νεολαιίστικη διαμαρτυρία, αντιστασιακές πρακτικές και χαμένες ελπίδες

 

Τα μακρά ελληνικά 60’ς. Ο ιστορικός Κωστής Κορνέτης συζητά με τον Θανάση Μήνα,
με αφορμή την έκδοσηΤα παιδιά της δικτατορίας: Φοιτητική αντίσταση,
πολιτισμικές πολιτικές και η μακρά δεκαετία του εξήντα στην Ελλάδα
 

 

Έχει σπουδάσει Ιστορία και Πολιτικές Επιστήμες στο Μόναχο και έχει κάνει «σπουδές Πολέμου»(«War studies»), νεοελληνικές σπουδές και σπουδές σύγχρονης Ιστορίας στο Λονδίνο, αλλά έχει κάνει και μαθήματα ντοκιμαντέρ στη Νέα Υόρκη. Ωστόσο ο Κωστής Κορνέτης ξεχώρισε από νωρίς με την έρευνά του για το φοιτητικό κίνημα στη διάρκεια της δικτατορίας των συνταγματαρχών, που έγινε διδακτορική διατριβή και εκδόθηκε από την Berghahn Books. Σήμερα διδάσκει στη Μαδρίτη, και εκείνο το βιβλίο του, εμπλουτισμένο και ξαναδουλεμένο για το ελληνικό κοινό, κυκλοφόρησε μόλις στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πόλις. Είναι τα Παιδιά της δικτατορίας: Φοιτητική αντίσταση, πολιτισμικές πολιτικές και η μακρά δεκαετία του εξήντα στην Ελλάδα (μτφρ. Πελαγία Μαρκέτου).

 

Θανάσης Μήνας: Σε ποιες θεματικές ενότητες είναι οργανωμένο το βιβλίο σου; 

Κωστής Κορνέτης: Είναι οργανωμένο σε τέσσερα κεφάλαια, που καλύπτουν τις εξελίξεις στην ελληνική κοινωνία από τις αρχές του ’60 και έπειτα, με ιδιαίτερη έμφαση στο φοιτητικό κίνημα και τη νεολαία. Εστιάζει στη στιγμή της επιβολής του πραξικοπήματος και στις αλλαγές που το καθεστώς επέφερε στον φοιτητικό κόσμο, την ανάδυση των παράνομων οργανώσεων σε Ελλάδα και εξωτερικό, τη γενικότερη «δομή αίσθησης» των νέων της εποχής, την αντικαθεστωτική φοιτητική κουλτούρα. Το πέμπτο κεφάλαιο αναδεικνύει τα πιο σημαντικά γεγονότα που σηματοδότησαν τη σύγκρουση του κινήματος με το καθεστώς, με αποκορύφωμα τον Νοέμβριο του ’73. Γίνονται αναφορές στην επόμενη μέρα, το καθεστώς Ιωαννίδη, και κυρίως το τι απέγινε το κίνημα στα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Ο επίλογος, τέλος, ερευνά σε βάθος τη σχέση ανάμεσα στις διεθνείς και τις τοπικές διαστάσεις του φοιτητικού κινήματος, τονίζοντας τις ομοιότητες και τις διαφορές με τα κινήματα και τις εμπειρίες των νεολαιίστικων κινημάτων στη Δυτική Ευρώπη και αλλού. 

Θ.Μ.: Στην πραγματικότητα, μελετάς τα «ελληνικά 60’s». Στον δυτικό κόσμο τα 60’ς ήταν μια «μακρά περίοδος», που υπερέβη τη δεκαετία. Κατά πόσο ισχύει αυτό και για την Ελλάδα;

