγματοποιήθηκαν σε τρεις γύρους από τις 28 Νοεμβρίου ώς τις 11 Ιανουαρίου, νικητής αναδείχτηκε το Κόμμα της Ελευθερίας και Δικαιοσύνης των Αδελφών Μουσουλμάνων με το 37% των ψήφων. Δεύτερο ήρθε το Ελ-Νουρ των Σαλαφιστών με 27%, ενώ το φιλελεύθερο Ουάφντ ήρθε τρίτο με 9%, και ο κεντροαριστερός συνασπισμός Αιγυπτιακή Συσπείρωση τέταρτος με 8,9%. Τα αριστερά κόμματα συγκέντρωσαν μικρότερα ποσοστά. Αυτά τα αποτελέσματα επιβεβαίωσαν τις τάσεις που εκδηλώθηκαν στο δημοψήφισμα της 19ης Μαρτίου, αφού οι Ισλαμιστές σταθεροποιήθηκαν στα 2/3 των ψήφων, ενώ οι φιλελεύθερες και ριζοσπαστικές δυνάμεις έλαβαν μαζί περίπου το 1/4, με τους υπόλοιπους να στηρίζουν προσωπικότητες του παλαιού καθεστώτος. Η συμμετοχή όμως κινήθηκε πάλι σε χαμηλά επίπεδα, φτάνοντας μόλις το 34%, ενώ ανάλογα αποτελέσματα σημειώθηκαν τον Φεβρουάριο-Μάρτιο στις εκλογές της Άνω Βουλής, όπου η συμμετοχή κατέρρευσε στο 17%.

Διαφορετικά ωστόσο εξελίχτηκαν οι προεδρικές εκλογές τον Μάιο-Ιούνιο του 2012, όπου η συμμετοχή στους δύο γύρους κυμάνθηκε από 47% μέχρι 52%. Έκπληξη προκάλεσαν επίσης τα αποτελέσματα του α΄ γύρου, όπου οι Ισλαμιστές υποψήφιοι έπαψαν να αποτελούν πλειοψηφικό ρεύμα, δείχνοντας έτσι ότι η μεγάλη αποχή στις προηγούμενες αναμετρήσεις προερχόταν κυρίως από κοσμικούς ψηφοφόρους. Συγκεκριμένα, από τους πρώτους πέντε υποψηφίους, που κατέλαβαν συνολικά το 98% των ψήφων, οι δύο Ισλαμιστές έλαβαν μαζί το 42%, ενώ οι τρεις κοσμικοί αντίπαλοί τους συγκέντρωσαν το 56%. Ωστόσο, το τραγικό στοιχείο των εκλογών αυτών ήταν η πρόκριση του στρατηγού Σαφίκ στον β΄ γύρο ως εκπροσώπου των κοσμικών έναντι του Ισλαμιστή Μόρσι. Εντούτοις, μπροστά σε έναν βέρο παλαιοκαθεστωτικό, σημαντική μερίδα του κοσμικού επαναστατικού κινήματος ψήφισε στον β΄ γύρο τον Μόρσι, προκειμένου να αποφύγει τον εφιάλτη της παλινόρθωσης. Με αυτόν τον τρόπο ο Μόρσι εξελέγη τελικά πρόεδρος, λαμβάνοντας στον β΄ γύρο 10% παραπάνω από τις ψήφους που ο ίδιος και ο άλλος Ισλαμιστής Άμπντελ Μόνεεμ Άμπουλ Φουτούχ συγκέντρωσαν στον α΄ γύρο.

 

Α΄ Γύρος Προεδρικών Εκλογών, 23-24 Μαΐου 2012

Υποψήφιος

Πολιτική ταυτότητα

Ποσοστό

Μοχάμεντ Μόρσι

Αδελφοί Μουσουλμάνοι

24,78%

Άχμεντ Σαφίκ

παλαιό καθεστώς/στρατός

23,66%

Χαμντίν Σαμπάχι

νασερικός/ριζοσπαστικός

20,72%

Άμπντελ Μόνεεμ Άμπουλ Φουτούχ

μετριοπαθής Ισλαμιστής

17,47%

Αμρ Μούσα

φιλελεύθερος/παλαιό καθεστώς, σε διάσταση με τον Μουμπάρακ

 

