ο υπονομευτικός λόγος του Γιάννη Σκαρίμπα επί σκηνής

 

Ο κομμωτής κυριών και οι τρεις άδειες καρέκλες

 

Κατερίνα Κωστίου

 

Το αυξανόμενο ενδιαφέρον των αναγνωστών για το έργο του αιρετικού Γιάννη Σκαρίμπα, ιδίως νέων με ουσιαστική επαφή με τη λογοτεχνία, αποτυπώνεται και στον τρόπο με τον οποίο «μνημειώνεται» η επέτειος των τριάντα χρόνων από τον θάνατό του. Συνήθως οι επετειακές εκδηλώσεις για τους λογοτέχνες έχουν δύο δρόμους, ανάλογα με τον φορέα τους: α) αν οργανώνονται από κάποιον ακαδημαϊκό/εκπαιδευτικό φορέα περιλαμβάνουν συνέδρια/ημερίδες που καταλήγουν σε μια λίγο-πολύ γόνιμη συγκομιδή νέων μελετών· β) αν οργανωτικός φορέας είναι το κράτος, ή κάποια μετωνυμική του εκβολή, οι εκδηλώσεις είναι ποικίλες, με κοινή συνισταμένη τη συνήθη λαϊκίστικη καμπάνια της επιμόρφωσης («να περάσει το έργο του στον κόσμο»), που απολήγει σε ανερμάτιστα, πνευματικά, πανηγύρια. Ο τρίτος και δυσκολότερος δρόμος, που πυροδοτείται από μια βαθιά, ουσιαστική σχέση με το προσωπικό σύμπαν ενός λογοτέχνη, είναι η με προσωπικό κόστος και αυτοανάλωση δημιουργία δίχως άλλο κίνητρο έξω από τη σχέση με το έργο. Η επέτειος των 30 χρόνων από τον θάνατο του Σκαρίμπα δεν «γιορτάστηκε», τουλάχιστον μέχρι στιγμής, με τον πρώτο ούτε, ευτυχώς, με τον δεύτερο τρόπο, λόγω του ότι «το κράτος» δεν θα μπορούσε να γιορτάσει τον αντιεξουσιαστικό λόγο του Σκαρίμπα. Όμως η «επέτειος» μνημειώθηκε με τον πιο ουσιαστικό τρόπο δείχνοντας πως ο δημιουργικά αναρχικός συγγραφέας του Μεσοπολέμου απευθύνεται σε «νέους» ανθρώπους, ανεξαρτήτως ηλικίας, δηλαδή ανθρώπους των οποίων η εσωτερική όραση δεν αμβλύνθηκε από την εισβολή της περιρρέουσας ευτέλειας και άρα διατηρούν την αυθορμησία του αναστοχασμού. Και που τολμούν να ανα-θεωρούν το περιβάλλον αλλά και τον εαυτό τους. Στην περίπτωση του Σκαρίμπα το ενδιαφέρον είναι ότι ενώ το θεατρικό του έργο Ο ήχος του κώδωνος (1950) ανέβηκε με επιτυχία στην εποχή του, ούτε αυτός έκτοτε, ούτε κανένα άλλο θεατρικό του έργο ευτύχησε επί σκηνής, ενώ έχουν γίνει αρκετές δραματοποιήσεις της πεζογραφίας του, σπανίως επιτυχημένες.

Η θεατρική παράσταση του έργου Ο κομμωτής κυριών και οι τρεις άδειες καρέκλες που είχε πρεμιέρα τη Δευτέρα 12/5 στο θέατρο «Βαφείο» αποδεικνύει περίτρανα ότι η θεατρική διασκευή της λογοτεχνίας προϋποθέτει την «εμπαθή» συμμετοχή στον λόγο του Άλλου. Ο σκηνοθέτης και ηθοποιός Λάμπρος Παπαγεωργίου παλεύοντας εδώ και έναν χρόνο με το καλά χορδισμένο «χάος» του σκαριμπικού κόσμου κατάφερε έναν άθλο: να δραματοποιήσει μέσα από μια ευφάνταστη θεατρική διασκευή δύο έργα του Σκαρίμπα, ερανιζόμενος και από άλλα έργα του στοιχεία συμβατά με την Ποιητική της υπονόμευσης και της αυταπάτης, κομβικό άξονα της σκαριμπικής μυθολογίας. Το εγχείρημα μαρτυρεί καλή γνώση και κατανόηση του έργου του Σκαρίμπα, το οποίο είναι ουσιαστικά ένα έργο εν εξελίξει, έργο εν προόδω, όπου κινούνται συγκεκριμένα πρόσωπα και όπου συγκροτείται με συνέπεια μια ιδεολογία ενάντια στις θεσμοθετημένες και μη αστικές συνήθειες και τις μακάριες βεβαιότητές μας. Δίχως να παραβιάζει τη γραφή του συγγραφέα, αλλά και υποτάσσοντας στον κώδικα του θεάτρου την ιδιότυπη λογοτεχνική γραφή του Σκαρίμπα, ο Παπαγεωργίου δημιούργησε ένα έργο το οποίο αναδεικνύει τη ρητή ή υπόρρητη δραματικότητα της σκαριμπικής ποιητικής και τον πολυσυζητημένο (λόγω του γνωστού σχολίου του Σεφέρη για το «τζαζ του Ευρίπου») ρυθμό της πρόζας του συγγραφέα.