Κ.Κ.: Αυτό ισχύει, πιστεύω, και για την περίπτωση της Ελλάδας. Στην πραγματικότητα η μακρά περίοδος που εγκαινιάζεται στις αρχές του ’60 διαρκεί έως τα μέσα του ’70 και την πτώση της Χούντας. Και αυτό γιατί θα πρέπει να περιοδολογήσουμε αυτή την εποχή όχι τόσο με πολιτικά κριτήρια, όπου η τομή είναι μεγάλη λόγω του πραξικοπήματος που ανακόπτει τον εκδημοκρατισμό που ξεκινάει το ’64, αλλά με γνώμωνα τις εξελίξεις στον τομέα του τουρισμού, της πολεοδομίας, των ηθών, των ευρύτερων μετασχηματισμών της ελληνικής κοινωνίας. Θα τολμούσα να πω πως οι εξελίξεις σε αυτούς τους τομείς επιταχύνονται δραματικά κατά την περίοδο της δικτατορίας, για διαφορετικούς λόγους. Σε αντίθεση, λοιπόν, με πολιτικούς επιστήμονες που θεωρούν πως η δικτατορία αποτελεί την απόλυτη τομή και άρα οδηγεί σε ένα είδος «σύντομης» δεκαετίας του ’60, υποστηρίζω πως, αν εστιάσουμε στις συνέχειες αντί για τις τομές, μπορούμε να οδηγηθούμε σε αντίστοιχα συμπεράσματα με αυτά των μελετητών των 60’ς σε άλλο πλαίσιο. Έτσι, βγάζω την ελληνική περίπτωση από τον απομονωτισμό της εξαίρεσης και την εντάσσω σε ένα ευρύτερο πλαίσιο νεολαιίστικης διαμαρτυρίας, τα χρονικά όρια και οι επιπτώσεις της οποίας εκτείνονται πέρα από το στενό πλαίσιο των δέκα χρόνων.

Θ.Μ.: Ποιες διαφορές στη ρητορική και στις αντιστασιακές πρακτικές παρατηρούνται ανάμεσα στην προηγούμενη γενιά, τους Λαμπράκηδες ή Γενιά του Ζ, όπως τους αποκαλείς, και στη Γενιά του Πολυτεχνείου; 

Κ.Κ.: Οι διαφορές συνίστανται στο γεγονός πως η Γενιά του Ζ είχε ήδη εξαντλήσει τη δημιουργικότητά της στα χρόνια πριν από τη δικτατορία και αδυνατούσε να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες που είχε δημιουργήσει το δικτατορικό καθεστώς. Η επιβολή της δικτατορίας στιγμάτισε τη φοιτητική ζωή της, ενώ η γενιά που την διαδέχτηκε διήνυε ακόμη την περίοδο της εφηβείας της. Η πολιτικοποίηση αυτής της φοιτητικής ελίτ υπαγορευόταν από την απογοήτευση που είχε προκαλέσει η ύπαρξη του αυθαίρετου, βίαιου και συχνά γελοίου καθεστώτος. Αντίθετα με τους Λαμπράκηδες, που χαρακτηρίζονταν έντονα από την προδικτατορική εποχή, η νέα αυτή γενιά επέλεξε διαφορετικούς τρόπους δράσης, συνέβαλε στο άνοιγμα του καθεστώτος και απέβλεπε στη μαζική διαμαρτυρία αντί της ατομικής μυστικής δράσης. Μέχρι εκείνη την περίοδο όσοι ανήκαν στην πρώτη κατηγορία είχαν ζήσει τα σκληρότερα χρόνια της Χούντας και είχαν υποστεί φυλάκιση και εξορία λόγω του στρατιωτικού νόμου. Η άλλη μεγάλη διαφορά έχει να κάνει με την ταξική σύνθεση και τις οικογενειακές πολιτικές καταβολές. Σε πολιτικό επίπεδο, σε αντίθεση με τη γενιά του Ζ, που αποτελούνταν κυρίως απο τους «συνήθεις υπόπτους» –κοινώς παιδιά αριστερών οικογενειών με ιστορικό διώξεων–, η νέα γενιά αριθμούσε πολλά στελέχη με πολιτικές ή ταξικές καταβολές που έρχονταν σε αντίθεση με το αριστερό παράδειγμα του φοιτητικού ακτιβισμού της εποχής. Θα πρέπει να αναφερθούμε επίσης και στην αυξανόμενη παρουσία γυναικών στο κίνημα, και μάλιστα με ηγετική θέση – γεγονός με προεκτάσεις και στο επίπεδο των έμφυλων σχέσεων, όπου παρατηρείται μεγαλύτερη χαλαρότητα σε σύγκριση με τον κοινωνικό συντηρητισμό των Λαμπράκηδων.