11,13%

Μόρσι - Άμπουλ Φουτούχ

ισλαμιστές

42,26%

Σαφίκ - Σαμπάχι - Μούσα

κοσμικοί

55,51%

 

 

Β΄ Γύρος Προεδρικών Εκλογών, 16-17 Ιουνίου 2012

Υποψήφιος           

Πολιτική ταυτότητα

Ποσοστό

Μοχάμεντ Μόρσι

Ισλαμιστής/επαναστατικές δυνάμεις

51,73%

Άχμεντ Σαφίκ

κοσμικός/παλαιό καθεστώς

48,27%

 

Παρά τις προσδοκίες του στρατού και των Αδελφών Μουσουλμάνων, η εκλογή νέου προέδρου δεν επέφερε το τέλος της «μεταβατικής περιόδου». Στην πραγματικότητα, δεν σήμανε ούτε το τέλος της Επανάστασης. Τρεις βασικοί λόγοι ευθύνονται γι’ αυτό. Πρώτον, ο «πραιτοριανός κοινοβουλευτισμός», σε αντίθεση με όσα φαντάζονταν οι θαυμαστές του, που τον συνδέουν με τις μεταρρυθμίσεις του Ερντογάν στην Τουρκία, δεν αποτελεί λειτουργικό σύστημα διακυβέρνησης. Οι διαρκείς εντάσεις που προκαλεί ανάμεσα στους στρατηγούς και τους εκλεγμένους πολιτικούς αποτελούν μόνιμη πηγή αστάθειας και κρίσεων. Δεύτερον, εξαιτίας των αμφιταλαντεύσεών του, ο στρατός άφησε άλυτο το ακανθώδες ζήτημα της ψήφισης νέου Συντάγματος και το μεταβίβασε τελικά στο νέο καθεστώς που προέκυψε μετά την εκλογή του Μόρσι. Τρίτον, κατά τη διάρκεια της «μεταβατικής περιόδου», ο στρατός και οι Ισλαμιστές επαναπαύτηκαν στην ιδέα μιας ελεγχόμενης «πλειοψηφικής δημοκρατίας», αγνοώντας και συχνά καταστέλλοντας την κοσμική αντιπολίτευση. Το αποτέλεσμα ήταν οι κοσμικές δυνάμεις να μην ενσωματώνονται στο νέο πολιτικό σύστημα που κατασκεύασε ο στρατός, βρίσκοντας ως μόνη διέξοδο τη συνέχιση της επαναστατικής διαδικασίας. Παράλληλα, όπως προειδοποιεί η μαντισονική θεωρία, ο κίνδυνος της «πλειοψηφικής δημοκρατίας» είναι ότι η σημερινή αντιπολίτευση, όταν αύριο βρεθεί στην κυβέρνηση, θα θέλει να φερθεί εκδικητικά απέναντι στη χθεσινή πλειοψηφία και να την αφανίσει.

Ωστόσο από το ξεκίνημα της θητείας του ο Μόρσι προσπάθησε να εδραιώσει την εξουσία του ερήμην της αντιπολίτευσης και βλέποντας ως μόνο αντίπαλο τους στρατηγούς. Έτσι, στις 12 Αυγούστου αντικατέστησε τον στρατάρχη Ταντάουι και τον στρατηγό Σάμι Ανάν με τον νεότερο στρατηγό Άμπντελ Φατάχ Ελ-Σίσι, που θεωρήθηκε φιλικότερος προς τους Αδελφούς Μουσουλμάνους. Μάλιστα, σύμφωνα με τη Mondediplomatique, η κίνηση αυτή υποτίθεται ότι απέδειξε πως ο αιγυπτιακός στρατός ήταν «χάρτινος τίγρης»! Την ίδια μέρα, ο Μόρσι επίσης ακύρωσε το διάταγμα του Α.Σ.Ε.Δ. με το οποίο ο στρατός διατηρούσε τις εξουσίες για τον καθορισμό της διαδικασίας ψήφισης νέου Συντάγματος, ενώ με νέο διάταγμα στις 22 Νοεμβρίου, ο Ισλαμιστής πρόεδρος μεταβίβασε τις εξουσίες αυτές στο πρόσωπό του. Παράλληλα, κατόπιν απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου που κήρυττε τη νέα Βουλή έκπτωτη λόγω εκλογικών παρατυπιών,4 ο Μόρσι αποφάσισε να συγκεντρώσει «προσωρινά» όλες τις νομοθετικές εξουσίες μέχρι την εκλογή νέας Βουλής. Τέλος, για να ελέγξει τη Δικαιοσύνη, στις 22 Νοεμβρίου τοποθέτησε έναν αχυράνθρωπο στη θέση του Δημοσίου Κατηγόρου, παραβιάζοντας τη σχετική διαδικασία που ορίζει ο νόμος. Έτσι, εντός πενταμήνου, ο νέος πρόεδρος κατάφερε να συγκεντρώσει την εκτελεστική, τη νομοθετική και μέρος της δικαστικής εξουσίας στα χέρια του, ενώ παράλληλα προωθούσε σχέδιο ελέγχου της δημόσιας διοίκησης από το κόμμα του, την περιβόητη «Αδελφοποίηση του κράτους».

