η δίωξη του πρύτανη του Ε.Κ.Π.Α.

 

Σία Αναγνωστοπούλου

 

Τον τελευταίο χρόνο η ελληνική κοινωνία εξοικειώνεται εκ νέου με αυταρχικές μορφές άσκησης της εξουσίας, τις οποίες θεωρούσαμε οριστικά παρελθόν στην ιστορία μας. Το βίαιο κλείσιμο της Ε.Ρ.Τ., οι επιστρατεύσεις απεργών, η διαρκής δηλαδή υπονόμευση της διαλεκτικής σχέσης ανάμεσα στο δρόμο (απεργίες κ.λπ.) και το κοινοβούλιο συνιστούν τα ισχυρότερα δείγματα μιας κυβερνητικής πολιτικής η οποία είναι αυταρχική. Το τελευταίο χτύπημα του υπουργού Παιδείας εγγράφεται απολύτως σε αυτό το αυταρχικό πλαίσιο άσκησης της πολιτικής. Η παραπομπή του ανώτερου, εκλεγμένου θεσμού του πανεπιστημίου –του πρύτανη- σε πειθαρχικό με αίτημα την παύση του επιβεβαιώνει με ανατριχιαστικό τρόπο αυτό που ήδη συμβαίνει επί έναν χρόνο: ξαναγυρίζουμε ολοταχώς σε εποχές αυταρχισμού.

Κατ’ αρχάς, η δίωξη ενός πρύτανη από υπουργό ακυρώνει τη σχέση ανάμεσα στον πρώτο και την πανεπιστημιακή κοινότητα που τον εκλέγει, αλλά και τη θεσμική σχέση πρύτανη-υπουργού. Κατά τον υπουργό, ο πρύτανης δεν είναι εκλεγμένος εκπρόσωπος της κοινότητάς του αλλά ο προνομιακός συνομιλητής του. Με λίγα λόγια, η θέση του ως πρύτανη συνιστά προνόμιο που του αναγνωρίζεται από τον υπουργό, ένα προνόμιο που του επιτρέπει να συνομιλεί με τον υπουργό και του οποίου τις εντολές και το πρόγραμμα οφείλει πρωτίστως να επιβάλλει στην κοινότητα. Το γεγονός ότι ο πρύτανης είναι εκλεγμένος από την κοινότητά του, της οποίας τη βούληση και τις αποφάσεις κατεξοχήν οφείλει να εκπροσωπεί στον υπουργό, αποτελεί για τον δεύτερο μια τυπική λεπτομέρεια, έναν φορμαλισμό που απλώς υπάρχει για να πιστοποιεί τη δημοκρατική λειτουργία του πανεπιστημίου.

Αυτή η «λεπτομέρεια» είναι πολύ σημαντική και δεν μπορούμε να την προσπεράσουμε έτσι. Η απόφαση του υπουργού δεν είναι αψυχολόγητη, όπως γράφτηκε, ούτε μπορεί να εξηγηθεί με απλές και εύκολες ταυτίσεις με την εποχή της χούντας. Η απόφασή του (όπως και οι άλλες αυταρχικές αποφάσεις της κυβέρνησης) αναδεικνύουν τη μείζονα διαπάλη, κυρίαρχη από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα, μια διαπάλη με διαφορετικές μορφές σε κάθε εποχή αλλά με το ίδιο υπόβαθρο: αυτή ανάμεσα στις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις για τις οποίες οι αξίες της νεωτερικότητας σηματοδοτούν τη δημοκρατική ανατροπή και τη μεταρρυθμιστική ανασυγκρότηση της εξουσίας και της κοινωνίας, και στις άλλες για τις οποίες οι αξίες της νεωτερικότητας και οι θεσμοί που απέρρεαν από αυτές απλώς νομιμοποιούσαν τον μεταρρυθμιστικό (ή αντιμεταρρυθμιστικό) αυταρχισμό στη νεωτερικότητα. Αυτά τα δύο μεγάλα νήματα διατρέχουν την ευρωπαϊκή (και την ελληνική) ιστορία από τον 19ο αιώνα μέχρι και σήμερα, και με συγκρούσεις γύρω από αυτά διαμορφώθηκε με δυσκολία και επώδυνα ο δημοκρατικός χώρος.