Θ.Μ.: Να δούμε κατά πόσο ταυτίζεται, αν ταυτίζεται, το φοιτητικό κίνημα με το ευρύτερο κίνημα της νεολαίας.

Κ.Κ.: Στο βιβλίο δεν κάνω μεγάλες διαφοροποιήσεις, δεδομένου πως αυτά τα δύο, εκείνη την εποχή, θεωρούνταν σχεδόν συνώνυμα. Ξεκινάμε με έντονες διαφοροποιήσεις σε επίπεδο αυτοεικόνας, προτιμήσεων κ.λπ. στις αρχές του ’60, για να φτάσουμε δέκα χρόνια αργότερα σε ένα σημείο όπου τα δύο να συνδέονται άρρηκτα. Σε γενικές γράμμες, πάντως, η νεολαία, φοιτητική ή μη, αποτελεί προνομιακό χώρο δράσης εκείνη την εποχή, πράγμα που θεωρητικοποιείται από γνωστούς διανοούμενους στο εξωτερικό, όπως ο Χέρμπερτ Μαρκούζε, αλλά και στο εσωτερικό της χώρας, όπου σταδιακά οι νέοι αρχίζουν να αντιμετωπίζονται από ένα διευρυμένο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας όχι τόσο ως «πρόβλημα», όπως εύστοχα έχει αναδείξει ο Κώστας Κατσάπης στη δουλειά του, αλλά ως η λύση. Στην πορεία μέχρι τον Νοέμβριο του 1973, και με αποκορύφωμα φυσικά την κατάληψη του Πολυτεχνείου, η νεολαία φτάνει πλέον να θεωρείται εκφραστής της κοινωνίας και μπροστάρης του κινήματος ενάντια στο καθεστώς, και αυτό παρά τις συχνά προωθημένες, για την εποχή, διεκδικήσεις. Αυτές οι αγωνιστικές παρακαταθήκες κληροδότησαν στα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια το «συντακτικό» της πολιτικής διαμαρτυρίας.

Θ.Μ.: Υποστηρίζεις ότι η μερική –ψευδεπίγραφη– φιλελευθεροποίηση του καθεστώτος άνοιξε εκείνες τις τρύπες που επέτρεψαν τη ριζοσπαστικοποίηση της νεολαίας. Με ποιους τρόπους συνέβη αυτό;

Κ.Κ.: Αυτό ακριβώς συνέβη μέσω του επιχειρούμενου «ανοίγματος» του καθεστώτος, το οποίο δημιούργησε τις απαραίτητες ρωγμές. Εδώ χρησιμοποιώ στην ανάλυσή μου τις θεωρίες κοινωνικών κινημάτων σύμφωνα με τις οποίες απαιτείται μια δέσμη ευκαιριών που παρέχει τη δυνατότητα σε ένα κίνημα να βρει τα πατήματά του και να αναπτυχθεί. Αυτήν ακριβώς τη δέσμη ευκαιριών παρείχε το καθεστώς με το πείραμα ελεγχόμενης φιλελευθεροποίησής του. Στο βιβλίο αναφέρομαι εκτενώς στους τρόπους με τους οποίους ιδιαίτερα η άρση της προληπτικής λογοκρισίας επέτρεψε μια σειρά πολιτισμικών ροών και εκφάνσεων στους τομείς του βιβλίου, της μουσικής, του θεάτρου και του κινηματογράφου, που συνέβαλαν τα μάλα στον ερανισμό των εμπειριών των κινημάτων του εξωτερικού και στη δημιουργία μιας κοινής συνείδησης που υπερέβαινε τις διαφοροποιήσεις και τις κόντρες ανάμεσα στις φοιτητικές οργανώσεις και λειτουργούσε ως κοινό σημείο αναφοράς. Όσον αφορά το σκέλος της πολιτικής δράσης, η λεγόμενη φιλελευθεροποίηση του καθεστώτος ευνόησε τη δημιουργία σημαντικών δομών κινητοποίησης, όπως η «Ελληνοευρωπαϊκή Κίνηση Νέων» και οι τοπικοί σύλλογοι, που λειτούργησαν ως χώροι ζύμωσης και επώασης ριζοσπαστισμού. Η φιλελευθεροποίηση, λοιπόν, επέτρεψε στο φοιτητικό κίνημα να γίνει διεκδικητικό, να βγει στην επιφάνεια και να δημιουργήσει μια σειρά από γεγονότα-κλειδιά, επιφέροντας έτσι ένα καίριο πλήγμα στην πολιτική του καθεστώτος.