Η πολύ καλή οικονομία του κειμένου αξιοποιήθηκε με μια ευρηματική, τολμηρή σκηνοθετική γραμμή από την Ιουλία Ριζοπούλου και τον Λάμπρο Παπαγεωργίου (με βοηθούς σκηνοθέτη τη Βίκυ Λαφιατή και τη Δήμητρα Γιαννακοπούλου), οι οποίοι δεν καταστρατήγησαν στο παραμικρό τη διχοστασία του Σκαρίμπα ανάμεσα στο είναι και το φαίνεσθαι, που στοιχειώνει ποικιλοτρόπως όλο το έργο του. Κι αυτό το πέτυχαν δίχως σκηνοθετικές ευκολίες και εντυπωσιακά εφέ, αλλά με έναν τρόπο διακριτικό, σχεδόν υπόρρητο, συμβατό με την απατηλή γραφή του Σκαρίμπα, συνεπικουρούμενοι από μια μουσική υπόκρουση (του Αλέξανδρου Δημητρόπουλου) η οποία νομίζεις πως αναβλύζει από την ίδια τη σκαριμπική γραφή. Η λιτή παράσταση που κατάφεραν να στήσουν (με τα διακριτικά κοστούμια και το μινιμαλιστικό σκηνικό της Ξανθής Κόντου και με εξαιρετική επιμέλεια κίνησης από τον Φώτη Νικολάου) δείχνει ότι το θέατρο δεν είναι παρά λόγος εν κινήσει, εγχείρημα του οποίου οι εγγενείς δυσκολίες αναδεικνύονται όταν έρχεται κανείς αντιμέτωπος με συγγραφείς τον οποίων ο προσωπικός κώδικας άρα και η γραφή έχουν δημιουργηθεί σε πείσμα της καθεστηκυίας αντίληψης και με στόχο την ανατροπή. Ο Σάββας Σουρμελίδης που είχε την επιμέλεια του φωτισμού, κατάφερε, με τη συνεπικουρία του ήχου και της κίνησης, να αποδώσει τις ακαριαίες εικόνες, που συνιστούν βασικό εργαλείο της σκαριμπικής γραφής, καθώς και τις παλινδρομήσεις μεταξύ ονειρικού και πραγματικού, τρέλας και λογικής, φαντασίας και πραγματικότητας (ευρηματική η εγκιβωτισμένη παράσταση του «Τιτανικού» και το φωνητικό φινάλε από τη σοπράνο Ελένη Κωνσταντάκη).