 

Ριζοσπαστικοποίηση του επαναστατικού κινήματος και πολιτική ανυπακοή

Η πολιτική αυτή αναζωπύρωσε το επαναστατικό κίνημα, που ανακατέλαβε τους δρόμους μετά τις 22 Νοεμβρίου 2012 υπό την ομπρέλα του νεοσύστατου Εθνικού Μετώπου Σωτηρίας, έναν συνασπισμό 35 κομμάτων με επικεφαλής τον νομπελίστα Μοχάμεντ Ελ-Μπαράντεϊ. Παράλληλα ο Μόρσι διέταξε την 100μελή συντακτική επιτροπή (από την οποία είχαν παραιτηθεί όλα τα κοσμικά μέλη πλην των στρατιωτικών) να παρουσιάσει κείμενο νέου Συντάγματος εντός μιας εβδομάδας. Το νέο Σύνταγμα, που αποτελούσε έναν θολό συμβιβασμό ανάμεσα στα αιτήματα των στρατηγών και των Αδελφών Μουσουλμάνων, υποβλήθηκε σε λαϊκό δημοψήφισμα υπό συνθήκες πόλωσης και πίεσης εκ μέρους του στρατού, και ψηφίστηκε με 63% «υπέρ» και 37% «κατά». Το Κάιρο το καταψήφισε, ενώ η προσέλευση ήταν πάλι μικρή, εν μέρει διότι το νέο Σύνταγμα στην ουσία δεν υποβλήθηκε σε διαδικασία διαβούλευσης.

Θεωρώντας ότι ο Μόρσι ουσιαστικά επέβαλε το νέο Σύνταγμα, οι ριζοσπαστικές ομάδες της Επανάστασης ίδρυσαν στις 28 Απριλίου 2013 το κίνημα πολιτικής ανυπακοής Ταμάρροντ (Ανταρσία). Σε συντονισμό με το Μέτωπο Εθνικής Σωτηρίας, το Ταμάρροντ κήρυξε την πρώτη επέτειο της προεδρίας του Μόρσι στις 30 Ιουνίου 2013 ως αφετηρία ενός νέου επαναστατικού σταδίου με σκοπό την ανατροπή της επικείμενης δικτατορίας των Αδελφών Μουσουλμάνων. Με πρωτοφανή λαϊκή στήριξη, που ξεπερνούσε τις διαδηλώσεις του 2011, ο Μόρσι βρέθηκε απομονωμένος, με τον στρατό και τους Σαλαφιστές να συντάσσονται μαζί με το Ταμάρροντ εναντίον του. Αφού δοκίμασε να βρει στηρίγματα στον στρατό, ο στρατηγός Ελ-Σίσι, ανησυχώντας για πιθανή διάσπαση των ενόπλων δυνάμεων και διολίσθηση σε εμφύλιο, εξέδωσε τελεσίγραφο με το οποίο ζητούσε από τον πρόεδρο να συνομιλήσει εντός 48 ωρών με την αντιπολίτευση. Όταν ο Μόρσι αρνήθηκε, επικαλούμενος τη νομιμότητα της εκλογής του, ο στρατός τον συνέλαβε (όπως είχε συμβεί παλαιότερα με τον Μουμπάρακ) και στη θέση του σχηματίστηκε προσωρινή κυβέρνηση υπό τον δικαστικό Άντλι Μανσούρ, με στήριξη του Εθνικού Μετώπου Σωτηρίας, του Ταμάρροντ και των Σαλαφιστών. Εκ μέρους του Μετώπου Σωτηρίας, ο Μπαράντεϊ ανέλαβε αντιπρόεδρος.