Θ.Μ.: Επίσης, με ποιους τρόπους η ατομικότητα αφομοιώθηκε μέσα στη συλλογικότητα, ώστε να σχηματιστεί αυτό το μαζικό συλλογικό υποκείμενο;

Κ.Κ.: Στα κοινωνικά κινήματα τέτοιου τύπου είναι λογικό να υπάρχει αφομοίωση του ατομικού από το συλλογικό. Αυτό το βλέπουμε ιδιαίτερα σε στιγμές γενικής υπέρβασης, όπως οι καταλήψεις της Νομικής, και κυρίως του Πολυτεχνείου, όπου ο ορίζοντας των προσδοκιών διευρύνθηκε εντυπωσιακά, σε βαθμό που όλα να μοιάζουν δυνατά. Οι οργανώσεις επίσης έτειναν να αφομοιώνουν την ατομικότητα, στο βαθμό που επέβαλαν έναν κοινό τρόπο σκέψης, βίωσης της εμπειρίας, θέασης του «άλλου», κινηματικής δράσης και αυτο-εικόνας. Μέσα από τις συνεντεύξεις με πρωταγωνιστές του φοιτητικού κινήματος της εποχής, βέβαια, μπορεί κανείς να διακρίνει ψήγματα της υποκειμενικότητας και της ατομικής εμπειρίας που υπερέβαιναν το συλλογικό πρόταγμα και ενίοτε παραμένουν ζωντανά και ενεργά, παρά την πάροδο του χρόνου. 

Θ.Μ.: Ποιο αντίκρισμα έχουν τα κινήματα της αντικουλτούρας δυτικού τύπου στη χώρα μας; Επίσης, κατά πόσο αναπτύσσονται και στη χώρα μας κινήσεις που εγγράφονται στο χώρο της Νέας Αριστεράς; 