Η έξοχη ερμηνεία του διαταραγμένου(;) Αντώνη Σουρούπη από τον Λάμπρο Παπαγεωργίου μαρτυρεί τη χρόνια συναναστροφή του με τον λόγο του Σκαρίμπα και την ειλικρινή προσοικείωση της ιδιοπροσωπίας του. Το ίδιο και η εκπληκτική κίνηση και ο άψογος επιτονισμός της Μόσχας Σμαραγδή που είχε τον διόλου εύκολο ρόλο της Μύγιας-Μύγιου (και της Αντιγόνης). Μέρος της επιτυχίας της παράστασης οφείλεται στην αδιάλειπτη ένταση και τη συνακόλουθη εγρήγορση του θεατή, αποτέλεσμα της άψογης συνεργασίας όλης της ομάδας, της οποίας τα μέλη ενσάρκωσαν με ψυχή τους ρόλους τους: εξαιρετικοί η Ιουλία Ριζοπούλου, η Λία Αβαρέτου και η Μαρία Κατσένου στους ρόλους των τριών κυριών και των εφημερίδων καθώς και ο Μιχάλης Γεωργίου στον ρόλο του κ. Πεταμένου και του Αρχισυντάκτη και ο Peter Rundle στους ρόλους του Οδοντίατρου, του Τσαμπούνη και του Πάτα. Αλλά και η συνεργασία μεταξύ κίνησης, ήχου και φωτισμού υπήρξε ιδιαίτερα δημιουργική και συνέβαλε στην άψογη ενορχήστρωση της παράστασης. Ιδιαίτερη μνεία οφείλω στο συγκλονιστικό φινάλε της παράστασης, τη σφύζουσα από εσωτερικό παλμό απαγγελία του ποιήματος του Σκαρίμπα από τον Λάμπρο Παπαγεωργίου με τον θίασο επί σκηνής να προσπαθεί να εξεικονίσει την ονειρική φυγή του μεσοπολεμικού ανθρώπου, ο οποίος, ουσιαστικά αμετακίνητος, διαλύεται και ανα-συγκροτείται, όπως και η γραφή του Σκαρίμπα. Ο καλλιτεχνικός μόχθος του Παπαγεωργίου, του θιάσου και όλων των συντελεστών της παράστασης δικαιώθηκε χάρη και στο γεγονός ότι από τη μια μεριά πρόκειται για μια παράσταση όπου οι όροι της δραματοποίησης δεν παραβιάζουν το κείμενο, αλλά το αναδεικνύουν ευρηματικά, και από την άλλη μεριά ότι τα επιμέρους στοιχεία του καλλιτεχνικού δρώμενου υποτάσσονται στο όλον. Με άλλα λόγια, σημαντικό ρόλο για την επίτευξη του αρμονικού αποτελέσματος έπαιξε το γεγονός ότι κανείς δεν ακκίζεται, ούτε ο σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής, ούτε κανένα άλλο μέλος αυτής της ψυχωμένης ομάδας.

Ο διόλου παραγνωρισμένος, αλλά υποτιμημένος από τους φιλελεύθερους αστούς της Γενιάς του Τριάντα Γιάννης Σκαρίμπας, τις τελευταίες δεκαετίες έχει εμπνεύσει αρκετές φορές νέους ανθρώπους να επιχειρήσουν δραματοποίηση των κειμένων του. Η δύσκολη γλώσσα του Σκαρίμπα, η εξάρθρωση του συντακτικού και της φωνολογίας, που δημιουργούν πρόσθετες δυσκολίες στο ήδη επικίνδυνο εγχείρημα της δραματοποίησης ενός λογοτεχνικού κειμένου, δεν αποθάρρυναν κάποιους σκηνοθέτες/ηθοποιούς. Έτσι προέκυψαν η θαυμάσια δραματοποίηση του μονολόγου του Αντώνη Σουρούπη, πρωταγωνιστή στο Σόλο του Φίγκαρω, από τον Γιάννη Θωμά, και η πιο σύνθετη δραματοποίηση με μουσική του μονολόγου του Γιάννη, που πρωταγωνιστεί στο Θείο Τραγί, από τον Άρη Μπινιάρη, που μας ξάφνιασε ευχάριστα το 2011 και φέτος ανεβαίνει ξανά στη σκηνή. Αλλά η διασκευή μη μονολογικών έργων του Σκαρίμπα για το θέατρο είναι ακόμη πιο δύσκολο εγχείρημα καθώς πρέπει να αντιμετωπιστεί, επιπλέον, η δυσκολία της κατακερματισμένης πλοκής, της καταστρατήγησης της ενότητας του χώρου και του χρόνου, η σπασμωδικότητα της αφήγησης, η ασύμβατη, πολλές φορές, πολυφωνία. Αν ο αναγνώστης των έργων του Σκαρίμπα πρέπει να είναι σε εγρήγορση ώστε να αποκωδικοποιήσει τις ποικίλες ειρωνικές ανατροπές της γραφής, πολύ περισσότερο ενεργητικός (ή και συνενοχικός) αναγνώστης πρέπει να είναι ο σκηνοθέτης που έχει να αντιμετωπίσει και τις πρόσθετες δυσκολίες της μεταφοράς ενός πεζογραφικού ή/και ποιητικού έργου σε έναν άλλον κώδικα. Γι’ αυτό και, ενώ οι δραματοποιημένοι μονόλογοι των έργων του Σκαρίμπα, παρά τη δυσκολία τους, δικαιώνονται ως αισθητικά γεγονότα, οι πολυφωνικές παραστάσεις έργων του σπάνια έχουν πετύχει. Περιμένω με μεγάλο ενδιαφέρον να δω το εγχείρημα της Μάριας Φλωράτου από το θέατρο Act, που ανεβάζει στην Πάτρα Το θείο Τραγί. Και θα επανέλθω.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 13 (05.2014)