Το μείζον ζήτημα που τίθεται με τη δίωξη Πελεγρίνη είναι ότι το υπουργείο κατασκευάζει (ή μπαίνει σε) προσωπικές κόντρες, και με αυτές ως πρόσχημα διώκει τον θεσμό. Μάλλον η κυβέρνηση προσωποποιεί τους θεσμούς, τους αντιμετωπίζει ως ιδιοκτησία της. Σάμπως το πρόσωπο που εκπροσωπεί τον θεσμό να οφείλει την εξουσία όχι σε αυτούς και αυτές που τον εξέλεξαν σε αυτόν αλλά ελέω υπουργού. Ο κάθε πρύτανης λοιπόν από εδώ και στο εξής θα συνδιαλέγεται προσωπικά με τον υπουργό, όχι ως εντολοδόχος της κοινότητάς του στο πλαίσιο της οποίας εγγυάται την τήρηση των νόμων του κράτους, αλλά ως το πρόσωπο με ειδικά προνόμια, που με γενναιοδωρία τα αναγνωρίζει ο υπουργός, αρκεί ο πρύτανης να επιβάλλει την πολιτική του υπουργού στην κοινότητα, και μάλιστα κατ’ οικονομίαν (δηλαδή χωρίς αμφισβήτηση της πολιτικής εξουσίας από το ποίμνιο). Η πανεπιστημιακή κοινότητα ορίζεται με αυτό τον τρόπο ως ποίμνιο και ο πρύτανης ως άξιος μεσάζοντας ανάμεσα στην πολιτική εξουσία και το ποίμνιο.

Η δίωξη εναντίον του πρύτανη του Ε.Κ.Π.Α. δημιουργεί ένα μεγάλο ερώτημα στο οποίο οφείλουμε άμεσα και ξεκάθαρα να απαντήσουμε: μήπως η διαιρετική τομή σήμερα στη χώρα μας δεν είναι τόσο απλή όσο φαίνεται, ανάμεσα δηλαδή σε μνημονιακές και αντιμνημονιακές δυνάμεις, αλλά κυρίως ανάμεσα σε αυταρχικές (και γι’ αυτό μνημονιακές, αλλά όχι μόνο) και δημοκρατικές (γι’ αυτό αντιμνημονιακές); Μήπως ο αυταρχισμός εμπερικλείει τη μνημονιακή τοποθέτηση, εφόσον και όσο αυτή ενισχύει τον αυταρχισμό; Η κυβέρνηση Σαμαρά (ο Άδωνις Γεωργιάδης, ο Βορίδης, ο Αρβανιτόπουλος, ο Λαζαρίδης και οι υπόλοιποι) είναι μνημονιακοί γιατί το μνημόνιο τους επιτρέπει να νομιμοποιούν τον αυταρχισμό τους. Και χωρίς όμως το μνημόνιο, πάλι αυταρχική πολιτική θα ασκούσαν. Ή, για να το θέσω διαφορετικά: η εποχή των μνημονίων ανέσυρε (είτε ως μνημονιακές είτε ως αντιμνημονιακές ή άλλοτε ως μνημονιακές άλλοτε ως αντιμνημονιακές – Ν.Δ. και ΛΑ.Ο.Σ.) τις αυταρχικές και βαθιά συντηρητικές πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις στο προσκήνιο της Ιστορίας. Ο λόγος και τα έργα τέτοιων δυνάμεων ανασύρουν ένα ιστορικό νήμα εθνικοφροσύνης, χαφιεδισμού και αυταρχισμού το οποίο σε ένα μέρος –το συντηρητικό– αυτής της κοινωνίας μπορεί να επικαιροποιηθεί πολύ εύκολα: σήμερα ως αντιμνημονιακό με τη Χρυσή Αυγή είτε ως μνημονιακό στο όνομα της τάξης, της ασφάλειας και του νοικοκυρέματος, αύριο ποιος ξέρει με ποιον και για ποιους λόγους. Τη δίωξη του πρύτανη του Ε.Κ.Π.Α. δεν πρέπει και δεν μπορούμε να την προσπεράσουμε με εύκολες ερμηνείες ή μπαίνοντας σε συζητήσεις για το κατά πόσο ο Πελεγρίνης χειρίστηκε καλά ή όχι την υπόθεση της απεργίας των διοικητικών υπαλλήλων. Όλη η πανεπιστημιακή κοινότητα της χώρας (κι αυτή που ήταν υπέρ και αυτή που ήταν κατά των θέσεων του πρύτανη του Ε.Κ.Π.Α.), όλος ο δημοκρατικός κόσμος που θέλει δημοκρατικές και με κοινωνικό πρόσωπο μεταρρυθμίσεις πρέπει να πάρει ξεκάθαρη θέση: η δίωξη ενός πρύτανη για λόγους πολιτικούς και συνδικαλιστικούς ανοίγει βαθιά πληγή στο ήδη πληγωμένο σώμα της δημοκρατίας. Το διακύβευμα είναι μεγάλο –είναι η ίδια η δημοκρατία– κι όποια πολιτική και κοινωνική δύναμη κάνει πως δεν το αντιλαμβάνεται θα είναι υπόλογη απέναντι στο αύριο αυτής της κοινωνίας.

 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 08 (12.2013)