Κ.Κ.: Ορισμένες μορφές αντικουλτούρας, και κυρίως ένα νέο, ανατρεπτικό νεανικό στυλ με την υιοθέτηση μιας σειράς στοιχείων όπως τα μακριά μαλλιά, τα γένια και το αμπέχωνο, καθώς και η εμφάνιση των λεγόμενων «κουλτουριάρηδων» χαρακτηρίζουν τη συγκρότηση των νέων συλλογικών ταυτοτήτων και των ποικιλόμορφων αντιστάσεών τους. Και σε αυτό το επίπεδο υποστηρίζω πως τα κινήματα έφεραν έντονο το στίγμα των νεολαιίστικων εξεγέρσεων στο εξωτερικό. Σε αυτό συνέβαλαν καθοριστικά και τα δίκτυα με τους Έλληνες φοιτητές στο εξωτερικό, όπως στην Ιταλία, τη Γαλλία και τη Δυτ. Γερμανία, που ήταν και σε άμεση επαφή με τα εκεί κινήματα. Επίσης, πρέπει να σταθούμε στη διάσπαση του ΚΚΕ το 1968 και στη δημιουργία του ΚΚΕ Εσωτερικού, το οποίο, μέσω του Ρήγα Φεραίου, ήταν ό,τι εγγύτερο υπήρχε προς το πνεύμα της Νέας Αριστεράς της εποχής. Η Νέα Αριστερά επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό και τους Έλληνες φοιτητές κυρίως μέσα από το πλήθος εκδόσεων που διακινούνται από νεότευκτους εκδοτικούς οίκους· εχει ενδιαφέρον πως μέσα στη Χούντα για πρώτη φορά διακινείται εργογραφία σειράς «αιρετικών» αριστερών συγγραφέων, που πριν από το 1967 ήταν δυσεύρετοι λόγω του σφιχτού ελέγχου της επίσημης Αριστεράς. Για πρώτη φορά έχουμε ευρεία κυκλοφορία κειμένων του Ρεζίς Ντεμπραί, του Γκυ Ντεμπόρ, του Κορνήλιου Καστοριάδη και, βεβαίως, του Αντόνιο Γκράμσι. Άρα, έχουμε το παράδοξο μέσα στο αυταρχικό καθεστώς να δημιουργούνται δίαυλοι επικοινωνίας που δεν υπήρχαν πριν. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με μια σειρά μεταφράσεων των βασικών κειμένων των φοιτητικών εξεγέρσεων στο εξωτερικό, όπως το περίφημο «Student Power», παρείχαν στους Έλληνες φοιτητές ένα θεωρητικό οπλοστάσιο, φέρνοντάς τους κοντά στο εξεγερσιακό πνεύμα των κινημάτων αμφισβήτησης του εξωτερικού, παρά τις έντονες δομικές διαφορές.

Θ.Μ.: Το κίνημα της νεολαίας κατά πόσο έθετε σε πρώτη γραμμή πολιτιστικά αιτήματα παράλληλα με τα πολιτικά; Η σεξουαλική απελευθέρωση, για παράδειγμα, βρίσκεται στον πυρήνα αυτών των αιτημάτων;

Κ.Κ.: Σαφώς υπάρχουν πολιτιστικά αιτήματα με έντονα πολιτικό χαρακτήρα. Και αυτό γιατί συχνά αυτά τα δύο αποτελούσαν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Οι πολιτισμικές αντιστάσεις στις οποίες επικεντρώνομαι ήταν εξόχως και πολύ άμεσα πολιτικές – είτε αυτό είχε να κάνει με τις εκδόσεις και το πολιτικό βιβλίο, με τις κινηματογραφικές λέσχες και τις συζητήσεις με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, τις διαμαρτυρίες του Β΄ εξώστη στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, την «ομοιοπαθητική» χρήση της παράδοσης από μουσικούς όπως ο Διονύσης Σαββόπουλος, είτε με τις πολιτικές παρεμβάσεις του Ελεύθερου Θεάτρου. Εδώ προσπαθώ να αναδείξω το γεγονός πως η κουλτούρα είχε γίνει ένας τρόπος ζωής, επηρεάζοντας καταλυτικά τους ανθρώπους της εποχής σε επίπεδο στυλ, έκφρασης και γενικότερης νοοτροπίας. Επιπλέον, οι νέοι και οι φοιτητές δεν ήταν απλοί καταναλωτές πολιτισμικών προϊόντων, αλλά με τον τρόπο τους παραγωγοί και συνδημιουργοί πολιτισμικών αγαθών. Όσον αφορά τη σεξουαλικότητα, υποστηρίζω πως και εδώ υπάρχει ένα μεγάλο άνοιγμα, σε αντίθεση με τον πουριτανισμό και το κλείσιμο του καθεστώτος. Παρότι δεν έχουμε να κάνουμε με μια πραγματική σεξουαλική επανάσταση, στα πρότυπα των χωρών της Δυτικής Ευρώπης ή της Αμερικής, δεδομένης της απουσίας δομικών εργαλείων όπως το αντισυλληπτικό χάπι, παρατηρούμε πάραυτα μια μεγαλύτερη χειραφέτησητων γυναικών στον τομέα των σεξουαλικών σχέσεων και της σχέσης τους με το σώμα τους σε σύγκριση με το παρελθόν και τον ίδιο το χώρο της Αριστεράς, που, παρά το προοδευτικό της πρόσημο, διακατεχόταν από έντονα αντιδραστικές και πατριαρχικές αντιλήψεις. 