 

Διάσπαση της νέας συμμαχίας

Παρά την ελπιδοφόρα προοπτική που άνοιξε στις 30 Ιουνίου, η νέα συμμαχία που προέκυψε άρχισε σύντομα να διασπάται γύρω από το ζήτημα αντιμετώπισης των εξεγερμένων οπαδών του Μόρσι. Επειδή αρκετοί έκαναν χρήση όπλων και παράλληλα σημειώθηκαν πολλοί βανδαλισμοί εκκλησιών με εμφανή σκοπό τη μετατροπή της κρίσης σε εμφύλια θρησκευτική διένεξη, ο κυβερνητικός συνασπισμός, με στήριξη του Ταμάρροντ, χρησιμοποίησε εκτεταμένη βία για τη διάλυση των οπλισμένων οπαδών του Μόρσι στις πλατείες Ράμπαα και Αλ-Νάχντα του Καΐρου. Η πολιτική αυτή, που στηρίχτηκε στην ακραία θέση ότι οι Αδελφοί πρέπει να χαρακτηριστούν «τρομοκρατική» οργάνωση, βρήκε αντίθετο τον Μπαράντεϊ, ο οποίος παραιτήθηκε μετά την πολύνεκρη επίθεση κατά των οπαδών του Μόρσι στις 14 Αυγούστου 2013. Ανάλογη στάση τήρησαν ο Σαμπάχι και η αριστερά. Έκτοτε, καθώς η μεταβατική κυβέρνηση βασίζεται ολοένα και περισσότερο στον στρατό και τα «κατακάθια» του παλαιού καθεστώτος, το φάντασμα της παλινόρθωσης αιωρείται πάλι απειλητικά. Ωστόσο εξίσου πιθανή είναι η προοπτική μετάβασης σε μια «ελεγχόμενη δημοκρατία», ανάλογη με εκείνη που γνώρισε η μετεμφυλιακή Ελλάδα, όπου οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι θα βρίσκονται εκτός νόμου και οι εκλογές θα περιορίζονται στα υπόλοιπα κόμματα, με τον στρατό σε ρόλο επιτηρητή.

Η Αιγυπτιακή Επανάσταση, όπως και όλη η Αραβική Άνοιξη, πραγματοποιήθηκε στη βάση μιας απροσδόκητης συμμαχίας κοσμικών και Ισλαμιστών, με στόχο την εξάρθρωση της διεφθαρμένης τάξης που συντηρούσε για 35 χρόνια το ύστερο μετααποικιακό κράτος. Όπως πραγματοποιήθηκε εξαιτίας της συμμαχίας αυτής, έτσι και η ολοκλήρωσή της απαιτούσε τη διατήρηση της συμμαχίας αυτής. Ωστόσο οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι, επαναλαμβάνοντας τα σφάλματά τους το 1952-54 με τον Νάσερ, θέλησαν και πάλι να ιδιοποιηθούν την Επανάσταση για να επιβάλουν το δικό τους αυταρχικό καθεστώς. Η ήττα τους αφήνει πλέον έκθετο το επαναστατικό κίνημα στο έλεος του στρατού. Αν δεν επέλθει η παλινόρθωση, η μόνη ελπίδα στην παρούσα συγκυρία είναι η εγκαθίδρυση μιας ελεγχόμενης δημοκρατίας. Πάντως η επίδραση της Επανάστασης στο υπόστρωμα της πολιτικής κουλτούρας παραμένει ζωντανή· και η ιστορική εμπειρία διδάσκει πως, στη μακρά διάρκεια, η αλλαγή αυτή αποβαίνει καθοριστική. 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 06 (10.2013)