Θ.Μ.: Ποια ήταν η στάση της Αριστεράς απέναντι στους «γιεγιέδες» και κατόπιν στους «ροκάδες»; Ποια η θέση της μουσικής στη γενιά που συζητάμε, με δεδομένο τον κομβικό ρόλο που παίζει στο παγκόσμιο ’68 και τις κατά τόπους εκφάνσεις του;

Κ.Κ.: Η θέση της μουσικής παίζει κεντρικό ρόλο στην ιστορία του νεολαιίστικου κινήματος των σίξτυς. Η γενικότερη στάση της Αριστεράς απέναντι στους «γιεγέδες» και κατ’ επέκταση στους ροκάδες ήταν εν γένει αρνητική – άλλωστε η ροκ θεωρούνταν αμερικανόφερτη, και άρα καταστροφική για τους νέους. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως οι οργανωμένοι νέοι της εποχής ακολουθούσαν κατά γράμμα την καθοδήγησή τους σε αυτά τα θέματα. Το ροκ γίνεται σημείο αναφοράς, άμεσα ή και έμμεσα – όπως μέσα από την ταινία «Γούντστοκ». Υπάρχουν βέβαια και υπόγειες κόντρες με σημαντικό αντίκτυπο, όπως αυτή του Σαββόπουλου με τον Θεοδωράκη. Σύμφωνα με την ανάγνωσή μου, ο Σαββόπουλος –ως Έλληνας Ντύλαν– εκφράζει όσο κανείς άλλος το πιο σκοτεινό κομμάτι αυτών των 60’ς, τα εκλεκτικιστικά του στοιχεία, τη διασύνδεση με κοινωνικές αναγνώσεις των εξελίξεων, σε αντίθεση με το πιο επικό, ηρωικό στυλ του Θεοδωράκη, που επιβλήθηκε και εντέλει υπερίσχυσε. Το ενδιαφέρον βέβαια είναι πως έχουμε μια σταδιακή ώσμωση ανάμεσα στους μέχρι πρότινος απολίτικους γιεγιέδες και τους πολιτικοποιημένους νέους – δύο είδη νεολαίας που ως τότε δεν είχαν σημεία επαφής. Το κλαμπ «Κύτταρο», βέβαια, αποτελεί την επιτομή και την πεμπτουσία αυτού του παντρέματος. Η σκλήρυνση ανάμεσα σε ροκάδες και πολιτικοποιημένους θα επανέλθει μόνο με τη Μεταπολίτευση και την απόλυτη υπεροχή των ρεμπέτικων, αντάρτικων κ.λπ. έναντι κάθε άλλου είδους μουσικής. 

Θ.Μ.: Στο βιβλίο σου επαναλαμβάνεται η φράση «τα παιδιά του Μαρξ και της Κόκα Κόλα», που ανατρέχει στον κινηματογράφο του Γκοντάρ. Θέλω να δούμε λίγο τη διαλεκτική ανάμεσα στον αντιαμερικανισμό και την «κρυφή γοητεία» που ασκεί ο αμερικανικός πολιτισμός, η κουλτούρα των τινέιτζερς, ο κινηματογράφος, το ροκ, κ.λπ. 

Κ.Κ.: Η ερώτηση είναι κεντρικής σημασίας. «Τα παιδιά του Μαρξ και της Κόκα Κόλα», από το «Αρσενικό/Θηλυκό» του Γκοντάρ, θα μπορούσε να είναι και ο εναλλακτικός τίτλος αυτού του βιβλίου. Η κρυφή γοητεία των αμερικανικών προϊόντων, της αμερικανικής μουσικής, των αμερικανικών ρούχων, της ίδιας της Κόκα-Κόλα, που εμφανίζεται ακριβώς αυτά τα χρόνια της Χούντας, είναι αδιαμφισβήτητη ακόμα και στον σκληρό πυρήνα των Αριστερών νέων της εποχής, και παρά το μαρξιστικό τους υπόβαθρο. Αυτή η φράση εσωκλείει ιδανικά αυτήν τη σχιζοειδή τάση. Επιπλέον, από τη μια υπάρχει η αίσθηση πως ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός είναι ο κοινός εχθρός, η πραγματική κινητήρια δύναμη πίσω από τη Χούντα, και από την άλλη υπάρχει μια άλλη Αμερική, αυτή των κοινωνικών κινημάτων, του αντιπολεμικού κινήματος για το Βιετνάμ, του Γούντστοκ, που λειτουργούσε ως έμπνευση και παράδειγμα προς μίμηση. Αυτός ο έντονος δυϊσμός ανάμεσα στις «δύο Αμερικές» της εποχής, την ελευθεριακή κουλτούρα που διαχέεται μέσα από τη ροκ μουσική και τον κινηματογράφο και ταινίες όπως το «Φράουλες και Αίμα» ή τον «Ξένοιαστο Καβαλάρη» από τη μια, και τις αδίστακτες πολιτικές των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών από την άλλη, είναι εντυπωσιακός.

Θ.Μ.: «Αριστεριστές» και «ρεφορμιστές». Πώς αντικατοπτρίζονται αυτές οι έννοιες στο ελληνικό φοιτητικό κίνημα;

Κ.Κ.: Οι λεγόμενοι ρεφορμιστές, που ήταν και οι περισσότεροι και σχηματικά έφεραν αναλογίες με την «ορθόδοξη» και την ευρωκομμουνιστική αριστερά, είχαν μια αντίληψη σταδιακής και προσεκτικής αντιπαράθεσης με το καθεστώς. Οι αριστεριστές, από την άλλη, έφεραν ομοιότητες με αντίστοιχες συνομαδώσεις του εξωτερικού και ήταν μια σχετικά καινούργια τάση εκείνη την εποχή, που έδινε μεγάλη ώθηση στο κίνημα μέσα από μια λογική άμεσης ρήξης. Το ενδιαφέρον, βέβαια, είναι πως σε μεγάλο βαθμό αυτές οι οργανώσεις χαρακτηρίζονταν από «ρετρο-μαρξισμό», σύμφωνα με τον εύστοχο όρο του Πωλ Μπέρμαν. Σε αντίθεση με τα νέα κοινωνικά κινήματα που έθεταν με μεγαλύτερη ένταση θέματα που είχαν να κάνουν, πέρα από όλα τα άλλα, με ζητήματα ταυτότητας και ελευθεριών και ενέπλεκαν το φύλο, τη σεξουαλικότητα κ.λπ., εδώ ένα πιο ταξικό και πιο εργατοκεντρικό αφήγημα συνέχιζε να είναι κυρίαρχο ανάμεσα στους ριζοσπάστες νέους, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν αναδύονταν ευαισθησίες και γύρω από αυτά τα θέματα, που παρέμεναν όμως περιφερειακές. 

Θ.Μ.: Από τις συνεντεύξεις που παραθέτεις στην εργασία σου, γίνεται φανερό ότι ο τρόπος με τον οποίο έγινε η μετάβαση στη δημοκρατία βιώθηκε από πολλούς ως μια ματαίωση της επαναστατικής διαδικασίας που είχε θέσει σε κίνηση η γενιά του Πολυτεχνείου. Υπάρχει έκδηλη απογοήτευση στα λόγια αρκετών από αυτούς που συμμετείχαν ενεργά στο κίνημα… 

Κ.Κ.: Το Πολυτεχνείο, παρά την αιματηρή του κατάληξη, όντως δημιούργησε προσδοκίες για έναν ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας σε περίπτωση πτώσης της Χούντας. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να γυρίσουμε ξανά στη στιγμή της πολιτειακής αλλαγής, στην πύκνωση του ιστορικού χρόνου που αυτή επέφερε και στο πώς την βίωσαν οι νέοι άνθρωποι «από τα κάτω». Οφείλουμε να δούμε τη Μεταπολίτεση όχι μόνο μέσα από το πρίσμα της κυρίαρχης εικόνας με τα εκστασιασμένα πλήθη στο Ελληνικό ή στο Σύνταγμα, μέσω της οποίας συγκροτήθηκε και το κυρίαρχο αφήγημα, αλλά και από αυτό των ανθρώπων που βίωσαν αυτή την εμπειρία ως ματαίωση. Υπήρχε πολύς κόσμος που περίμενε κάτι πιο ριζοσπαστικό από την επιστροφή του Καραμανλή, που ακόμα θύμιζε τις εκλογές βίας και νοθείας και το παρακράτος των αρχών του ’60. Άρα θα πρέπει, πιστεύω, να σκύψουμε και πάνω σε όσους ένιωθαν να είναι οι ηττημένοι της Μεταπολίτευσης – και να αναλύσουμε αυτές τις χαμένες ελπίδες, τα όνειρα και τις διαψεύσεις ανθρώπων που βασανίστηκαν πολύ και οι οποίοι συχνά επένδυσαν πάρα πολλά σε αυτή την ουτοπία που έβλεπαν να καταρρέει.

Θ.Μ.: Η συνειδητή προσπάθεια αμφισβήτησης της κομβικότητας των γεγονότων του Πολυτεχνείου τα τελευταία χρόνια σε ποια γενικότερη ρητορική εντάσσεται; 

Κ.Κ.: Εντάσσεται σε έναν κακώς εννοούμενο αναθεωρητισμό που αμφισβητεί την κομβικότητα του εν λόγω γεγονότος και καταφεύγει σε μια αντιπραγματική θεωρία, σύμφωνα με την οποία το Πολυτεχνείο στάθηκε καταστροφικό. Σύμφωνα με αυτήν τη θεώρηση, αν δεν είχε λάβει χώρα η συγκεκριμένη εξέγερση, η χώρα θα είχε οδηγηθεί σταδιακά σε μια ομαλή μετάβαση προς τη δημοκρατία, χωρίς να περάσει από την περιπέτεια του Ιωαννίδη και την τραγωδία της Κύπρου. Αυτή η προσέγγιση είναι επικίνδυνη και ανιστορική και αγνοεί την πολύπλευρη σημασία του Πολυτεχνείου όσον αφορά την ακύρωση μιας μετάβασης με εγγυητή και πλοηγό την ίδια τη Χούντα. Στην παρούσα συγκυρία, το γεγονός Πολυτεχνείο εντάσσεται και σε μια εν γένει αμφισβήτηση της Μεταπολίτευσης, της οποίας θεωρείται πλέον μετωνυμία. Οι αξιακές αναταράξεις που δημιούργησε η κρίση οδηγούν στη συλλήβδην απαξίωση της γενιάς του Πολυτεχνείου, που είναι αρκετά βολική, δεδομένου ότι έχουμε ανάγκη από εξιλαστήρια θύματα. Πέρα όμως από τη γενικότερη τάση δαιμονοποίησης της εν λόγω γενιάς, αυτή η τάση τείνει να μετατρέψει τον πιο κεντρικό μνημονικό τόπο και το νομιμοποιητικό γεγονός της Μεταπολίτευσης –θυμίζω εδώ πως οι πρώτες δημοκρατικές εκλογές έλαβαν χώρα, καθόλου τυχαία, στις 17 Νοεμβρίου του 1974– απο ενωτικό σε βαθιά διχαστικό ζήτημα.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 33 (1.2016)